Το Ιράν βρίσκεται σε κατάσταση χρόνιας θεσμικής κόπωσης, όπου το χάσμα μεταξύ κοινωνίας, επίσημων θεσμών και παραθεσμικής εξουσίας έχει λάβει δομικό χαρακτήρα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το σύστημα αντιμετωπίζει πρόβλημα νομιμοποίησης – αυτό έχει ήδη συμβεί – αλλά πώς μπορεί να εξελιχθεί η αποσύνδεση μεταξύ ισχύος και νομιμοποίησης. Τα σενάρια που ακολουθούν δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενα· μπορούν να εμφανιστούν διαδοχικά ή υβριδικά.

Το πρώτο σενάριο είναι αυτό της αυταρχικής σκλήρυνσης με θεσμική ακινησία, το οποίο αποτελεί τη βραχυπρόθεσμα πιο πιθανή εξέλιξη. Σε αυτό το πλαίσιο, το καθεστώς αντιδρά στην κρίση όχι με μεταρρύθμιση αλλά με περαιτέρω μεταφορά εξουσίας από τους ήδη απονευρωμένους θεσμούς προς τους παραθεσμικούς μηχανισμούς. Ο Ανώτατος Ηγέτης, οι Φρουροί της Επανάστασης και τα δίκτυα ασφαλείας ενισχύουν τον ρόλο τους, ενώ εκλογικές διαδικασίες και τυπικά όργανα διατηρούνται αποκλειστικά ως μηχανισμοί διαχείρισης και όχι εκπροσώπησης. Πρόκειται για σενάριο θεσμικής επιβίωσης χωρίς πολιτική βιωσιμότητα, όπου το κράτος συνεχίζει να λειτουργεί αλλά παύει να ενσωματώνει την κοινωνία. Η σταθερότητα εδώ είναι φαινομενική και εξαρτάται από την ικανότητα καταστολής, όχι από συναίνεση.

Το δεύτερο σενάριο αφορά μια παρατεταμένη φθορά χωρίς κατάρρευση, ένα είδος πολιτειακής «νεκρής ζώνης». Σε αυτή την εκδοχή, το καθεστώς δεν καταρρέει αλλά ούτε ανασυγκροτείται. Οι θεσμοί παραμένουν τυπικά σε ισχύ, όμως η αποτελεσματικότητά τους διαβρώνεται διαρκώς. Η διακυβέρνηση γίνεται αντιδραστική, αποσπασματική και εξαρτώμενη από κατασταλτικά μέτρα χαμηλής έντασης. Η κοινωνία εισέρχεται σε κατάσταση πολιτικής αποστράτευσης: όχι εξέγερση, αλλά μαζική απόσυρση. Αυτό το σενάριο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο μακροπρόθεσμα, διότι παράγει θεσμική αποσύνθεση χωρίς ρήξη, αυξάνοντας την πιθανότητα αιφνίδιας, ανεξέλεγκτης κρίσης όταν ενεργοποιηθεί ένας καταλύτης (οικονομικός, διεθνής ή εσωτερικός).

Το τρίτο σενάριο είναι αυτό της εσωτερικής αναδιάταξης της εξουσίας εντός του καθεστώτος, χωρίς δημοκρατική μετάβαση. Εδώ, η κρίση επιλύεται όχι μέσω κοινωνικής πίεσης αλλά μέσω ανακατανομής ισχύος μεταξύ ελίτ. Πιθανή μορφή αυτής της εξέλιξης είναι η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση του καθεστώτος, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να μετατρέπονται από παραθεσμικό πυλώνα σε de facto κυρίαρχο πολιτικό κέντρο. Το θεοκρατικό στοιχείο δεν εξαφανίζεται, αλλά υποβαθμίζεται σε ιδεολογικό περίβλημα στρατοκρατικής διακυβέρνησης. Πρόκειται για μετάβαση εντός αυταρχισμού, όχι εκτός αυτού, με περιορισμένη διεθνή και εσωτερική νομιμοποίηση αλλά αυξημένη λειτουργική συνοχή.

Το τέταρτο σενάριο, πιο σύνθετο και λιγότερο άμεσο, αφορά μια σταδιακή αποσύνθεση του παραθεσμικού πλέγματος. Αν οι οικονομικοί πόροι που στηρίζουν τους μηχανισμούς ισχύος συρρικνωθούν, αν ενταθούν οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ ελίτ ή αν διαρραγεί η πειθαρχία εντός των σωμάτων ασφαλείας, το σύστημα μπορεί να χάσει τη βασική του συνοχή. Σε αυτή την περίπτωση, δεν οδηγούμαστε αυτομάτως σε δημοκρατία, αλλά σε πολυκεντρική αστάθεια, όπου διαφορετικά κέντρα ισχύος ανταγωνίζονται χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο. Αυτό το σενάριο εμπεριέχει υψηλό κίνδυνο βίας και κατακερματισμού της εξουσίας.

Το πέμπτο και θεωρητικά πιο ριζικό σενάριο είναι αυτό της θεσμικής ρήξης και μετάβασης, όχι όμως με την έννοια μιας ομαλής συνταγματικής μεταρρύθμισης. Μια τέτοια εξέλιξη θα προϋπέθετε ταυτόχρονη απονομιμοποίηση της θεοκρατικής αρχής, ρήγμα εντός των μηχανισμών καταστολής και μαζική κοινωνική κινητοποίηση με διάρκεια και συνοχή. Ακόμη και τότε, η μετάβαση δεν θα ήταν γραμμική. Το πιθανότερο είναι μια μετα-θεοκρατική αλλά όχι άμεσα δημοκρατική φάση, με προσωρινά σχήματα εξουσίας, αβέβαιη συνταγματική βάση και έντονη διαπάλη για τον έλεγχο του κράτους.

Το κοινό στοιχείο όλων των σεναρίων είναι ότι το ιρανικό σύστημα δεν διαθέτει ενσωματωμένους μηχανισμούς ειρηνικής θεσμικής προσαρμογής. Η μετάβαση, αν υπάρξει, δεν θα προκύψει από το Σύνταγμα αλλά από την αποτυχία του να συγκρατήσει την πραγματική ισχύ. Αυτό καθιστά κάθε εξέλιξη εγγενώς ασταθή.

Συνεπώς, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια πολιτική επιλογή, αλλά σε ένα δομικό δίλημμα: είτε θα συνεχίσει να υπάρχει ως καθεστώς αυξανόμενης καταστολής και μειούμενης συνοχής, είτε θα εισέλθει σε μια απρόβλεπτη διαδικασία αποσύνθεσης, όπου το ζητούμενο δεν θα είναι η μεταρρύθμιση αλλά η ανασύσταση της πολιτικής εξουσίας από μηδενική σχεδόν βάση.