.Στη σύγχρονη διεθνή πολιτική ανάλυση, η έννοια της σταθερότητας συχνά αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο ζητούμενο, ως μια επιθυμητή κατάσταση ισορροπίας που προκύπτει όταν απουσιάζουν μεγάλες συγκρούσεις ή έντονες ανατροπές. Η αντίληψη αυτή, ωστόσο, αποδεικνύεται ολοένα και πιο ανεπαρκής για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα ενός διεθνούς συστήματος που χαρακτηρίζεται από διαρκή ρευστότητα, πολλαπλές εστίες έντασης και ασύμμετρες απειλές. Η σταθερότητα δεν αποτελεί πλέον φυσική κατάληξη της ισορροπίας ισχύος ούτε αποτέλεσμα αυτόματης θεσμικής λειτουργίας. Αντίθετα, μετατρέπεται σε ενεργητική πολιτική στρατηγική, η οποία απαιτεί συνεχή διαχείριση, επενδύσεις πόρων, ανάληψη ρίσκου και αποδοχή κόστους.

Η μετατόπιση αυτή έχει βαθιές θεωρητικές και πρακτικές συνέπειες. Σε ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες αμφισβητούνται και η ισχύς διαπραγματεύεται, η σταθερότητα δεν μπορεί να οριστεί ως στατική ισορροπία. Πρόκειται για δυναμική διαδικασία, αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που αποσκοπούν στον περιορισμό της αστάθειας χωρίς να εξαλείφουν απαραίτητα τις υποκείμενες αντιθέσεις. Η σταθερότητα, υπό αυτή την έννοια, δεν ταυτίζεται με την ειρήνη, αλλά με τη διαχείριση της σύγκρουσης σε ελεγχόμενα πλαίσια.

Ιστορικά, η σταθερότητα συνδέθηκε με την έννοια της ισορροπίας ισχύος. Κατά την κλασική ρεαλιστική προσέγγιση, η σταθερότητα προέκυπτε όταν κανένας δρων δεν είχε επαρκή ισχύ για να επιβάλει μονομερώς τη θέλησή του. Στο μεταπολεμικό σύστημα, η έννοια εμπλουτίστηκε με κανονιστικά στοιχεία: θεσμοί, διεθνές δίκαιο και συλλογικές ρυθμίσεις ασφαλείας υποτίθεται ότι παρήγαγαν σταθερότητα μέσω προβλεψιμότητας. Σήμερα, και τα δύο αυτά υποδείγματα εμφανίζουν όρια. Η πολυπολικότητα, η τεχνολογική επιτάχυνση και η διάχυση ισχύος σε μη κρατικούς δρώντες καθιστούν την ισορροπία εύθραυστη και τη θεσμική σταθερότητα αβέβαιη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σταθερότητα επαναπροσδιορίζεται ως πολιτική επιλογή. Τα κράτη που επιδιώκουν σταθερό περιβάλλον ασφαλείας δεν μπορούν να βασιστούν στην αδράνεια ή στην απλή επίκληση κανόνων. Οφείλουν να επενδύουν ενεργά στη διαχείριση κρίσεων, στην αποτροπή μέσω αξιοπιστίας και στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας ακόμη και με ανταγωνιστές. Η σταθερότητα απαιτεί πολιτική βούληση, συνεχή παρουσία και ικανότητα ταχείας προσαρμογής.

Κρίσιμο στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι η αποδοχή ότι η σταθερότητα έχει κόστος. Η διατήρηση ενός σταθερού περιβάλλοντος συχνά συνεπάγεται συμβιβασμούς, περιορισμό βραχυπρόθεσμων κερδών και ανάληψη ευθυνών που δεν αποφέρουν άμεσα πολιτικά οφέλη. Τα κράτη που επιλέγουν τη στρατηγική της σταθερότητας συχνά κατηγορούνται για συντηρητισμό ή έλλειψη φιλοδοξίας, ωστόσο στην πραγματικότητα αναλαμβάνουν το βάρος της αποτροπής της αποσταθεροποίησης. Η σταθερότητα, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι παθητική επιλογή, αλλά μορφή ενεργητικής ανάληψης ευθύνης.

