Η δεύτερη θητεία Τραμπ σηματοδοτεί μια μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο η έννοια της εθνικής ασφάλειας ενσωματώνεται στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ασφάλεια παύει να αποτελεί αποκλειστικά πεδίο εξωτερικής στρατηγικής και μετατρέπεται σε κεντρικό άξονα εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης. Η διαδικασία αυτή εντάσσεται θεωρητικά στο πλαίσιο της «πολιτικοποίησης της ασφάλειας», όπου η έννοια της απειλής διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές.

Η διάκριση μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού εχθρού καθίσταται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη.Οι κοινωνικές κινητοποιήσεις και η πολιτική διαφωνία επαναπλαισιώνονται ως ζητήματα τάξης και ασφάλειας. Η μετατόπιση αυτή επιτρέπει την κανονικοποίηση μέτρων επιτήρησης και ελέγχου που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν εξαιρετικά ή προσωρινά.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναδιάταξη των πολιτικο-στρατιωτικών σχέσεων. Αν και ο αμερικανικός στρατός διατηρεί θεσμικά την υπαγωγή του στην πολιτική ηγεσία, παρατηρείται αυξανόμενη συμβολική και επιχειρησιακή εμπλοκή του σε εσωτερικά πλαίσια. Η στρατιωτική ισχύς αποκτά επικοινωνιακή λειτουργία, λειτουργώντας ως ορατό σύμβολο κρατικής αποφασιστικότητας και ελέγχου.

Η ασφάλεια μετατρέπεται σε στοιχείο πολιτικής ταυτότητας. Η κυβέρνηση παρουσιάζεται ως μοναδικός φορέας ικανός να εγγυηθεί την επιβίωση του έθνους σε έναν κόσμο που περιγράφεται συστηματικά ως απειλητικός. Αυτή η αφήγηση νομιμοποιεί τη συγκέντρωση εξουσιών, τον περιορισμό δικαιωμάτων και τη διεύρυνση των μηχανισμών καταστολής.

Σε διεθνές επίπεδο, η εσωτερική αυτή χρήση της ασφάλειας επηρεάζει και τη στρατηγική συμπεριφορά των ΗΠΑ. Η αποτροπή αποκτά διττή λειτουργία: αφενός εξωτερική, αφετέρου εσωτερική, ως μηχανισμός πειθάρχησης και συνοχής. Η σύζευξη στρατιωτικής ισχύος και εσωτερικής πολιτικής αλλοιώνει τις παραδοσιακές δημοκρατικές ισορροπίες.

Η μακροπρόθεσμη συνέπεια είναι η εξοικείωση της κοινωνίας με την παρουσία της ισχύος στην καθημερινότητα. Η ασφάλεια παύει να αποτελεί εξαίρεση και μετατρέπεται σε μόνιμο καθεστώς. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική διαφωνία επαναπροσδιορίζεται ως δυνητική απειλή και η δημοκρατική λογοδοσία καθίσταται ολοένα δυσκολότερη.

Η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Τραμπ 2.0 αναδεικνύει με σαφήνεια έναν ευρύτερο παγκόσμιο μετασχηματισμό: τη μετατροπή της ασφάλειας από συλλογικό αγαθό σε μηχανισμό πολιτικής κυριαρχίας. Πρόκειται για μια εξέλιξη που υπερβαίνει το αμερικανικό πλαίσιο και θέτει θεμελιώδη ερωτήματα για το μέλλον των δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων στον 21ο αιώνα.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η αμερικανική εμπειρία εντάσσεται στο υπόδειγμα της «μόνιμης εξαίρεσης», όπου τα έκτακτα μέτρα ασφάλειας παύουν να έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ενσωματώνονται στη θεσμική κανονικότητα. Η εξαίρεση δεν ανακοινώνεται ρητά, αλλά προκύπτει σωρευτικά μέσα από πρακτικές, ρητορικές και διοικητικές αποφάσεις. Η δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί τυπικά, αλλά σε ένα περιβάλλον διαρκούς επιτήρησης και αυξημένης κρατικής διακριτικής ευχέρειας.

Η επίδραση αυτής της εξέλιξης στην κοινωνική συνοχή είναι καθοριστική. Όταν η ασφάλεια μετατρέπεται σε κυρίαρχο πλαίσιο ερμηνείας της πολιτικής ζωής, η κοινωνική διαφωνία απονομιμοποιείται και η πολιτική συμμετοχή περιορίζεται. Οι πολίτες εσωτερικεύουν την ιδέα ότι η σταθερότητα προηγείται της ελευθερίας, αποδεχόμενοι περιορισμούς που άλλοτε θα θεωρούνταν αδιανόητοι.

Σε μακροπρόθεσμη προοπτική, η πολιτικοποίηση της ασφάλειας δημιουργεί ένα αυτοτροφοδοτούμενο σύστημα. Η αίσθηση απειλής δικαιολογεί την ενίσχυση της ισχύος, ενώ η αυξημένη ισχύς παράγει νέες μορφές κοινωνικής έντασης που με τη σειρά τους παρουσιάζονται ως πρόσθετες απειλές. Ο κύκλος αυτός καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επιστροφή σε ένα καθεστώς πλήρους δημοκρατικής λογοδοσίας.