Η κυρίαρχη αναλυτική πλάνη που συνοδεύει σχεδόν κάθε δημόσια και ακαδημαϊκή συζήτηση για το μέλλον του Ιράν είναι η υπόρρητη ταύτιση της έννοιας της μετάβασης με την έννοια της δημοκρατίας. Η πλάνη αυτή δεν αποτελεί απλώς θεωρητικό σφάλμα· συνιστά σοβαρή αναλυτική αδυναμία, διότι αγνοεί τόσο τη δομική φύση του ιρανικού καθεστώτος όσο και τα ιστορικά προηγούμενα αυταρχικών μεταβάσεων διεθνώς. Η αποχώρηση ή κατάρρευση ενός θεοκρατικού αυταρχικού συστήματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως φιλελεύθερη δημοκρατική ανασυγκρότηση. Στην περίπτωση του Ιράν, οι πιθανότητες μιας μετάβασης χωρίς δημοκρατία δεν είναι απλώς υπαρκτές· είναι συστημικά ενσωματωμένες στην αρχιτεκτονική της εξουσίας.

Το ιρανικό καθεστώς δεν είναι ένα προσωποπαγές αυταρχικό μόρφωμα που στηρίζεται αποκλειστικά στη χαρισματική ή καταναγκαστική ισχύ ενός ηγέτη. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα βαθιά εδραιωμένο πλέγμα θεσμικών και παραθεσμικών μηχανισμών, το οποίο έχει εκπαιδευτεί επί δεκαετίες να επιβιώνει υπό πίεση, απομόνωση, κοινωνική δυσαρέσκεια και διεθνείς κυρώσεις. Η επιβίωση αυτή δεν βασίζεται στην κοινωνική συναίνεση αλλά στη διοικητική ανθεκτικότητα, στη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής και στη συστηματική εξουδετέρωση κάθε ανεξάρτητου κέντρου εξουσίας. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό καθιστά πιθανή μια αυταρχική αναδιάρθρωση αντί μιας δημοκρατικής ρήξης.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η μετάβαση δεν θα λάβει τη μορφή καθαρής τομής αλλά ελεγχόμενης ανασύνθεσης. Η θεοκρατική ιδεολογία μπορεί να υποχωρήσει, να απονευρωθεί ή να μετασχηματιστεί, χωρίς όμως να καταρρεύσει ο πυρήνας της αυταρχικής διακυβέρνησης. Η εξουσία μεταφέρεται όχι από το καθεστώς στην κοινωνία, αλλά από μία ελίτ σε μια άλλη, συχνά εντός του ίδιου μηχανισμού. Η εμπειρία άλλων αυταρχικών μεταβάσεων δείχνει ότι όταν οι μηχανισμοί καταστολής, ασφάλειας και οικονομικού ελέγχου παραμένουν άθικτοι, το νέο καθεστώς κληρονομεί τις ίδιες πρακτικές, ακόμη και αν αλλάξει το ιδεολογικό του περίβλημα.

Στο Ιράν, το ενδεχόμενο μιας τέτοιας μετάβασης ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει θεσμικά οργανωμένη, εσωτερικά εδραιωμένη δημοκρατική αντιπολίτευση με διοικητική εμπειρία και κοινωνική διείσδυση ικανή να αναλάβει τη διακυβέρνηση. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι διάχυτη, αλλά η πολιτική της άρθρωση είναι κατακερματισμένη. Αυτό δημιουργεί ένα κενό το οποίο τείνουν να καλύπτουν όχι δημοκρατικές δυνάμεις αλλά οργανωμένοι μηχανισμοί ισχύος που ήδη υπάρχουν εντός του κράτους.

