Το ιρανικό πολιτικό σύστημα δεν βρίσκεται απλώς υπό πίεση· βρίσκεται σε μια μακροχρόνια διαδικασία φθοράς, η οποία δεν εκδηλώνεται μέσα από θεαματικές ρήξεις, αλλά μέσω της σταδιακής αποσύνθεσης της ικανότητας άσκησης εξουσίας με όρους συνοχής, προσαρμοστικότητας και ελέγχου. Η φθορά αυτή δεν αφορά την απώλεια του μονοπωλίου της βίας, αλλά την απώλεια της πολιτικής λειτουργικότητας.

Σε αντίθεση με δημοκρατικά συστήματα, όπου η πολιτική φθορά οδηγεί σε εναλλαγή κυβερνήσεων ή αναδιάταξη θεσμών, στα αυταρχικά καθεστώτα η φθορά συσσωρεύεται εντός του ίδιου του μηχανισμού εξουσίας. Το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα καθεστώτος που επιβιώνει όχι μέσω μεταρρύθμισης, αλλά μέσω της διαρκούς σκλήρυνσης των μηχανισμών ελέγχου. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική επιβίωσης παράγει μακροπρόθεσμα το αντίθετο αποτέλεσμα: αποδυναμώνει την ικανότητα του συστήματος να ανανεώνεται και να απορροφά κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές.

Κεντρικό στοιχείο της καθεστωτικής φθοράς στο Ιράν είναι η εσωτερική αποσύνθεση της πολιτικής ελίτ. Η ελίτ δεν λειτουργεί πλέον ως φορέας στρατηγικής κατεύθυνσης, αλλά ως μηχανισμός αναπαραγωγής ισχύος. Οι εσωτερικές ισορροπίες δεν βασίζονται σε ιδεολογική συνοχή ή θεσμική νομιμοποίηση, αλλά σε άτυπα δίκτυα, πελατειακές σχέσεις και ανταγωνισμούς για πρόσβαση σε πόρους. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που αδυνατεί να παράγει συλλογικές αποφάσεις μακράς πνοής και περιορίζεται στη διαχείριση της εσωτερικής του επιβίωσης.

Η θεσμική αρχιτεκτονική του Ιράν ενισχύει αυτήν την παθολογία. Πρόκειται για ένα σύστημα πολλαπλών, αλληλοεπικαλυπτόμενων κέντρων εξουσίας, χωρίς σαφή κατανομή ευθύνης. Αυτή η δομή, που αρχικά σχεδιάστηκε για να αποτρέπει τη συγκέντρωση εξουσίας και να διασφαλίζει την ιδεολογική καθαρότητα του καθεστώτος, έχει εξελιχθεί σε μηχανισμό θεσμικής ακινησίας. Καμία δομή δεν διαθέτει την πλήρη αρμοδιότητα να αναλάβει μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, ενώ κάθε αποτυχία διαχέεται στο σύστημα χωρίς να παράγει λογοδοσία.

Η μακροχρόνια πολιτική παρακμή του ιρανικού καθεστώτος εκδηλώνεται επίσης μέσω της αποσύνδεσης μεταξύ εξουσίας και κοινωνίας. Το κράτος εξακολουθεί να επιβάλλεται, αλλά δεν πείθει. Η πολιτική νομιμοποίηση δεν ανανεώνεται, απλώς αντικαθίσταται από μηχανισμούς καταναγκασμού και φόβου. Σε τέτοιες συνθήκες, η εξουσία λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός επιβολής τάξης παρά ως φορέας συλλογικού σχεδιασμού. Αυτή η μετάβαση από τη διακυβέρνηση στην καθαρή κυριαρχία αποτελεί βασικό δείκτη καθεστωτικής φθοράς.

Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η αδυναμία του συστήματος να παράγει πειστικά αφηγήματα μέλλοντος. Η ιδεολογική ρητορική του καθεστώτος παραμένει στατική, επαναλαμβανόμενη και αποσυνδεδεμένη από τις πραγματικές εμπειρίες της κοινωνίας. Το κράτος μιλά τη γλώσσα της επιβίωσης, όχι της προοπτικής. Αυτή η απουσία οράματος δεν οδηγεί απλώς σε κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά σε πολιτική αποστράτευση και κυνισμό, στοιχεία που διαβρώνουν περαιτέρω τη βάση στήριξης του συστήματος.

Η καθεστωτική φθορά στο Ιράν δεν πρέπει να συγχέεται με άμεση κατάρρευση. Αντιθέτως, πρόκειται για μια διαδικασία αργής αποσύνθεσης, όπου το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά με ολοένα αυξανόμενη εξάρτηση από κατασταλτικούς μηχανισμούς και ολοένα μειούμενη ικανότητα στρατηγικού ελέγχου. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: το καθεστώς εμφανίζεται ισχυρό βραχυπρόθεσμα, αλλά γίνεται δομικά πιο αδύναμο μακροπρόθεσμα.

Στο πλαίσιο αυτό, το Ιράν συνιστά παράδειγμα πολιτικού συστήματος σε μακροχρόνια φθίνουσα πορεία, όχι επειδή απειλείται από έναν συγκεκριμένο αντίπαλο ή κρίση, αλλά επειδή έχει εξαντλήσει τους μηχανισμούς εσωτερικής ανανέωσης. Η εξουσία αναπαράγεται, αλλά δεν εξελίσσεται. Και αυτή ακριβώς η αδυναμία εξέλιξης αποτελεί τον πυρήνα της καθεστωτικής παρακμής.

