Οι εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν, με την ένταση των κοινωνικών αντιδράσεων, την αυξανόμενη καταστολή και τη συστηματική χρήση της θανατικής ποινής, συνυπάρχουν με μία εξαιρετικά ρευστή διεθνή συγκυρία, στην οποία το ιρανικό καθεστώς αντιλαμβάνεται ότι τα περιθώρια ελιγμών του περιορίζονται δραματικά. Η ταυτόχρονη εκδήλωση κοινωνικής δυσαρέσκειας, οικονομικής ασφυξίας και γεωπολιτικής φθοράς δημιουργεί ένα περιβάλλον συσσωρευμένης αστάθειας, το οποίο δεν οδηγεί αυτομάτως σε κατάρρευση, αλλά καθιστά το σύστημα περισσότερο αμυντικό, καχύποπτο και εν τέλει πιο αυταρχικό.
Η εσωτερική αναταραχή που καταγράφεται στο Ιράν τους τελευταίους μήνες δεν μπορεί να αποκοπεί από τις συνέπειες του γεγονότων του καλοκαιριού. Ο λεγόμενος «πόλεμος των δώδεκα ημερών» λειτούργησε ως επιταχυντής ήδη υπαρχουσών τάσεων αποδυνάμωσης. Αν και δεν οδήγησε σε άμεση στρατηγική ήττα της Τεχεράνης, ανέδειξε τα όρια της ιρανικής αποτρεπτικής ισχύος και ενίσχυσε την αίσθηση ευαλωτότητας τόσο στο εσωτερικό της πολιτικής ελίτ όσο και στην κοινωνία. Η μεταπολεμική περίοδος δεν χαρακτηρίστηκε από σταθεροποίηση, αλλά από περαιτέρω οικονομική επιδείνωση και κοινωνική απογοήτευση, ιδίως μεταξύ ομάδων που παραδοσιακά λειτουργούσαν ως στυλοβάτες του συστήματος.
Η ιρανική οικονομία βρίσκεται πλέον σε μία κατάσταση παρατεταμένης δυσλειτουργίας, όπου η παραοικονομία υπερισχύει της επίσημης παραγωγικής δραστηριότητας. Οι διεθνείς κυρώσεις, η αποκοπή από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η περιορισμένη πρόσβαση σε σκληρό νόμισμα έχουν οδηγήσει σε μία οικονομία χαμηλής διαφάνειας, με εκτεταμένα δίκτυα διαμεσολάβησης, λαθρεμπορίου και πελατειακών σχέσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι παζαρίτες έμποροι, ιστορικά πυλώνας της ιρανικής οικονομίας και πολιτικής σταθερότητας, βιώνουν άμεσα τις συνέπειες της αποδιάρθρωσης της αγοράς. Η εξέγερσή τους δεν αποτελεί απλώς κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά ένδειξη βαθύτερης ρήξης μεταξύ καθεστώτος και κοινωνικών ομάδων που άλλοτε συναινούσαν σιωπηρά στη διατήρησή του.
Παράλληλα, έχει παγιωθεί στη συλλογική συνείδηση μεγάλου μέρους της ιρανικής κοινωνίας η αντίληψη ότι τεράστιοι οικονομικοί πόροι σπαταλήθηκαν επί δεκαετίες για την υποστήριξη περιφερειακών συμμάχων και ένοπλων δικτύων επιρροής στη Μέση Ανατολή. Η στρατηγική αυτή, η οποία στόχευε στη δημιουργία ενός «άξονα αντίστασης» εμφανίζεται σήμερα αποδυναμωμένη. Πολλοί από τους βασικούς δορυφόρους της Τεχεράνης είτε έχουν εξουδετερωθεί πολιτικά είτε έχουν χάσει την ικανότητα να λειτουργούν ως αξιόπιστοι πολλαπλασιαστές ισχύος. Η πτώση ή η περιθωριοποίηση καθεστώτων και οργανώσεων που άλλοτε θεωρούνταν στρατηγικά κέρδη μεταφράζεται πλέον, στο εσωτερικό του Ιράν, ως καθαρή απώλεια επενδεδυμένου κεφαλαίου χωρίς μετρήσιμη ανταποδοτικότητα.
Το ερώτημα που αναδύεται είναι κατά πόσο η μακρόχρονη δαιμονοποίηση του Ισραήλ και η εμμονή σε έναν ιδεολογικοποιημένο ανταγωνισμό συνέβαλαν ουσιαστικά στην ασφάλεια και την ευημερία του ιρανικού κράτους. Για τον μέσο Ιρανό πολίτη, η απάντηση φαίνεται ολοένα και πιο αρνητική, ιδίως όταν η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από πληθωρισμό, ανεργία και μείωση της αγοραστικής δύναμης. Η γεωπολιτική αφήγηση του καθεστώτος δεν αρκεί πλέον για να καλύψει το κοινωνικό κόστος των επιλογών του.
