Η συζήτηση για την άνοδο της Κίνας ως παγκόσμιας δύναμης επικεντρώνεται συχνά σε δείκτες οικονομικής μεγέθυνσης, τεχνολογικής προόδου και στρατιωτικών δυνατοτήτων, παραβλέποντας μία κρίσιμη διάσταση της ηγεμονίας: την ήπια ισχύ. Η ιστορική εμπειρία των διεθνών σχέσεων καταδεικνύει ότι καμία υπερδύναμη δεν κατόρθωσε να οργανώσει και να διατηρήσει μια διεθνή τάξη βασιζόμενη αποκλειστικά στην υλική ισχύ. Η αμερικανική ηγεμονία, ανεξαρτήτως των αντιφάσεων και των κρίσεών της, θεμελιώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να παράγουν πολιτισμική έλξη, ιδεολογική ταύτιση και πρότυπα ζωής που υπερέβαιναν τα στενά όρια της κρατικής πολιτικής. Η Κίνα, αντίθετα, παρά τη ραγδαία άνοδό της, παρουσιάζει δομικές αδυναμίες ακριβώς σε αυτό το πεδίο.
Η ήπια ισχύς δεν συνίσταται απλώς στην προβολή πολιτιστικών προϊόντων ή στην επικοινωνιακή διαχείριση της εικόνας ενός κράτους. Πρόκειται για την ικανότητα ενός πολιτικού και κοινωνικού συστήματος να καθιστά τις αξίες, τις ιδέες και τα πρότυπα οργάνωσης της ζωής του επιθυμητά, μιμητέα και εσωτερικεύσιμα από άλλες κοινωνίες. Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, ο κινηματογράφος, η μουσική, η μόδα, η μαζική κουλτούρα και το φιλελεύθερο οικονομικό και πολιτικό μοντέλο συγκρότησαν μια παγκόσμια αφήγηση προόδου, ατομικής ελευθερίας και κοινωνικής κινητικότητας. Αυτή η αφήγηση δεν επιβλήθηκε μηχανιστικά, αλλά λειτούργησε μέσω της κοινωνικής αποδοχής και της πολιτισμικής ταύτισης.
Η Κίνα, παρά τις εκτεταμένες επενδύσεις στην πολιτιστική διπλωματία, δεν έχει κατορθώσει να συγκροτήσει ένα αντίστοιχο αφήγημα. Οι προσπάθειες προώθησης της κινεζικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού, αν και ποσοτικά εντυπωσιακές, παραμένουν ποιοτικά περιορισμένες. Η ήπια ισχύς δεν παράγεται μέσω κεντρικού σχεδιασμού και πολιτικού ελέγχου, αλλά μέσω κοινωνικής δυναμικής, δημιουργικής ελευθερίας και ιδεολογικής πειστικότητας. Το κινεζικό πολιτικό σύστημα, δομημένο γύρω από την προτεραιότητα της σταθερότητας και του ελέγχου, δυσκολεύεται να επιτρέψει αυτές τις συνθήκες.
Η πολιτιστική διπλωματία της Κίνας ανέδειξε τα όρια της κρατικά ελεγχόμενης ήπιας ισχύος. Η στενή σύνδεσή τους με το κινεζικό κράτος και η απουσία θεσμικής αυτονομίας προκάλεσαν καχυποψία σε ακαδημαϊκά και κοινωνικά περιβάλλοντα, οδηγώντας σε περιορισμούς ή κλείσιμο πολλών από αυτά. Το φαινόμενο αυτό κατέδειξε ότι η πολιτισμική επιρροή που γίνεται αντιληπτή ως εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης υπονομεύει την ίδια της τη νομιμοποίηση.
Παράλληλα, η κινεζική πολιτιστική βιομηχανία αδυνατεί να παράγει αφηγήσεις με οικουμενική απήχηση. Ο αυστηρός έλεγχος της έκφρασης, η λογοκρισία και η απουσία κοινωνικής κριτικής περιορίζουν τη δυνατότητα δημιουργίας πολιτιστικών προϊόντων που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως φορείς ταύτισης για διεθνή κοινά. Σε αντίθεση με τη δυτική μαζική κουλτούρα, η οποία αναπτύχθηκε μέσα από αποκεντρωμένες και συχνά αντισυστημικές δυναμικές, η κινεζική πολιτιστική παραγωγή παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα πλαίσιο πολιτικής επιτήρησης.
