Πέρα από τις ορατές θεσμικές και πολιτικές κρίσεις που απασχολούν το ΝΑΤΟ, εξελίσσεται ταυτόχρονα μια λιγότερο απτή αλλά εξίσου επικίνδυνη διαδικασία: η διάβρωση της ψυχολογικής και αντιληπτικής βάσης της συλλογικής άμυνας. Η συνοχή μιας στρατιωτικής συμμαχίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από συνθήκες, δομές διοίκησης ή αμυντικούς προϋπολογισμούς, αλλά από ένα κοινό σύστημα προσδοκιών. Το ΝΑΤΟ λειτούργησε επί δεκαετίες επειδή τα μέλη του πίστευαν ότι, σε περίπτωση υπαρξιακής απειλής, η συλλογική αντίδραση θα ήταν αυτόματη, αξιόπιστη και πολιτικά αδιαπραγμάτευτη. Όταν αυτή η πεποίθηση αρχίζει να εξασθενεί, η αποτροπή χάνει την ουσία της, ακόμη και αν τα μέσα παραμένουν διαθέσιμα.

Η αποτροπή είναι, πρωτίστως, ψυχολογικό φαινόμενο. Δεν εδράζεται μόνο στην ικανότητα πρόκλησης κόστους σε έναν αντίπαλο, αλλά στη βεβαιότητα ότι η πολιτική βούληση για χρήση αυτής της ικανότητας είναι δεδομένη. Στο παρόν περιβάλλον, η Δύση αντιμετωπίζει μια κρίσιμη μετατόπιση: η στρατιωτική ισχύς παραμένει συντριπτική, αλλά η πολιτική βεβαιότητα που τη συνοδεύει έχει γίνει αντικείμενο αμφισβήτησης. Αυτή η διάσταση της κρίσης δεν εκδηλώνεται με θεαματικές συγκρούσεις, αλλά με σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης μεταξύ συμμάχων.

Ένα από τα λιγότερο συζητημένα, αλλά καθοριστικά προβλήματα συνοχής του ΝΑΤΟ είναι η αυξανόμενη ασυμμετρία απειλών. Τα κράτη-μέλη δεν αντιλαμβάνονται πλέον το στρατηγικό περιβάλλον με τον ίδιο τρόπο. Για τις χώρες της ανατολικής πτέρυγας, η Ρωσία αποτελεί άμεση, υπαρξιακή απειλή. Για κράτη της νότιας Ευρώπης, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η μετανάστευση και η τρομοκρατία θεωρούνται εξίσου κρίσιμες. Για άλλους συμμάχους, η Κίνα και ο Ινδο-Ειρηνικός αποκτούν προτεραιότητα. Όταν οι απειλές δεν ιεραρχούνται συλλογικά, η συνοχή της αποτροπής αποδυναμώνεται.

Η ύπαρξη διαφορετικών στρατηγικών προτεραιοτήτων δεν είναι νέο φαινόμενο. Εκείνο που αλλάζει είναι η απουσία ενός ενοποιητικού αφηγήματος που να συνδέει αυτές τις απειλές σε ένα συνεκτικό πλαίσιο δυτικής ασφάλειας. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η σοβιετική απειλή λειτουργούσε ως κοινός παρονομαστής. Σήμερα, η Δύση στερείται ενός αντίστοιχου, καθολικά αποδεκτού αφηγήματος. Αυτό οδηγεί σε μια κατάσταση όπου η συμμαχική δέσμευση γίνεται όλο και πιο εξαρτώμενη από εθνικούς πολιτικούς υπολογισμούς.

Η εσωτερική πολιτικοποίηση της συλλογικής άμυνας αποτελεί μία ακόμη υποτιμημένη απειλή για τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Η δέσμευση στη Συμμαχία δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως στρατηγική αναγκαιότητα, αλλά ως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Σε αρκετές χώρες, η στήριξη ή η αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ εντάσσεται σε ιδεολογικές διαιρέσεις, σε λαϊκιστικά αφηγήματα ή σε αντισυστημικές ρητορικές. Όταν η συλλογική άμυνα γίνεται αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής διαπραγμάτευσης, η αξιοπιστία της μειώνεται.

Αυτή η τάση έχει άμεσες επιπτώσεις στη δυτική συνοχή. Η Δύση, ως πολιτικό και κανονιστικό σύστημα, βασίζεται στην υπόθεση ότι ορισμένες αρχές βρίσκονται πέρα από το πεδίο της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η συλλογική ασφάλεια ήταν μία από αυτές. Η σταδιακή μετατροπή της σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής πίεσης υπονομεύει τη δυνατότητα της Συμμαχίας να λειτουργεί ως σταθερός πυλώνας διεθνούς τάξης.