Το Ιράν βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη φάση, όπου η πολιτική διακυβέρνηση υποχωρεί σταδιακά και αντικαθίσταται από ένα καθεστώς καθαρής επιβολής. Η εξουσία παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός ρύθμισης κοινωνικών σχέσεων και μετατρέπεται σε μηχανισμό διατήρησης ελέγχου υπό συνθήκες αυξανόμενης εσωτερικής και εξωτερικής αβεβαιότητας.

Η στρατιωτικοποίηση της πολιτικής εξουσίας αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό αυτής της μετάβασης. Στο ιρανικό σύστημα, οι δομές ασφαλείας δεν περιορίζονται πλέον σε επικουρικό ρόλο, αλλά λειτουργούν ως βασικοί πυλώνες πολιτικής σταθερότητας. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα επίσημη στρατιωτική διακυβέρνηση, αλλά την εδραίωση μιας λογικής όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με πρωτεύον κριτήριο την επιβολή τάξης και όχι τη βιωσιμότητα της κοινωνικής και οικονομικής λειτουργίας. Η πολιτική γίνεται υποσύνολο της ασφάλειας, και όχι το αντίστροφο.

Η στρατιωτικοποίηση αυτή έχει βαθιές συνέπειες στη λειτουργία του καθεστώτος. Πρώτον, περιορίζει δραστικά τον χώρο εσωτερικής διαφωνίας εντός της ελίτ. Όταν η ασφάλεια καθίσταται υπέρτατη αξία, κάθε απόκλιση από την κυρίαρχη γραμμή ερμηνεύεται ως δυνητική απειλή. Αυτό ενισχύει την εσωτερική πειθαρχία, αλλά ταυτόχρονα ακυρώνει κάθε δυνατότητα αυτοδιόρθωσης. Δεύτερον, ενισχύει τη βραχυπρόθεσμη σταθερότητα εις βάρος της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας, καθώς οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα την άμεση καταστολή των συνεπειών και όχι την αντιμετώπιση των αιτιών.

Παράλληλα, η διεθνής απομόνωση λειτουργεί ως επιταχυντής της καθεστωτικής φθοράς. Σε αντίθεση με την εσωτερική ρητορική που παρουσιάζει την απομόνωση ως στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας, στην πράξη περιορίζει δραστικά τα περιθώρια στρατηγικής ευελιξίας. Το ιρανικό καθεστώς αναγκάζεται να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον μειωμένων επιλογών, όπου κάθε εξωτερική κρίση αποκτά δυσανάλογο βάρος. Η έλλειψη διεθνών διαύλων εκτόνωσης μεταφέρει το κόστος των εξωτερικών πιέσεων απευθείας στο εσωτερικό του συστήματος.

Η διεθνής απομόνωση δεν πλήττει μόνο την οικονομία ή τη διπλωματία, αλλά επηρεάζει βαθιά και την εσωτερική συνοχή της εξουσίας. Καθώς οι εξωτερικοί πόροι περιορίζονται, εντείνεται ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της ελίτ για τον έλεγχο των εναπομεινάντων μέσων ισχύος. Αυτό δεν οδηγεί σε πολιτικό πλουραλισμό, αλλά σε περαιτέρω συγκέντρωση και προσωποποίηση της εξουσίας. Το καθεστώς γίνεται ταυτόχρονα πιο άκαμπτο και πιο εύθραυστο, καθώς η σταθερότητά του εξαρτάται όλο και περισσότερο από τη συνοχή ενός στενού πυρήνα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση από τη διακυβέρνηση στην επιβολή παράγει ένα κρίσιμο παράδοξο. Το καθεστώς εμφανίζεται ικανό να επιβιώνει υπό ακραίες πιέσεις, αλλά αυτή η επιβίωση βασίζεται στην αναστολή κάθε δυναμικής εξέλιξης. Το κράτος δεν σχεδιάζει το μέλλον, το αναβάλλει. Η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή άμυνα απέναντι σε πραγματικές και αντιληπτές απειλές. Όσο περισσότερο το σύστημα αμύνεται, τόσο λιγότερο μπορεί να προσαρμοστεί.

Η καθεστωτική φθορά στο Ιράν, σε αυτό το στάδιο, δεν εκδηλώνεται με τη μορφή μαζικής αποσύνθεσης, αλλά με τη σταδιακή απονεύρωση της πολιτικής. Η εξουσία εξακολουθεί να επιβάλλεται, αλλά αδυνατεί να ενσωματώσει, να πείσει ή να εμπνεύσει. Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση δομικής στασιμότητας, όπου το καθεστώς επιβιώνει ενάντια στο κοινωνικό και ιστορικό ρεύμα, αλλά με ολοένα αυξανόμενο κόστος.

Το καθοριστικό στοιχείο αυτής της φάσης είναι ότι οι μηχανισμοί που διασφαλίζουν τη βραχυπρόθεσμη σταθερότητα υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Η στρατιωτικοποίηση της πολιτικής, η διεθνής απομόνωση και η εσωτερική συγκέντρωση εξουσίας δημιουργούν ένα κλειστό σύστημα που αδυνατεί να απορροφήσει κραδασμούς. Όταν ένα τέτοιο σύστημα τελικά αντιμετωπίσει μια κρίση που υπερβαίνει τα όρια της καταστολής, η αντίδραση τείνει να είναι απότομη και αποσταθεροποιητική.