Η αυταρχική αναδιάρθρωση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές: από μια στρατοκρατική εκδοχή διακυβέρνησης με τεχνοκρατικό μανδύα έως ένα μετα-θεοκρατικό αυταρχικό καθεστώς που διατηρεί τον έλεγχο μέσω εθνικιστικής νομιμοποίησης αντί θρησκευτικής. Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η ιδεολογία αλλά η συνέχιση της λογικής της εξουσίας: περιορισμός της πολιτικής συμμετοχής, έλεγχος της πληροφορίας, απουσία πραγματικού πλουραλισμού.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι μια τέτοια μετάβαση μπορεί να παρουσιαστεί διεθνώς ως «μεταρρύθμιση» ή «εκσυγχρονισμός», χωρίς να μεταβάλλει ουσιαστικά τη σχέση κράτους–πολίτη. Το καθεστώς αλλάζει μορφή αλλά όχι φύση. Η αυταρχικότητα γίνεται λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο διοικητική, λιγότερο θεολογική και περισσότερο τεχνοκρατική, χωρίς όμως να καθίσταται δημοκρατική.

Η εμπειρία του Ιράν δείχνει ότι η έννοια της μετάβασης πρέπει να αποσυνδεθεί από τη νορμοκανονιστική προσδοκία της δημοκρατίας. Το πιθανότερο σενάριο δεν είναι η άμεση πολιτική απελευθέρωση αλλά μια μακρά περίοδος αυταρχικής αναδιάταξης, κατά την οποία το σύστημα θα προσπαθήσει να επιβιώσει προσαρμοζόμενο στις νέες κοινωνικές και διεθνείς συνθήκες, χωρίς να εγκαταλείψει τον έλεγχο.

Η κατανόηση αυτού του σεναρίου δεν είναι απαισιόδοξη· είναι αναλυτικά ρεαλιστική. Η αποτυχία να αναγνωριστεί η πιθανότητα μετάβασης χωρίς δημοκρατία οδηγεί σε λανθασμένες πολιτικές εκτιμήσεις και στρατηγικές. Το Ιράν δεν βρίσκεται απλώς σε αναμονή αλλαγής· βρίσκεται σε φάση δυνητικής αναδιάρθρωσης, της οποίας το πρόσημο παραμένει αυταρχικό.

Η κατανόηση της μετάβασης χωρίς δημοκρατία στο Ιράν προϋποθέτει την αποδόμηση μιας βαθιά εδραιωμένης παρανόησης: ότι η θεοκρατική φύση του καθεστώτος ταυτίζεται απολύτως με την επιβίωσή του. Στην πραγματικότητα, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι πρωτίστως ένα θεολογικό σύστημα, αλλά ένα σύνθετο αυταρχικό κράτος με ιδεολογική επένδυση. Η ιδεολογία λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου, όχι ως αναντικατάστατο θεμέλιο. Αυτό ακριβώς καθιστά δυνατή μια μετάβαση που διατηρεί τον αυταρχικό πυρήνα, αποδυναμώνοντας ή αναπροσαρμόζοντας το θεοκρατικό περίβλημα.

Η δομική ανθεκτικότητα του ιρανικού συστήματος δεν εδράζεται στη λαϊκή αποδοχή, αλλά στη θεσμική του πολυπλοκότητα και στην ικανότητα των ελίτ να αναδιατάσσουν τις ισορροπίες ισχύος χωρίς να ανοίγουν τον πολιτικό χώρο. Οι μηχανισμοί ασφαλείας, η δικαστική εξουσία, τα παραθεσμικά οικονομικά δίκτυα και οι θρησκευτικοί θεσμοί συγκροτούν ένα πλέγμα αμοιβαίας εξάρτησης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η αλλαγή δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα κοινωνικής απαίτησης, αλλά ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης εντός της εξουσίας. Η κοινωνία παραμένει αντικείμενο διαχείρισης, όχι υποκείμενο μετασχηματισμού.

