Η σχέση της Δύσης με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα στρατηγικού αδιεξόδου στη σύγχρονη διεθνή πολιτική. Παρά τη μακροχρόνια εμπειρία διαχείρισης κρίσεων στη Μέση Ανατολή, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκοί τους σύμμαχοι δεν έχουν κατορθώσει να διαμορφώσουν μια συνεκτική, βιώσιμη και μακροπρόθεσμα αποτελεσματική στρατηγική έναντι της Τεχεράνης. Το Ιράν δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως «προβληματικό καθεστώς», αλλά ως δομικός παράγοντας που αντιστέκεται στις βασικές παραδοχές της δυτικής περιφερειακής τάξης, χωρίς ωστόσο να μπορεί να παρακαμφθεί ή να εξουδετερωθεί χωρίς σοβαρές συστημικές συνέπειες.
Η δυτική προσέγγιση προς το Ιράν διαμορφώθηκε ιστορικά μέσα από έναν συνδυασμό ιδεολογικής αντιπαλότητας, γεωπολιτικού ανταγωνισμού και αποτυχημένων προσδοκιών περί καθεστωτικής αλλαγής. Από την Ιρανική Επανάσταση του 1979 και έπειτα, η Ουάσινγκτον υιοθέτησε μια στρατηγική σταδιακής πίεσης, απομόνωσης και αποτροπής, θεωρώντας ότι το θεοκρατικό καθεστώς είτε θα κατέρρεε υπό το βάρος των εσωτερικών του αντιφάσεων είτε θα εξαναγκαζόταν σε ριζική μεταβολή συμπεριφοράς. Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το ιρανικό κράτος παραμένει λειτουργικό, ανθεκτικό και στρατηγικά προσαρμοστικό, ενώ η δυτική στρατηγική δείχνει να κινείται μεταξύ αδιέξοδων επιλογών.
Οι οικονομικές κυρώσεις αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό άσκησης πίεσης προς το Ιράν. Παρότι επέφεραν σημαντικό κόστος στην ιρανική οικονομία και περιόρισαν τις δυνατότητες ανάπτυξης της χώρας, δεν πέτυχαν τον βασικό τους στόχο: την ανατροπή του καθεστώτος ή την πλήρη ευθυγράμμισή του με τις δυτικές απαιτήσεις. Αντιθέτως, οι κυρώσεις συνέβαλαν στη σκλήρυνση της ιρανικής πολιτικής ελίτ, στην ενίσχυση των πιο σκληροπυρηνικών κέντρων εξουσίας και στην περαιτέρω αποσύνδεση του Ιράν από το δυτικό οικονομικό σύστημα, ωθώντας το προς εναλλακτικά δίκτυα συνεργασίας με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλους μη δυτικούς δρώντες.
Παράλληλα, η επιλογή της στρατιωτικής λύσης παρέμεινε διαχρονικά θεωρητική και όχι πρακτικά εφαρμόσιμη. Ένα άμεσο στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες, όχι μόνο λόγω της έκτασης και της πολυπλοκότητας του ιρανικού κράτους, αλλά και εξαιτίας της ικανότητάς του να απαντήσει ασύμμετρα μέσω περιφερειακών συμμάχων και δικτύων. Η εμπειρία των δυτικών επεμβάσεων στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στη Λιβύη λειτούργησε αποτρεπτικά, αποκαλύπτοντας τα όρια της στρατιωτικής ισχύος ως εργαλείου οικοδόμησης σταθερότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν αναδείχθηκε σε ένα είδος «στρατηγικού προβλήματος χωρίς λύση» για τη Δύση. Δεν είναι αρκετά ισχυρό ώστε να επιβάλει μια νέα περιφερειακή τάξη, αλλά ούτε και αρκετά αδύναμο ώστε να αγνοηθεί ή να εξουδετερωθεί. Η ύπαρξή του διαμορφώνει μια αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή, η οποία βασίζεται στην ισορροπία φόβου, στην αποτροπή και στη διαχείριση κρίσεων, παρά στη συνολική επίλυση των υποκείμενων συγκρούσεων.