Σημαντικό πρόσθετο πλήγμα αποτελεί η ανακατεύθυνση των ρωσικών εξαγωγών υδρογονανθράκων προς αγορές όπως η Κίνα και η Ινδία, οι οποίες παραδοσιακά απορροφούσαν και ιρανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Ο αυξημένος ανταγωνισμός, σε συνδυασμό με τις κυρώσεις, περιόρισε περαιτέρω τις δυνατότητες της Τεχεράνης να εξασφαλίσει κρίσιμα έσοδα. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος οικονομικής πίεσης, όπου η μείωση των εξαγωγών οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από την παραοικονομία και, κατ’ επέκταση, σε ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου του καθεστώτος επί αυτής.
Από πολιτικής σκοπιάς, το ιρανικό σύστημα εξουσίας παραμένει συγκεντρωτικό και σκληρό. Ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης και ο θεοκρατικός μηχανισμός των μουλάδων διατηρούν τον έλεγχο των βασικών αρμών του κράτους, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να λειτουργούν ως θεμέλιο ασφάλειας και επιβολής. Σε αντίθεση με την περίοδο πριν την επανάσταση του 1979, δεν καταγράφονται μαζικές απεργίες που να παραλύουν τη χώρα ούτε σημαντικές αποσκιρτήσεις στις ένοπλες δυνάμεις. Η απουσία ενός ενιαίου ηγετικού προσώπου που να μπορεί να εκφράσει και να συντονίσει τις ετερόκλητες κοινωνικές αντιδράσεις περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα μιας συνολικής ανατροπής.
Οι κοινωνικές ομάδες που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις –παζαρίτες, φοιτητές, φτωχά στρώματα και τμήματα του κλήρου– δεν συγκροτούν ακόμη ένα συνεκτικό πολιτικό μπλοκ με κοινό στρατηγικό στόχο. Αυτό διαφοροποιεί ριζικά τη σημερινή συγκυρία από το 1979, όταν η παρουσία του Χομεϊνί λειτούργησε ως καταλύτης ενοποίησης. Παρά ταύτα, η προχωρημένη ηλικία και η επιβαρυμένη υγεία του ανώτατου ηγέτη ανοίγουν το ενδεχόμενο ελεγχόμενων αλλαγών στην κορυφή, όχι ως αποτέλεσμα λαϊκής πίεσης, αλλά ως επιλογή του ίδιου του συστήματος για λόγους αποσυμπίεσης.
Στο διεθνές επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν το Ιράν όχι απλώς ως περιφερειακό πρόβλημα, αλλά ως δοκιμασία στρατηγικής αποτροπής. Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έφτασε κοντά σε στρατιωτική κλιμάκωση πριν επιλέξει την αυτοσυγκράτηση, εγείρει ερωτήματα σχετικά με τα όρια και τις προθέσεις της αμερικανικής πολιτικής. Η επιλογή μεταξύ στοχευμένων πληγμάτων και διατήρησης μιας μόνιμης ψυχολογικής πίεσης αντανακλά το δίλημμα μεταξύ άμεσης επίδειξης ισχύος και έμμεσης αποσταθεροποίησης μέσω εσωτερικών ρωγμών.
Η πιθανότητα στρατιωτικής εξουδετέρωσης κορυφαίων στελεχών του καθεστώτος, ακόμη και του ίδιου του ανώτατου ηγέτη, δεν εγγυάται θετικό αποτέλεσμα για τις δυνάμεις της κοινωνικής αμφισβήτησης. Αντιθέτως, θα μπορούσε να ενισχύσει το αφήγημα του μαρτυρίου και να συσπειρώσει προσωρινά την κοινωνία γύρω από το καθεστώς. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς η πτώση ενός προσώπου, αλλά το τι συνιστά ουσιαστικά «κατάρρευση» ενός συστήματος: αλλαγή ηγεσίας, συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, μετάβαση σε κοσμικό κράτος ή παρατεταμένη αστάθεια.
Η τελευταία επιλογή, αν και συχνά υποτιμάται, ενέχει σοβαρούς γεωπολιτικούς κινδύνους. Ένα ασταθές Ιράν, με πληθυσμό περίπου 90 εκατομμυρίων, θα μπορούσε να πυροδοτήσει μαζικές μεταναστευτικές ροές και να προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας. Η περιφερειακή ασφάλεια, ήδη εύθραυστη, θα επιβαρυνόταν περαιτέρω, καθιστώντας την «αποφυγή της σύγκρουσης» όχι συνώνυμο της σταθερότητας, αλλά ενδεχομένως επικίνδυνη αναβολή μιας βαθύτερης κρίσης.
Συνολικά, το Ιράν βρίσκεται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, όπου η εσωτερική φθορά, η οικονομική ασφυξία και οι εξωτερικές πιέσεις συνθέτουν ένα σύνθετο και αβέβαιο τοπίο. Η εξέλιξη δεν θα καθοριστεί από ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά από τη δυναμική αλληλεπίδραση κοινωνίας, καθεστώτος και διεθνούς περιβάλλοντος
Πρόσφατα σχόλια