Ένα ακόμη στοιχείο που δεν έχει αναλυθεί επαρκώς είναι ο κίνδυνος αυτοεκπληρούμενης αποσύνθεσης. Καθώς αυξάνονται οι δημόσιες αμφιβολίες για τη συνοχή του ΝΑΤΟ, τα κράτη-μέλη αρχίζουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους σε ένα περιβάλλον μειωμένης εμπιστοσύνης. Ενισχύουν διμερείς συμφωνίες, αναπτύσσουν παράλληλες δομές συνεργασίας και επενδύουν σε εθνικές δυνατότητες ως αντιστάθμισμα. Αυτές οι κινήσεις, αν και λογικές από εθνική σκοπιά, ενισχύουν την εντύπωση ότι η Συμμαχία δεν αποτελεί πλέον το αποκλειστικό πλαίσιο ασφάλειας.

Η αποτροπή, ωστόσο, δεν λειτουργεί αθροιστικά. Δεν ενισχύεται απλώς από περισσότερες διμερείς συμφωνίες ή από μεγαλύτερους εθνικούς στρατούς. Αντιθέτως, απαιτεί κεντρικό συντονισμό και κοινή στρατηγική αντίληψη. Όσο περισσότερο η ασφάλεια κατακερματίζεται, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να διατηρηθεί η εικόνα μιας ενιαίας και αποφασιστικής Συμμαχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κρίση δυτικής αφήγησης. Η Δύση δυσκολεύεται να αρθρώσει ένα πειστικό, εσωτερικά συνεκτικό αφήγημα για το γιατί το ΝΑΤΟ παραμένει αναγκαίο στον 21ο αιώνα. Η επιχειρηματολογία περί «αξιών» συχνά συγκρούεται με πραγματικές πολιτικές πρακτικές, ενώ η επίκληση της ασφάλειας δεν συνοδεύεται πάντα από σαφή ορισμό του τι ακριβώς απειλείται και από ποιον. Αυτή η ασάφεια αποδυναμώνει τη νομιμοποίηση της Συμμαχίας τόσο στο εσωτερικό των κρατών-μελών όσο και διεθνώς.

Η απουσία κοινού αφηγήματος έχει συνέπειες και στο επίπεδο της στρατηγικής επικοινωνίας. Αντίπαλοι και ανταγωνιστές της Δύσης εκμεταλλεύονται τις εσωτερικές αντιφάσεις, προβάλλοντας το ΝΑΤΟ ως διχασμένο, αντιφατικό και αναξιόπιστο. Ακόμη και αν αυτή η εικόνα δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, επηρεάζει την αντίληψη της αποτροπής. Η ισχύς δεν είναι μόνο υλική, αλλά και αντιληπτική.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γενεακή διάσταση της συνοχής. Οι πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ που διαμόρφωσαν το ΝΑΤΟ είχαν άμεση εμπειρία υπαρξιακής απειλής. Σήμερα, μεγάλο μέρος των κοινωνιών των κρατών-μελών δεν έχει βιώσει άμεσα έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας. Αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της συλλογικής άμυνας και το κόστος της. Η αποτροπή, χωρίς κοινωνική αποδοχή, γίνεται πολιτικά εύθραυστη.

Η Δύση, επομένως, δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα στρατηγικού συντονισμού, αλλά και πρόβλημα στρατηγικής κοινωνικοποίησης. Η διατήρηση της συνοχής του ΝΑΤΟ απαιτεί επανανοηματοδότηση της συλλογικής ασφάλειας ως κοινού αγαθού, όχι ως τεχνικού ή αποκλειστικά στρατιωτικού ζητήματος. Χωρίς αυτή τη διαδικασία, ακόμη και οι πιο προηγμένες στρατιωτικές δομές θα λειτουργούν σε περιβάλλον μειωμένης πολιτικής στήριξης.

Το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι αν το ΝΑΤΟ θα συνεχίσει να υπάρχει θεσμικά, αλλά αν θα διατηρήσει την ικανότητά του να λειτουργεί ως πηγή στρατηγικής βεβαιότητας. Μια Συμμαχία που αμφιβάλλει για τον εαυτό της εκπέμπει αδυναμία, ακόμη και αν διαθέτει υπεροπλία. Η συνοχή της Δύσης, ως ευρύτερου πολιτικού και στρατηγικού συστήματος, εξαρτάται από την ικανότητά της να ανακτήσει αυτή τη βεβαιότητα.

Σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού, η μεγαλύτερη απειλή για το ΝΑΤΟ δεν είναι η στρατιωτική πρόκληση ενός αντιπάλου, αλλά η σταδιακή απώλεια της κοινής πεποίθησης ότι η συλλογική άμυνα αξίζει το πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κόστος της. Αν αυτή η πεποίθηση χαθεί, η αποσύνθεση δεν θα έρθει με μια θεαματική ρήξη, αλλά με αργή, σχεδόν αδιόρατη αποδυνάμωση της δυτικής ενότητας.