Η συζήτηση για τη μετάβαση του διεθνούς συστήματος από τη μονοπολική στιγμή των Ηνωμένων Πολιτειών σε μία νέα, υποτιθέμενα κινεζοκεντρική τάξη συχνά πάσχει από μια θεμελιώδη θεωρητική σύγχυση: την ταύτιση της υλικής ισχύος και της οικονομικής μεγέθυνσης με την έννοια της υπερδύναμης και, κυρίως, με την έννοια της ηγεμονίας. Η Κίνα έχει αναμφίβολα επιτύχει μια ιστορικά πρωτοφανή οικονομική άνοδο, μετασχηματιζόμενη μέσα σε λίγες δεκαετίες από περιφερειακή δύναμη σε κεντρικό πυλώνα της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, η οικονομική ισχύς, ακόμη και όταν είναι τεράστια, δεν επαρκεί από μόνη της για να συγκροτήσει κανονιστική ηγεμονία ή να υποκαταστήσει τον ρόλο που άσκησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η αμερικανική ηγεμονία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή, αλλά στην ικανότητα των ΗΠΑ να διαμορφώσουν και να επιβάλουν ένα διεθνές κανονιστικό πλαίσιο το οποίο, παρά τις ανισότητες και τις αντιφάσεις του, έγινε αποδεκτό ως σημείο αναφοράς από μεγάλο μέρος του διεθνούς συστήματος. Θεσμοί, κανόνες, οικονομικά πρότυπα και πολιτικές αξίες συγκρότησαν ένα συνεκτικό πλέγμα, μέσα στο οποίο η αμερικανική ισχύς παρουσιαζόταν όχι μόνο ως δύναμη επιβολής, αλλά και ως φορέας τάξης. Η Κίνα, αντίθετα, παρά την εντυπωσιακή οικονομική της διείσδυση, δεν έχει κατορθώσει να προτείνει ένα αντίστοιχο, ελκυστικό και καθολικά αναγνωρίσιμο κανονιστικό πρότυπο.

Η κινεζική οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε σε ένα ιδιότυπο μοντέλο κρατικού καπιταλισμού, αυστηρού πολιτικού ελέγχου και επιλεκτικής ενσωμάτωσης στις παγκόσμιες αγορές. Το μοντέλο αυτό αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματικό για την εσωτερική συσσώρευση ισχύος, αλλά δύσκολα μεταφράζεται σε διεθνικό πρότυπο. Τα περισσότερα κράτη μπορούν να συναλλάσσονται με την Κίνα, να επωφελούνται από τις επενδύσεις ή το εμπόριό της, αλλά δεν επιδιώκουν να μιμηθούν το πολιτικό και θεσμικό της υπόδειγμα. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το όριο μεταξύ οικονομικού γίγαντα και ηγεμονικής δύναμης.

Η Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Παρουσιάζεται συχνά ως απόδειξη της κινεζικής παγκόσμιας φιλοδοξίας, όμως στην πράξη λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο διμερούς επιρροής και γεωοικονομικής διείσδυσης παρά ως βάση συγκρότησης μιας νέας διεθνούς τάξης. Οι υποδομές, τα δάνεια και τα έργα που τη συνοδεύουν δεν ενσωματώνονται σε ένα σαφές σύστημα κανόνων κοινά αποδεκτών, αλλά εξαρτώνται από ασύμμετρες σχέσεις ισχύος, ενισχύοντας συχνά την καχυποψία αντί της νομιμοποίησης.

Η απουσία κανονιστικής ηγεμονίας της Κίνας δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα επικοινωνίας ή εικόνας, αλλά δομικό χαρακτηριστικό της διεθνούς της παρουσίας. Η κινεζική στρατηγική αποφεύγει τη ρητή ανάληψη ρόλου παγκόσμιου ρυθμιστή, προτάσσοντας την αρχή της μη παρέμβασης και της κυριαρχικής ισοτιμίας. Ωστόσο, σε έναν κόσμο αυξημένης πολυπλοκότητας, η άρνηση ανάληψης κανονιστικής ευθύνης μεταφράζεται σε αδυναμία ηγεμονίας. Η ισχύς χωρίς κανόνες δεν συγκροτεί τάξη, αλλά παράγει αβεβαιότητα.

