Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως συνέχεια της πρώτης. Συνιστά μια ποιοτικά διαφορετική φάση άσκησης εξουσίας, όπου η εσωτερική πολιτική δεν λειτουργεί πλέον ως πεδίο διαχείρισης κοινωνικών ισορροπιών, αλλά ως μηχανισμός ανασυγκρότησης του ίδιου του κράτους γύρω από την εκτελεστική εξουσία. Το κρίσιμο χαρακτηριστικό αυτής της φάσης είναι ότι η ενίσχυση της προεδρίας δεν προκύπτει μόνο από θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή νομικές πρωτοβουλίες, αλλά από μια συνολική στρατηγική πειθάρχησης θεσμών, διοίκησης και κοινωνίας.

Στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η συστηματική επανανοηματοδότηση της εκτελεστικής εξουσίας ως υπέρτατου φορέα πολιτικής νομιμοποίησης. Η προεδρία παρουσιάζεται όχι ως ένας από τους τρεις ισότιμους πυλώνες του συνταγματικού συστήματος, αλλά ως ο μοναδικός αυθεντικός εκφραστής της «λαϊκής βούλησης», απέναντι σε ένα πλέγμα θεσμών που εμφανίζονται είτε ως γραφειοκρατικά εμπόδια είτε ως εστίες εχθρικής υπονόμευσης. Με αυτόν τον τρόπο, η διάκριση των εξουσιών δεν καταργείται τυπικά, αλλά απονευρώνεται λειτουργικά.

Η διοικητική αναδιάρθρωση που επιχειρείται μέσω μαζικών απολύσεων, καταργήσεων υπηρεσιών και πολιτικοποίησης της δημόσιας διοίκησης αποτελεί κεντρικό εργαλείο αυτής της διαδικασίας. Η ομοσπονδιακή γραφειοκρατία παύει να νοείται ως θεσμικός φορέας συνέχειας και επαγγελματικής ουδετερότητας και μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής πιστοποίησης. Η εργασιακή επισφάλεια λειτουργεί ως μέσο πειθαναγκασμού, ενώ η αποδυνάμωση οργανισμών με διεθνή ή κοινωνικό προσανατολισμό σηματοδοτεί την υποχώρηση του κράτους ως παρόχου δημόσιων αγαθών.

Η ενίσχυση της εκτελεστικής ισχύος συνοδεύεται από την κανονικοποίηση της εξαίρεσης. Εκτελεστικά διατάγματα, προσωρινά μέτρα και διοικητικές παρεμβάσεις χρησιμοποιούνται όχι ως απαντήσεις σε έκτακτες συνθήκες, αλλά ως μόνιμο εργαλείο διακυβέρνησης. Η εξαίρεση παύει να είναι απόκλιση από τον κανόνα και μετατρέπεται στον ίδιο τον κανόνα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον διαρκούς θεσμικής αβεβαιότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η προβλεψιμότητα του δικαίου αντικαθίσταται από την προβλεψιμότητα της ισχύος.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η σχέση της εκτελεστικής εξουσίας με τη δικαιοσύνη. Χωρίς να αμφισβητείται ανοιχτά η ανεξαρτησία της, η δικαστική εξουσία τίθεται υπό έμμεση πίεση μέσω πολιτικών δηλώσεων, επιλεκτικών ερευνών και δημόσιων αμφισβητήσεων της νομιμοποίησής της. Το αποτέλεσμα δεν είναι η άμεση υπαγωγή της δικαιοσύνης στην προεδρία, αλλά η δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι θεσμικοί φραγμοί διστάζουν να λειτουργήσουν με την ίδια ένταση.

Παράλληλα, η εκτελεστική ενίσχυση συμπληρώνεται από την αναδιάρθρωση της σχέσης κράτους–κοινωνίας. Ο φόβος αναδεικνύεται σε κεντρικό μηχανισμό πολιτικής συμμόρφωσης, όχι μέσω γενικευμένης καταστολής, αλλά μέσω στοχευμένων, παραδειγματικών ενεργειών. Η επιλεκτική εφαρμογή της ισχύος παράγει ένα διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας που οδηγεί σε αυτοπεριορισμό της πολιτικής και κοινωνικής δράσης. Η συμμετοχή στον δημόσιο χώρο γίνεται υπό όρους.

Η διαχείριση της μετανάστευσης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Η πολιτική δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στον έλεγχο των συνόρων, αλλά στη συμβολική επαναχάραξη της έννοιας της ένταξης και της ιδιότητας του πολίτη. Το κράτος εμφανίζεται ως δύναμη που μπορεί να ανακαλεί δικαιώματα, να επανακαθορίζει καθεστώτα και να μετατρέπει τη νομική ασφάλεια σε προνόμιο υπό όρους. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική μετατόπιση, με συνέπειες που υπερβαίνουν το μεταναστευτικό ζήτημα.

Τα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης και οι επαγγελματικές ελίτ αντιμετωπίζονται ως αυτόνομοι πόλοι ισχύος που πρέπει να ευθυγραμμιστούν ή να αποδυναμωθούν. Η οικονομική πίεση, η αμφισβήτηση της κοινωνικής τους χρησιμότητας και η δημόσια στοχοποίηση λειτουργούν ως μέσα αναδιάταξης του πεδίου γνώσης και πληροφόρησης. Η εκτελεστική εξουσία δεν επιδιώκει απαραίτητα τον άμεσο έλεγχο, αλλά την αποτροπή της οργανωμένης αντίστασης.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η πορεία αυτή μπορεί να περιγραφεί ως μετάβαση προς ένα προεδρικό κράτος μεταδημοκρατικού τύπου, όπου οι τυπικοί δημοκρατικοί θεσμοί συνυπάρχουν με μια ουσιαστική συγκέντρωση ισχύος. Η λαϊκή εντολή αναγορεύεται σε υπέρτατο επιχείρημα, αποσυνδεδεμένο από θεσμικούς περιορισμούς και διαδικαστικές εγγυήσεις. Η δημοκρατία μετατρέπεται σε μηχανισμό επικύρωσης, όχι σε πλαίσιο ελέγχου.

Η σημασία αυτής της εσωτερικής αναδιάρθρωσης υπερβαίνει τα αμερικανικά σύνορα. Το αμερικανικό πολιτειακό μοντέλο, ιστορικά σημείο αναφοράς, εκπέμπει πλέον ένα διαφορετικό σήμα: ότι η αποτελεσματικότητα και η ισχύς μπορούν να υπερισχύσουν της θεσμικής αυτοσυγκράτησης. Το μήνυμα αυτό βρίσκει απήχηση σε πολιτικά συστήματα που ήδη κινούνται προς αυταρχικότερες μορφές διακυβέρνησης.

Η δεύτερη θητεία Τραμπ, στο εσωτερικό πεδίο, δεν αποτελεί απλώς πολιτική στροφή, αλλά θεσμικό πείραμα υψηλού ρίσκου. Το ερώτημα δεν είναι αν οι δημοκρατικοί θεσμοί θα καταρρεύσουν άμεσα, αλλά αν θα εξέλθουν από αυτή την περίοδο λειτουργικά αποδυναμωμένοι και πολιτικά αναθεωρημένοι.