Αυτή η λογική εξηγεί γιατί τα σενάρια πολιτειακής μεταβολής στο Ιράν είναι περισσότερο τεχνοκρατικά παρά πολιτικά. Η συζήτηση εντός του συστήματος δεν αφορά την επέκταση δικαιωμάτων ή τη λαϊκή κυριαρχία, αλλά τη βιωσιμότητα του κράτους υπό συνθήκες πίεσης. Η έννοια της «σταθερότητας» αποκτά απόλυτη προτεραιότητα έναντι κάθε έννοιας ελευθερίας. Σε αυτό το περιβάλλον, η μετάβαση χωρίς δημοκρατία δεν αποτελεί παρέκκλιση αλλά λογική συνέχεια.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαχείριση του χρόνου. Το ιρανικό καθεστώς λειτουργεί με ορίζοντα μακράς διάρκειας, αποφεύγοντας απότομες τομές και προτιμώντας σταδιακές προσαρμογές. Η καθυστέρηση λειτουργεί ως στρατηγική: εξαντλεί την κοινωνική δυναμική, αποσυντονίζει τα κινήματα διαμαρτυρίας και επιτρέπει στο κράτος να επανακτήσει τον έλεγχο. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μια εμφανής κρίση μπορεί να αξιοποιηθεί ως ευκαιρία αναδιάρθρωσης, όχι ως αφορμή εκδημοκρατισμού.

Η μετάβαση χωρίς δημοκρατία, ωστόσο, ενέχει σοβαρούς εσωτερικούς κινδύνους. Η αποδυνάμωση της ιδεολογικής συνοχής χωρίς την αντικατάστασή της από θεσμική νομιμοποίηση δημιουργεί ένα κενό. Το κράτος συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά η πολιτική του βάση γίνεται ολοένα και πιο στενή. Αυτό το κενό δεν εκδηλώνεται άμεσα, αλλά συσσωρεύεται. Η αυξανόμενη εξάρτηση από την καταστολή αποτελεί ένδειξη αυτής της φθοράς, όχι απόδειξη ισχύος.

Σε μακροπρόθεσμη προοπτική, η απουσία δημοκρατικής μετάβασης περιορίζει τις δυνατότητες πραγματικής σταθεροποίησης. Το σύστημα μπορεί να επιβιώσει, αλλά δεν μπορεί να ανανεωθεί. Η πολιτική και κοινωνική καινοτομία παραμένει αποκλεισμένη, οδηγώντας σε επαναλαμβανόμενους κύκλους κρίσης και προσωρινής εκτόνωσης. Η μετάβαση χωρίς δημοκρατία μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό αναβολής, όχι επίλυσης.

Το Ιράν, υπό αυτό το πρίσμα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα καθεστώτος που μπορεί να αλλάξει μορφή χωρίς να αλλάξει φύση. Η θεσμική του αρχιτεκτονική επιτρέπει την αναπροσαρμογή χωρίς ρήξη, αλλά ταυτόχρονα παγιδεύει το κράτος σε μια διαρκή κατάσταση ημι-μετασχηματισμού. Η κοινωνία κινείται ταχύτερα από το πολιτικό σύστημα, αλλά στερείται των εργαλείων για να επιβάλει τη μετάβαση που επιθυμεί.

Η ολοκλήρωση αυτής της ανάλυσης οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η μετάβαση χωρίς δημοκρατία δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε βιώσιμη λύση. Είναι το προϊόν ενός συστήματος που επιδιώκει να διασωθεί χωρίς να μετασχηματιστεί ουσιαστικά. Μπορεί να αποτρέψει την άμεση κατάρρευση, αλλά δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα σταθερό πολιτειακό μέλλον. Το Ιράν δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε ένα δίλημμα αλλαγής· βρίσκεται αντιμέτωπο με τα όρια της ίδιας του της κρατικής λογικής.

Η κατανόηση αυτών των ορίων είναι αναγκαία προϋπόθεση για κάθε σοβαρή πολιτική, θεσμική ή γεωπολιτική ανάλυση της χώρας. Η μετάβαση χωρίς δημοκρατία δεν είναι εξαίρεση στον ιρανικό δρόμο· είναι η πιο πιθανή, αλλά και η πιο ατελής, εκδοχή του.