Η συγκριτική ανάλυση μεταξύ της Γροιλανδίας και της Ανατολικής Μεσογείου προσφέρει ένα εξαιρετικά γόνιμο θεωρητικό και αναλυτικό πλαίσιο για την κατανόηση της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής. Παρότι πρόκειται για δύο γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά ανόμοιες περιοχές, εντούτοις παρουσιάζουν βαθιές δομικές ομοιότητες ως προς τον τρόπο με τον οποίο εντάσσονται στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος. Και στις δύο περιπτώσεις, η κυριαρχία δεν αμφισβητείται μόνο στο επίπεδο του δικαίου, αλλά κυρίως στο επίπεδο της πράξης, μέσω έμμεσων ή άμεσων αναθεωρητικών στρατηγικών.
Σε θεωρητικό επίπεδο, και οι δύο περιοχές αποτελούν παραδείγματα «γεωπολιτικών κόμβων», δηλαδή χώρων στους οποίους συμπυκνώνονται στρατηγικές μεταβλητές όπως ενεργειακοί πόροι, θαλάσσιες οδοί, στρατιωτικές υποδομές και θεσμική ασάφεια. Η Γροιλανδία, λόγω της θέσης της στην Αρκτική και της στρατηγικής της σημασίας για την αντιπυραυλική άμυνα και τον έλεγχο του Βορείου Ατλαντικού, και η Ανατολική Μεσόγειος, λόγω των υδρογονανθράκων, των θαλάσσιων ζωνών και της εγγύτητας σε περιοχές αστάθειας, λειτουργούν ως πεδία όπου δοκιμάζονται τα όρια της διεθνούς τάξης.
Η πρώτη κρίσιμη ομοιότητα αφορά τη διάκριση μεταξύ νομικής και στρατηγικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση της Γροιλανδίας, η νομική κυριαρχία ανήκει στη Δανία, ενώ η στρατηγική κυριαρχία ασκείται σε σημαντικό βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω στρατιωτικής παρουσίας και γεωστρατηγικού ελέγχου. Στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτουν πλήρη νομική κυριαρχία βάσει διεθνούς δικαίου, αλλά αντιμετωπίζουν αμφισβητήσεις στην πράξη μέσω στρατιωτικής πίεσης, υβριδικών μεθόδων και δημιουργίας τετελεσμένων.
Η δεύτερη ομοιότητα αφορά τον ρόλο των αναθεωρητικών στρατηγικών. Στην Αρκτική, η Ρωσία και σε μικρότερο βαθμό η Κίνα επιδιώκουν την αναδιαμόρφωση των κανόνων πρόσβασης, ελέγχου και εκμετάλλευσης πόρων. Στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία ακολουθεί μια συστηματική πολιτική αμφισβήτησης διεθνών συνθηκών και νομικών πλαισίων, προβάλλοντας εναλλακτικές ερμηνείες κυριαρχίας. Και στις δύο περιπτώσεις, η αναθεώρηση δεν ξεκινά με ευθεία στρατιωτική σύγκρουση, αλλά με νομικοπολιτική αμφισβήτηση, γκρίζες ζώνες και σταδιακή μετατόπιση των ορίων του αποδεκτού.
Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ των δύο περιοχών είναι εξίσου αποκαλυπτικές. Η Γροιλανδία εντάσσεται σε ένα περιβάλλον όπου οι μεγάλες δυνάμεις, παρά τον ανταγωνισμό τους, διατηρούν ακόμη υψηλό βαθμό θεσμικής αυτοσυγκράτησης. Στην Ανατολική Μεσόγειο, αντιθέτως, ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται πιο άμεσα, με υψηλή πιθανότητα θερμών επεισοδίων και μεγαλύτερη αστάθεια. Αυτό οφείλεται τόσο στη γεωγραφική εγγύτητα των αντιμαχόμενων δρώντων όσο και στη βαρύτητα ιστορικών συγκρούσεων και ανοιχτών εθνικών ζητημάτων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαφορετική θέση των θεσμών. Στην Αρκτική, το Αρκτικό Συμβούλιο, παρά τους περιορισμούς του, λειτούργησε ως πλαίσιο διαλόγου και αποκλιμάκωσης. Στην Ανατολική Μεσόγειο, απουσιάζει ένας αντίστοιχος περιφερειακός θεσμός με πραγματική δυνατότητα διαχείρισης κρίσεων. Αυτό καθιστά τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ κρίσιμο, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει τα όρια της συλλογικής ασφάλειας όταν τα συμφέροντα των μελών δεν ταυτίζονται πλήρως.
Για την Ελλάδα, η σύγκριση αυτή έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, ως στρατηγική status quo, βασίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι η αποδυνάμωση των κανόνων σε οποιοδήποτε σημείο του διεθνούς συστήματος λειτουργεί σωρευτικά. Μια μονομερής αμφισβήτηση της κυριαρχίας στη Γροιλανδία, ακόμη και αν δεν αφορά άμεσα την Ελλάδα, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο που μπορεί να αξιοποιηθεί σε άλλες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Μεσογείου.
Σε επίπεδο θεωρίας διεθνών σχέσεων, η σύγκριση Γροιλανδίας – Ανατολικής Μεσογείου αναδεικνύει τη μετάβαση από μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες σε ένα υβριδικό σύστημα, όπου οι κανόνες συνυπάρχουν με την ωμή ισχύ. Τα κράτη που επιδιώκουν τη διατήρηση του status quo, όπως η Ελλάδα, επενδύουν στη θεσμική συνέχεια, ενώ οι αναθεωρητικές δυνάμεις επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τις γκρίζες ζώνες μεταξύ νομιμότητας και ισχύος.
Στρατηγικά, το βασικό δίδαγμα από τη σύγκριση είναι ότι η κυριαρχία στον 21ο αιώνα δεν αμφισβητείται πλέον μόνο με στρατεύματα, αλλά με αφηγήματα, νομικές ερμηνείες, οικονομική διείσδυση και επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου. Η Ελλάδα, όπως και η Δανία στην περίπτωση της Γροιλανδίας, καλείται να συνδυάσει στρατιωτική αποτροπή, διπλωματική κινητοποίηση και θεσμική αξιοπιστία.
Συμπερασματικά, η συγκριτική ανάλυση Γροιλανδίας και Ανατολικής Μεσογείου καταδεικνύει ότι οι γεωπολιτικές συγκρούσεις του μέλλοντος δεν θα διεξάγονται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά πρωτίστως στα πεδία της νομιμότητας, της ερμηνείας και της θεσμικής αντοχής. Για κράτη όπως η Ελλάδα, η στρατηγική επιλογή της διατήρησης του status quo δεν είναι απλώς αμυντική στάση, αλλά ενεργή μορφή ισχύος σε ένα διεθνές σύστημα αυξανόμενης αβεβαιότητας και αναθεωρητισμού.
Πρόσφατα σχόλια