Η Κίνα, συνεπώς, βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση: διαθέτει την οικονομική ισχύ για να αμφισβητεί την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, αλλά όχι την κανονιστική και ιδεολογική ικανότητα να την αντικαταστήσει. Το διεθνές σύστημα δεν μεταβαίνει σε μια νέα μονοπολική τάξη με κινεζικό κέντρο, αλλά σε μια φάση διάχυτης ισχύος χωρίς σαφή ηγεμόνα. Η κατανόηση αυτού του διαχωρισμού είναι κρίσιμη για την ανάλυση της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής και αποτελεί το αναγκαίο θεωρητικό υπόβαθρο για την εξέταση της κινεζικής ήπιας ισχύος και των ορίων της.

Η αδυναμία της Κίνας να συγκροτήσει κανονιστική ηγεμονία συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ίδια την έννοια της διεθνούς τάξης. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες επεδίωξαν τη θεσμοποίηση της ισχύος τους μέσα από ένα πλέγμα διεθνών οργανισμών, κανόνων και αξιακών αναφορών, το Πεκίνο αντιμετωπίζει την τάξη πρωτίστως ως συνάρτηση ισορροπίας ισχύος και όχι ως σύστημα κοινών δεσμεύσεων. Αυτή η προσέγγιση περιορίζει εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα της Κίνας να εμφανιστεί ως παγκόσμιος πάροχος σταθερότητας.

Η κινεζική στρατηγική δίνει έμφαση στη διατήρηση μέγιστης ευελιξίας. Η αποφυγή σαφών δεσμεύσεων, η προτεραιότητα στη διμερή διαπραγμάτευση και η επιλεκτική εφαρμογή κανόνων προσφέρουν στο Πεκίνο βραχυπρόθεσμα πλεονεκτήματα, αλλά υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη εμπιστοσύνη. Η κανονιστική ηγεμονία προϋποθέτει προβλεψιμότητα και αίσθηση συλλογικού οφέλους, στοιχεία που απουσιάζουν από μια στρατηγική βασισμένη κυρίως στη συναλλακτικότητα.

Η στάση της Κίνας απέναντι στους υφιστάμενους διεθνείς θεσμούς αποκαλύπτει αυτή την αντίφαση. Το Πεκίνο συμμετέχει ενεργά σε οργανισμούς όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου ή ο ΟΗΕ, όχι όμως με στόχο τη μεταρρύθμιση και την ηγεσία τους, αλλά ως μέσο προστασίας και προώθησης εθνικών συμφερόντων. Η επιλεκτική συμμόρφωση με κανόνες ενισχύει την εικόνα μιας δύναμης που αξιοποιεί το σύστημα χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος της διατήρησής του.

Παράλληλα, η οικονομική επιρροή της Κίνας συχνά δημιουργεί εξαρτήσεις αντί για συναίνεση. Τα δάνεια, οι επενδύσεις και οι εμπορικές σχέσεις συνοδεύονται από όρους που ενισχύουν την ασυμμετρία ισχύος, ιδίως έναντι αναπτυσσόμενων κρατών. Η εμπειρία αυτή ενισχύει την αντίληψη της Κίνας ως ισχυρού εταίρου αλλά όχι ως θεσμικού ηγέτη. Η ηγεμονία, ιστορικά, απαιτεί όχι μόνο τη δυνατότητα επιβολής κόστους, αλλά και την παροχή συλλογικών αγαθών.

