Η έννοια της πολιτικής σταθερότητας σε αυταρχικά καθεστώτα συχνά παρερμηνεύεται, ιδίως όταν τα κριτήρια ανάλυσης αντλούνται από δημοκρατικά συστήματα, όπου η θεσμική εναλλαγή, η κοινωνική διαπραγμάτευση και η πολιτική λογοδοσία λειτουργούν ως μηχανισμοί εκτόνωσης κρίσεων. Στην περίπτωση του Ιράν, η σταθερότητα δεν συνιστά αποτέλεσμα θεσμικής ισορροπίας ή κοινωνικής συναίνεσης, αλλά προϊόν συνεχούς καταναγκασμού, ελεγχόμενης ακινησίας και συστηματικής αναβολής της προσαρμογής. Αυτό ακριβώς το μοντέλο παράγει μια ιδιότυπη αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη μορφή συστημικής εύθραυστότητας: ένα καθεστώς που διατηρεί την εξωτερική του συνοχή, ενώ στο εσωτερικό του συσσωρεύονται ασύμμετρες, αλληλοτροφοδοτούμενες κρίσεις χωρίς θεσμικές διεξόδους.

Η συστημική εύθραυστότητα στο Ιράν δεν είναι συγκυριακή ούτε προϊόν μεμονωμένων λαθών πολιτικής. Αντίθετα, αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό ενός καθεστώτος που έχει οικοδομηθεί στη λογική της ιδεολογικής ακαμψίας, της συγκεντρωτικής εξουσίας και της εσκεμμένης αποσύνδεσης κράτους και κοινωνίας. Η απουσία μηχανισμών ανατροφοδότησης, δηλαδή καναλιών μέσω των οποίων κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές πιέσεις θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε μεταρρυθμιστική προσαρμογή, οδηγεί στη συσσώρευση κρίσεων σε πολλαπλά επίπεδα: οικονομικό, θεσμικό, κοινωνικό, δημογραφικό και διεθνές. Η κρίσιμη παράμετρος δεν είναι η ύπαρξη αυτών των κρίσεων καθαυτήν, αλλά το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζονται ως προβλήματα προς επίλυση, αλλά ως απειλές προς καταστολή.

Σε τέτοια καθεστώτα, η πολιτική εξουσία τείνει να συγχέει τη σταθερότητα με την ακινησία. Η ικανότητα του συστήματος να παραμένει αμετάβλητο ερμηνεύεται ως ένδειξη ισχύος, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ένδειξη μειούμενης προσαρμοστικότητας. Στο Ιράν, αυτή η λογική έχει παγιωθεί σε βαθμό που κάθε απόπειρα δομικής μεταρρύθμισης αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακή απειλή για το καθεστώς, όχι ως εργαλείο επιβίωσής του. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα το οποίο, αντί να διαχειρίζεται τις κρίσεις, τις συσσωρεύει, μεταθέτοντάς τες χρονικά και ενισχύοντας τη μελλοντική τους ένταση.

Η συσσώρευση κρίσεων στο ιρανικό σύστημα δεν ακολουθεί γραμμική λογική. Δεν πρόκειται για μια απλή πρόσθεση προβλημάτων, αλλά για μια δυναμική διαδικασία αλληλεπίδρασης, όπου κάθε κρίση εντείνει τις υπόλοιπες. Η οικονομική δυσλειτουργία, για παράδειγμα, δεν περιορίζεται σε ζητήματα πληθωρισμού, ανεργίας ή νομισματικής αστάθειας, αλλά διαχέεται στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, διαβρώνοντας περαιτέρω την ήδη περιορισμένη κοινωνική νομιμοποίηση του καθεστώτος. Ταυτόχρονα, η πολιτική ακαμψία εμποδίζει την υιοθέτηση ρεαλιστικών οικονομικών προσαρμογών, με αποτέλεσμα η οικονομική κρίση να μετατρέπεται σε μόνιμο χαρακτηριστικό και όχι σε παροδική φάση.

Αυτό το φαινόμενο δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: η οικονομική πίεση ενισχύει την κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία με τη σειρά της αντιμετωπίζεται μέσω καταστολής αντί διαλόγου ή μεταρρύθμισης. Η καταστολή, όμως, αυξάνει το κόστος διακυβέρνησης, απαιτεί μεγαλύτερη κατανομή πόρων προς μη παραγωγικούς μηχανισμούς ασφαλείας και αποδυναμώνει περαιτέρω την οικονομία. Έτσι, η κρίση δεν εκτονώνεται αλλά βαθαίνει, μετατρέποντας το κράτος σε διαχειριστή μόνιμης αστάθειας.

Ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο της συστημικής εύθραυστότητας είναι η αποδυνάμωση της κρατικής ικανότητας με όρους πολιτικής επιστήμης. Το ιρανικό κράτος διατηρεί ισχυρούς μηχανισμούς καταστολής, αλλά παρουσιάζει χαμηλή ικανότητα σχεδιασμού και υλοποίησης μακροπρόθεσμων πολιτικών που θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν στοιχειώδεις ισορροπίες. Η διοίκηση λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως εκτελεστικό όργανο ιδεολογικών και ασφαλιστικών προτεραιοτήτων, όχι ως μηχανισμός ορθολογικής διαχείρισης σύνθετων κοινωνικών συστημάτων. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ ισχύος καταστολής και αδυναμίας διακυβέρνησης συνιστά έναν από τους πιο υποτιμημένους αλλά ουσιώδεις δομικούς κινδύνους για τη μακροχρόνια σταθερότητα του καθεστώτος.

Η συστημική εύθραυστότητα εντείνεται περαιτέρω από τη χρονική διάσταση της κρίσης. Όσο περισσότερο το καθεστώς επιλέγει την αναβολή αντί της προσαρμογής, τόσο μειώνεται το περιθώριο ελιγμών του. Οι μελλοντικές κρίσεις τείνουν να είναι πιο απότομες, λιγότερο ελέγξιμες και περισσότερο αλληλοσυνδεδεμένες. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν δεν βρίσκεται απλώς σε κατάσταση διαρκούς κρίσης, αλλά σε μια πορεία σταδιακής συσσώρευσης συστημικού κινδύνου, όπου ακόμη και ένα σχετικά περιορισμένο εξωτερικό ή εσωτερικό σοκ μπορεί να έχει δυσανάλογες επιπτώσεις.

Το κρίσιμο αναλυτικό συμπέρασμα του πρώτου αυτού μέρους είναι ότι η φαινομενική ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος συγχέεται με την πραγματική του αντοχή. Η επιβίωση δεν ταυτίζεται με τη σταθερότητα, και η μακροχρόνια διατήρηση της εξουσίας δεν συνεπάγεται ικανότητα ανανέωσης. Αντιθέτως, η εμμονή στη διατήρηση ενός κλειστού, άκαμπτου πολιτικού συστήματος αυξάνει την πιθανότητα μιας μη ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης στο μέλλον, ακριβώς επειδή το σύστημα στερείται μηχανισμών σταδιακής προσαρμογής.

τα κλειστά πολιτικά συστήματα χαρακτηρίζονται από μακρές περιόδους φαινομενικής ακινησίας, οι οποίες διακόπτονται από αιφνίδιες, μη αναστρέψιμες μεταβολές. Το Ιράν εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία: ένα καθεστώς που έχει αναπτύξει υψηλή ικανότητα αναστολής της αλλαγής, αλλά εξαιρετικά χαμηλή ικανότητα ελέγχου των συνεπειών όταν η αλλαγή τελικά εκδηλώνεται.

Η μετάβαση από τη συσσώρευση κρίσεων στη φάση της καθεστωτικής φθοράς δεν είναι στιγμιαία, ούτε πάντα ορατή. Αντιθέτως, συντελείται μέσα από σταδιακές μετατοπίσεις στη λειτουργία του ίδιου του κράτους. Στο ιρανικό σύστημα, παρατηρείται μια μακροχρόνια διάβρωση της θεσμικής αποτελεσματικότητας, όχι με την έννοια της πλήρους κατάρρευσης, αλλά με τη μορφή της λειτουργικής αποσύνδεσης. Οι θεσμοί εξακολουθούν να υπάρχουν, να παράγουν αποφάσεις και να επιβάλλουν κανόνες, αλλά η ικανότητά τους να ρυθμίζουν πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές δυναμικές μειώνεται δραστικά.

Αυτό το φαινόμενο δημιουργεί ένα ιδιότυπο καθεστώς «λειτουργικής κόπωσης». Το κράτος διατηρεί τον έλεγχο του χώρου και της βίας, αλλά χάνει σταδιακά τον έλεγχο του χρόνου. Οι πολιτικές αποφάσεις δεν επιλύουν προβλήματα, απλώς τα μεταθέτουν. Η διακυβέρνηση μετατρέπεται σε διαχείριση επειγόντων περιστατικών, χωρίς στρατηγικό ορίζοντα. Σε τέτοιες συνθήκες, ο πολιτικός κίνδυνος δεν προκύπτει από μια συγκεκριμένη κρίση, αλλά από τη συσσώρευση μικρών, διαρκών αστοχιών που υπονομεύουν τη συνοχή του συστήματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το ιρανικό καθεστώς αδυνατεί να ιεραρχήσει τους κινδύνους που αντιμετωπίζει. Η κυρίαρχη λογική ασφαλείας τείνει να αντιμετωπίζει κάθε μορφή κοινωνικής δυσαρέσκειας ως εξωτερικά υποκινούμενη απειλή, παραγνωρίζοντας τη δομική της προέλευση. Αυτή η αντίληψη οδηγεί σε υπερεπένδυση στην καταστολή και υποεπένδυση στη διακυβέρνηση. Το αποτέλεσμα δεν είναι η εξάλειψη του κινδύνου, αλλά η μετατόπισή του σε πιο σύνθετες και λιγότερο ελέγξιμες μορφές.

Σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, η μακροχρόνια φθορά εκδηλώνεται μέσα από την αποδυνάμωση των εσωτερικών μηχανισμών συνοχής της ελίτ. Αν και προς τα έξω το καθεστώς εμφανίζεται μονολιθικό, στο εσωτερικό του αναπτύσσονται ανταγωνισμοί, όχι γύρω από προγράμματα ή πολιτικές, αλλά γύρω από την πρόσβαση σε πόρους, δίκτυα εξουσίας και μηχανισμούς επιβίωσης. Αυτού του τύπου οι συγκρούσεις δεν παράγουν ανανέωση, αλλά εντείνουν τη θεσμική ακαμψία, καθώς κάθε εσωτερική μεταβολή εκλαμβάνεται ως πιθανή αλυσίδα αποσταθεροποίησης.

Το Ιράν, υπό αυτήν την οπτική, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα καθεστωτικής φθοράς χωρίς άμεση κατάρρευση. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά με ολοένα αυξανόμενο κόστος και ολοένα μειούμενη αποτελεσματικότητα. Η πολιτική σταθερότητα μετατρέπεται σε στατιστικό μέγεθος και όχι σε κοινωνική πραγματικότητα. Οι δείκτες ελέγχου μπορεί να παραμένουν υψηλοί, αλλά οι δείκτες προσαρμοστικότητας και νομιμοποίησης καταγράφουν διαρκή πτώση.

Ένα από τα πλέον επικίνδυνα χαρακτηριστικά αυτής της πορείας είναι η αδυναμία του καθεστώτος να αναγνωρίσει το σημείο καμπής. Στα αυταρχικά συστήματα, η ανατροφοδότηση είναι στρεβλή: οι πληροφορίες που φτάνουν στην κορυφή της εξουσίας είναι συχνά φιλτραρισμένες, υποβαθμισμένες ή προσαρμοσμένες στις προσδοκίες της ηγεσίας. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική έκταση της κοινωνικής και πολιτικής φθοράς γίνεται αντιληπτή μόνο όταν έχει ήδη ξεπεράσει το όριο της διαχειρισιμότητας.

Η μη γραμμική φύση της αποσταθεροποίησης καθιστά το ιρανικό σύστημα ιδιαίτερα ευάλωτο σε συνδυαστικά σοκ. Οικονομικές πιέσεις, διεθνείς εντάσεις, κοινωνικές κινητοποιήσεις και εσωτερικές ρήξεις δεν λειτουργούν ανεξάρτητα, αλλά αλληλεπιδρούν, πολλαπλασιάζοντας τις επιπτώσεις τους. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και μια φαινομενικά περιορισμένη κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης ευρύτερων εξελίξεων, όχι επειδή είναι από μόνη της καθοριστική, αλλά επειδή ενεργοποιεί προϋπάρχουσες δομικές αδυναμίες.

Το κρίσιμο συμπέρασμα του δεύτερου αυτού μέρους είναι ότι το Ιράν δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπο με αυξημένο πολιτικό κίνδυνο, αλλά με μια διαδικασία μακροχρόνιας φθίνουσας σταθερότητας. Δεν πρόκειται για ένα σύστημα που οδεύει αναγκαστικά προς άμεση κατάρρευση, αλλά για ένα σύστημα που απομακρύνεται σταθερά από τη δυνατότητα ελεγχόμενης εξέλιξης. Αυτό ακριβώς καθιστά την κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη: η αλλαγή, όταν τελικά συμβεί, είναι πιθανό να είναι απότομη, ασύμμετρη και δύσκολα προβλέψιμη.

Η μελέτη του Ιράν ως παραδείγματος καθεστωτικής φθοράς δεν έχει μόνο περιγραφική αξία, αλλά και αναλυτική χρησιμότητα για την κατανόηση των ορίων της αυταρχικής διακυβέρνησης. Δείχνει με σαφήνεια ότι η καταστολή μπορεί να αναστείλει τη σύγκρουση, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη διακυβέρνηση. Όσο το καθεστώς επιμένει να αντιμετωπίζει τις δομικές του αδυναμίες ως προβλήματα ασφάλειας και όχι ως πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, τόσο αυξάνει την πιθανότητα μιας κρίσης που δεν θα μπορεί πλέον να ελέγξει με τα μέσα που διαθέτει.

.