Η αποτυχία της κινεζικής ήπιας ισχύος δεν περιορίζεται στον πολιτισμό, αλλά επεκτείνεται στο πεδίο των ιδεών και των πολιτικών προτύπων. Το κινεζικό μοντέλο διακυβέρνησης, βασισμένο στην οικονομική ανάπτυξη χωρίς πολιτική φιλελευθεροποίηση, μπορεί να εμφανίζεται λειτουργικό σε συγκεκριμένα αυταρχικά ή ημι-αυταρχικά καθεστώτα, αλλά δεν προσφέρει ένα ελκυστικό υπόδειγμα για κοινωνίες που αποδίδουν αξία στην πολιτική συμμετοχή, στη θεσμική λογοδοσία και στα ατομικά δικαιώματα. Η έλλειψη αξιακής διάστασης περιορίζει τη μεταδοτικότητα του κινεζικού μοντέλου.
Η κινεζική ρητορική περί μη παρέμβασης και σεβασμού της κυριαρχίας απευθύνεται κυρίως σε κυβερνήσεις και όχι σε κοινωνίες. Δεν συγκροτεί ένα θετικό όραμα διεθνούς συμβίωσης, αλλά ένα αμυντικό πλαίσιο αποφυγής δεσμεύσεων. Η ήπια ισχύς, ωστόσο, προϋποθέτει τη συγκρότηση μιας διεθνούς κοινότητας αξιών και νοημάτων. Χωρίς αυτήν, η επιρροή παραμένει συναλλακτική και ευάλωτη.
Η αντίφαση μεταξύ οικονομικής ελκυστικότητας και αξιακής απόστασης δημιουργεί ένα μόνιμο έλλειμμα εμπιστοσύνης. Κράτη και κοινωνίες μπορεί να συνεργάζονται με την Κίνα για λόγους συμφέροντος, αλλά σπάνια την αντιλαμβάνονται ως πρότυπο προς μίμηση. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική: η ηγεμονία προϋποθέτει εθελούσια αποδοχή, όχι απλώς στρατηγική ανοχή.
Η συσσώρευση αυτών των παραγόντων οδηγεί στην εμφάνιση μιας μορφής «αρνητικής ήπιας ισχύος». Αντί να προσελκύει, η κινεζική παρουσία συχνά ενισχύει την καχυποψία και την αμφιθυμία. Η ενίσχυση της υλικής ισχύος συνοδεύεται από αυξανόμενη πολιτισμική και ιδεολογική απόσταση, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα διαμόρφωσης θετικών προτιμήσεων σε τρίτους δρώντες.
Η συνολική αποτίμηση καταδεικνύει ότι η Κίνα δεν αποτυγχάνει στην ήπια ισχύ λόγω έλλειψης πόρων ή φιλοδοξίας, αλλά λόγω δομικών χαρακτηριστικών του πολιτικού και κοινωνικού της μοντέλου. Η ήπια ισχύς δεν είναι άσχετη με το εσωτερικό καθεστώς ενός κράτους. Όσο αυτό παραμένει κλειστό και ελεγχόμενο η διεθνής του ακτινοβολία θα παραμένει περιορισμένη.
Σε τελική ανάλυση, η κινεζική άνοδος επιβεβαιώνει ότι η παγκόσμια ηγεμονία δεν είναι αποκλειστικά τεχνικό ή οικονομικό επίτευγμα, αλλά βαθύτατα πολιτισμικό και αξιακό φαινόμενο. Χωρίς την ικανότητα να διαμορφώνει επιθυμητά πρότυπα ζωής, ιδέες και νοήματα, καμία δύναμη δεν μπορεί να οργανώσει ένα σταθερό διεθνές σύστημα. Η Κίνα, παρά τη δυναμική της, παραμένει μια δύναμη ισχύος χωρίς ήπια ηγεσία, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παγκόσμια υπερδύναμη.
Πρόσφατα σχόλια