Η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας που έχει διαμορφωθεί γύρω από το Ιράν είναι προϊόν ιστορικών εμπειριών και στρατηγικών υπολογισμών. Τα κράτη της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων των στενών συμμάχων της Δύσης, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πλήρης αποδόμηση του ιρανικού κράτους θα ήταν περισσότερο αποσταθεροποιητική από τη διατήρηση ενός ελεγχόμενου, αποδυναμωμένου αλλά λειτουργικού αντιπάλου. Αυτή η αντίληψη δεν βασίζεται σε ιδεολογική ανοχή προς την Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά σε ψυχρή εκτίμηση κόστους–οφέλους.
Η απουσία του Ιράν από το περιφερειακό σύστημα θα δημιουργούσε ένα τεράστιο κενό ισχύος. Ένα τέτοιο κενό δεν θα καλυπτόταν αυτόματα από σταθερούς κρατικούς δρώντες, αλλά θα προσέλκυε ανταγωνιστικές δυνάμεις, ένοπλες ομάδες και εξωτερικούς παίκτες, οδηγώντας σε έναν κατακερματισμό αντίστοιχο ή και χειρότερο από εκείνον που παρατηρήθηκε μετά τη διάλυση του ιρακινού κράτους το 2003. Η Μέση Ανατολή έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι η κατάρρευση κρατικών δομών δεν οδηγεί σε φιλελεύθερη σταθερότητα, αλλά σε παρατεταμένη αναρχία.
Από την οπτική της Δύσης, το Ιράν λειτουργεί, παρά τις αντιθέσεις, ως παράγοντας περιορισμού ακραίων εξελίξεων. Η παρουσία ενός ισχυρού ιρανικού κράτους περιορίζει την ανεξέλεγκτη δράση μη κρατικών δρώντων, συγκρατεί αποσχιστικές τάσεις σε γειτονικές περιοχές και συμβάλλει, έστω έμμεσα, στη διατήρηση μιας εύθραυστης ισορροπίας. Η κατάρρευσή του θα επέβαλλε στη Δύση την ανάγκη άμεσης και μακροχρόνιας εμπλοκής σε ένα ακόμη χαοτικό περιβάλλον, χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο ή ορίζοντα εξόδου.
Το δυτικό στρατηγικό αδιέξοδο έναντι του Ιράν αντανακλά, σε τελική ανάλυση, μια βαθύτερη κρίση της ίδιας της δυτικής ισχύος. Η εποχή κατά την οποία η Ουάσινγκτον μπορούσε να επιβάλλει μονομερώς καθεστωτικές αλλαγές έχει παρέλθει, ενώ η πολυπολικότητα περιορίζει δραστικά τα περιθώρια δράσης. Το Ιράν αξιοποιεί αυτή τη μεταβολή του διεθνούς συστήματος, όχι για να ανατρέψει πλήρως την τάξη πραγμάτων, αλλά για να διασφαλίσει την επιβίωσή του και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυτική πολιτική έναντι του Ιράν χαρακτηρίζεται από μια διαρκή ταλάντευση μεταξύ πίεσης και διαλόγου, χωρίς σαφή τελικό στόχο. Η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αμφιθυμίας: μια προσπάθεια διαχείρισης του προβλήματος, όχι επίλυσής του. Η κατάρρευση ή αποδυνάμωση τέτοιων συμφωνιών δεν οδηγεί σε καλύτερες εναλλακτικές, αλλά επαναφέρει το σύστημα σε κατάσταση ελεγχόμενης έντασης.
Συνολικά, το Ιράν αποτελεί για τη Δύση έναν αναγκαίο αλλά ανεπιθύμητο πυλώνα της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Η διατήρηση του status quo δεν είναι προϊόν αδράνειας, αλλά συνειδητή επιλογή αποφυγής ενός πολύ πιο επικίνδυνου σεναρίου. Η αποδοχή των ορίων της ισχύος και η αναγνώριση του Ιράν ως δομικού στοιχείου του περιφερειακού συστήματος δεν συνιστούν ήττα, αλλά ρεαλιστική προσαρμογή σε έναν κόσμο αυξανόμενης πολυπλοκότητας και αβεβαιότητας.
Πρόσφατα σχόλια