Η σύγκριση με την αμερικανική εμπειρία αναδεικνύει με σαφήνεια αυτή τη διαφορά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επένδυσαν στη δημιουργία ενός συστήματος κανόνων που, παρά τα προφανή τους πλεονεκτήματα, παρείχαν στα υπόλοιπα κράτη προβλεψιμότητα, πρόσβαση και ένα ελάχιστο πλαίσιο ασφάλειας. Η Κίνα, αντιθέτως, εμφανίζεται απρόθυμη να αναλάβει παρόμοιο ρόλο, καθώς κάτι τέτοιο θα περιόριζε την κυριαρχική της ευελιξία.

Η κανονιστική αδυναμία της Κίνας εντείνεται από τις εσωτερικές της δομές. Το πολιτικό σύστημα, βασισμένο σε αυστηρό έλεγχο, περιορίζει τη δυνατότητα εξαγωγής αξιών και προτύπων που θα μπορούσαν να γίνουν ελκυστικά διεθνώς. Η έλλειψη διαφάνειας, η απουσία ανεξάρτητων θεσμών και οι περιορισμοί στις ατομικές ελευθερίες λειτουργούν αποτρεπτικά για κράτη και κοινωνίες που αναζητούν πρότυπα διακυβέρνησης και όχι απλώς οικονομικές συναλλαγές.

Σε τελική ανάλυση, η Κίνα ενσαρκώνει το παράδοξο μιας δύναμης που διαθέτει τεράστια οικονομική ισχύ αλλά στερείται της θεσμικής και κανονιστικής βάσης για να μετατραπεί σε πλήρη υπερδύναμη. Η άνοδος της δεν οδηγεί σε αντικατάσταση της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά σε μια μεταβατική φάση διεθνούς αβεβαιότητας. Το διεθνές σύστημα εισέρχεται έτσι σε μια εποχή όπου η ισχύς αυξάνεται χωρίς να μεταφράζεται σε τάξη, επιβεβαιώνοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι, δεν αρκεί για τη συγκρότηση παγκόσμιας ηγεμονίας.

Η απροθυμία της Κίνας να αναλάβει το κόστος της παγκόσμιας σταθερότητας αναδεικνύεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στον τρόπο που διαχειρίζεται κρίσιμα διεθνή ζητήματα συλλογικής δράσης. Σε τομείς όπως η ασφάλεια των θαλασσίων οδών, η διαχείριση χρηματοπιστωτικών κρίσεων ή η παροχή διεθνών δημόσιων αγαθών, το Πεκίνο επωφελείται από τις υφιστάμενες δομές χωρίς να επιδιώκει να τις αντικαταστήσει ή να τις χρηματοδοτήσει ισοδύναμα. Η στάση αυτή ενισχύει την εικόνα μιας δύναμης που λειτουργεί ως ωφελούμενος του συστήματος και όχι ως εγγυητής του.

Η έννοια του «free riding» δεν αποδίδει απλώς μια τακτική επιλογή, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη στρατηγική κουλτούρα. Η κινεζική εξωτερική πολιτική αποφεύγει συστηματικά τη δέσμευση σε ρόλους που συνεπάγονται υψηλό πολιτικό και οικονομικό κόστος χωρίς άμεσο και απτό όφελος. Η ανάληψη κανονιστικής ηγεμονίας, ωστόσο, προϋποθέτει ακριβώς αυτή την προθυμία: τη διάθεση να επενδύσει κανείς πόρους και κύρος για τη διατήρηση μιας τάξης από την οποία ωφελούνται και άλλοι.

Η στρατηγική ασάφεια που χαρακτηρίζει την κινεζική παγκόσμια στάση λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας της εθνικής της αυτονομίας, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει την ελκυστικότητά της ως ηγεμονικής δύναμης. Κράτη και διεθνείς δρώντες αναζητούν προβλεψιμότητα, κανόνες και εγγυήσεις. Η αδυναμία της Κίνας να προσφέρει ένα σαφές πλαίσιο δεσμεύσεων ενισχύει την αντίληψη ότι η άνοδός της αυξάνει την αβεβαιότητα αντί να τη μειώνει.