Η στρατηγική της σταθερότητας διαφοροποιείται σαφώς από την πολιτική της αναθεώρησης. Ενώ οι αναθεωρητικές δυνάμεις επιδιώκουν τη μεταβολή του status quo, οι δυνάμεις σταθερότητας στοχεύουν στη διατήρηση ενός λειτουργικού πλαισίου, ακόμη και αν αυτό δεν είναι απολύτως δίκαιο ή ιδανικό. Η επιλογή αυτή δεν βασίζεται σε ηθική αδράνεια, αλλά σε υπολογισμό κόστους–οφέλους. Η ανατροπή ενός ατελούς συστήματος ενδέχεται να οδηγήσει σε χαοτική μετάβαση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η σταθερότητα συνδέεται άρρηκτα με τη διαχείριση κρίσεων χαμηλής και μεσαίας έντασης. Οι κρίσεις αυτές δεν επιλύονται οριστικά, αλλά «παγώνουν», μετατρέπονται σε ελεγχόμενες καταστάσεις έντασης. Η στρατηγική επιτυχία δεν έγκειται στην τελική επίλυση, αλλά στη διατήρηση της έντασης κάτω από το κατώφλι της γενικευμένης σύγκρουσης. Αυτό απαιτεί θεσμική μνήμη, διπλωματική συνέχεια και επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Η σταθερότητα ως στρατηγική συνδέεται επίσης με την έννοια της αξιοπιστίας. Κράτη που προβάλλουν σταθερή και προβλέψιμη συμπεριφορά αποκτούν δυσανάλογη επιρροή, καθώς θεωρούνται αξιόπιστοι εταίροι και διαμεσολαβητές. Η αξιοπιστία αυτή δεν οικοδομείται ρητορικά, αλλά μέσα από συνεπή πολιτική πρακτική. Η σταθερότητα, επομένως, λειτουργεί και ως μορφή άυλης ισχύος.

Ωστόσο, η στρατηγική της σταθερότητας δεν είναι χωρίς κινδύνους. Η υπερβολική προσκόλληση στη διατήρηση του status quo μπορεί να οδηγήσει σε στρατηγική αδράνεια και απώλεια πρωτοβουλίας. Όταν οι συνθήκες αλλάζουν ραγδαία, η σταθερότητα μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα, καθιστώντας το κράτος αντιδραστικό αντί προδραστικό. Η πρόκληση έγκειται στη διάκριση μεταξύ σταθερότητας ως ενεργητικής στρατηγικής και στασιμότητας ως πολιτικής αδυναμίας.

Σημαντική διάσταση της σταθερότητας ως πολιτικής επιλογής είναι και η εσωτερική της διάσταση. Κράτη με εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσκολεύονται να λειτουργήσουν ως παράγοντες σταθερότητας στο διεθνές σύστημα. Η εξωτερική σταθερότητα προϋποθέτει εσωτερική θεσμική συνοχή, πολιτική συνέχεια και κοινωνική ανθεκτικότητα. Η σταθερότητα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά συνολικής κρατικής ικανότητας.

Σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, η σταθερότητα αποκτά και προληπτικό χαρακτήρα. Η έγκαιρη ανάγνωση κινδύνων, η αποφυγή κλιμακώσεων και η δημιουργία μηχανισμών αποκλιμάκωσης αποτελούν κεντρικά εργαλεία. Η πολιτική της σταθερότητας δεν αποσκοπεί στην εξάλειψη των ανταγωνισμών, αλλά στη διαχείρισή τους με τρόπο που ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης σύγκρουσης.

Για τις μεσαίες και μικρές δυνάμεις, η στρατηγική της σταθερότητας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σε ένα σύστημα όπου η ισχύς είναι άνισα κατανεμημένη, η σταθερότητα λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοπροστασίας. Μέσω της προσήλωσης στη σταθερότητα, τα κράτη αυτά επιδιώκουν να περιορίσουν τα περιθώρια μονομερούς επιβολής από ισχυρότερους δρώντες και να ενισχύσουν τη θεσμική τους ασφάλεια.

Η σταθερότητα, τέλος, δεν αποτελεί τελικό προορισμό αλλά διαρκή διαδικασία. Η επιτυχία της δεν μετράται με την απουσία γεγονότων, αλλά με την ικανότητα απορρόφησης κραδασμών. Ένα σταθερό σύστημα δεν είναι αυτό που δεν δοκιμάζεται, αλλά αυτό που αντέχει στις δοκιμασίες χωρίς να καταρρέει. Υπό αυτή την έννοια, η σταθερότητα είναι μορφή στρατηγικής ανθεκτικότητας.

Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, η επανανοηματοδότηση της σταθερότητας ως ενεργητικής πολιτικής στρατηγικής αποτελεί αναγκαία προσαρμογή. Όσα κράτη εξακολουθούν να την αντιμετωπίζουν ως αυτονόητη κατάσταση κινδυνεύουν να αιφνιδιαστούν από την ταχύτητα και την ένταση των εξελίξεων. Αντιθέτως, όσα επενδύουν συνειδητά στη σταθερότητα ως στρατηγική επιλογή αποκτούν πλεονέκτημα επιβίωσης και επιρροής σε ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από διαρκή μετάβαση.