Η κανονιστική υστέρηση της Κίνας γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε περιόδους κρίσης. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες ιστορικά λειτούργησαν ως «ύστατος δανειστής» ή στρατηγικός σταθεροποιητής, το Πεκίνο επιλέγει περιορισμένη και επιλεκτική εμπλοκή. Αυτή η στάση, αν και συνεπής με μια ρεαλιστική αντίληψη της ισχύος, αποκαλύπτει τα όρια της κινεζικής φιλοδοξίας να ηγηθεί ενός παγκόσμιου συστήματος.

Η συσσωρευτική επίδραση αυτών των επιλογών είναι η διαμόρφωση ενός διεθνούς περιβάλλοντος όπου η κινεζική ισχύς γίνεται αντιληπτή ως παράγοντας πίεσης, αλλά όχι ως πηγή τάξης. Η απουσία κανονιστικής πρωτοβουλίας μετατρέπει την οικονομική και πολιτική ισχύ σε εργαλείο διαπραγμάτευσης και όχι σε θεμέλιο ηγεμονίας. Η Κίνα μπορεί να επηρεάζει αποφάσεις, να καθυστερεί διαδικασίες ή να δημιουργεί εναλλακτικά φόρα, αλλά δεν κατορθώνει να συγκροτήσει ένα συνεκτικό σύστημα κανόνων.

Συνεπώς, η κινεζική άνοδος δεν οδηγεί σε μια ομαλή μετάβαση ηγεμονίας, αλλά σε μια ενδιάμεση φάση. Η απουσία διάδοχου ηγεμόνα δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της αμερικανικής επιρροής, αλλά την αποδυνάμωση της ικανότητας του συστήματος να αυτορρυθμίζεται. Η Κίνα, παρά το μέγεθος και τη δυναμική της, δεν προσφέρει την κανονιστική αρχιτεκτονική που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το υφιστάμενο πλαίσιο.

Σε τελική σύνθεση, η Κίνα αναδεικνύεται ως καθοριστικός αλλά μη ηγεμονικός δρων. Η οικονομική της ισχύς μεταβάλλει τους συσχετισμούς, αλλά δεν μετασχηματίζει την ίδια τη φύση της διεθνούς τάξης. Το κενό που αφήνει η υποχώρηση της μονοπολικής υπεροχής των Ηνωμένων Πολιτειών δεν καλύπτεται από ένα νέο κανονιστικό κέντρο, αλλά παραμένει ανοιχτό, επιβεβαιώνοντας ότι η παγκόσμια ηγεμονία απαιτεί κάτι περισσότερο από ανάπτυξη και ισχύ: απαιτεί όραμα, κανόνες και προθυμία ανάληψης ευθύνης.

Η συνολική αποτίμηση της κινεζικής ανόδου οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η υπερδύναμη δεν ορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος της οικονομίας, την τεχνολογική πρόοδο ή τη στρατιωτική ισχύ, αλλά από την ικανότητα συγκρότησης και διατήρησης ενός κανονιστικού πλαισίου που οργανώνει τη διεθνή ζωή. Η Κίνα, παρά τη ραγδαία ανάπτυξή της και τη διευρυνόμενη επιρροή της, δεν επιδιώκει –ούτε φαίνεται να μπορεί– να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Η άνοδός της μεταβάλλει τους συσχετισμούς ισχύος, αλλά δεν παράγει τάξη. Το αποτέλεσμα δεν είναι η αντικατάσταση της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά η είσοδος του διεθνούς συστήματος σε μια μεταβατική φάση χωρίς σαφή ηγεμόνα, όπου η ισχύς πολλαπλασιάζεται χωρίς να μετασχηματίζεται σε σταθερό κανονιστικό πρότυπο. Η Κίνα αναδεικνύεται έτσι ως κεντρικός, αλλά μη ηγεμονικός δρων ενός κόσμου αυξημένης αβεβαιότητας, επιβεβαιώνοντας ότι η παγκόσμια ηγεσία απαιτεί κάτι βαθύτερο από την οικονομική επιτυχία: απαιτεί όραμα, κανόνες και προθυμία ανάληψης συστημικής ευθύνης.