Η κρίση των Ιμίων συνιστά μία από τις πλέον αποκαλυπτικές στιγμές της μεταπολιτευτικής ελληνικής πολιτείας ως προς τα όρια, τις αντιφάσεις και τις δομικές αδυναμίες του θεσμικού της οικοδομήματος, καθώς ανέδειξε με οξύτητα το χάσμα μεταξύ τυπικής θεσμικής αρχιτεκτονικής και πραγματικής λειτουργικής ικανότητας του κράτους σε συνθήκες υψηλής έντασης και εξωτερικής απειλής. Δεν επρόκειτο απλώς για μία διπλωματική ή στρατιωτική κρίση χαμηλής έντασης, αλλά για μια συνολική δοκιμασία του κράτους ως συστήματος λήψης αποφάσεων, συντονισμού, νομιμοποίησης και άσκησης κυριαρχίας, σε ένα χρονικό σημείο όπου η θεσμική συνέχεια είχε διαρραγεί και η πολιτική εξουσία βρισκόταν σε μεταβατικό καθεστώς.
Καθοριστικό στοιχείο της θεσμικής διάστασης της κρίσης υπήρξε το γεγονός ότι η κυβέρνηση Σημίτη, κατά τον χρόνο εκδήλωσης και κλιμάκωσης των γεγονότων, δεν είχε ακόμη λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή των Ελλήνων, γεγονός που δημιουργούσε ένα καθεστώς ελλειμματικής κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης, έστω και αν η πρωθυπουργική ανάδειξη ήταν συνταγματικά απολύτως σύννομη. Η διάκριση μεταξύ τυπικής συνταγματικής νομιμότητας και ουσιαστικής πολιτικής νομιμοποίησης αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε συνθήκες κρίσης η ισχύς των θεσμών δεν εξαρτάται μόνο από τη νομική τους υπόσταση, αλλά και από το βαθμό εσωτερικής συνοχής, αποδοχής και εμπιστοσύνης που εμπνέουν τόσο εντός του κρατικού μηχανισμού όσο και στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα.
Η παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κώστα Σημίτη σηματοδότησαν μια περίοδο θεσμικής ασυνέχειας, όχι μόνο λόγω της αλλαγής προσώπων στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και λόγω της βαθύτερης μετάβασης μεταξύ δύο διαφορετικών πολιτικών και διοικητικών λογικών. Το κράτος βρέθηκε να λειτουργεί εν μέσω μιας άτυπης αλλά ουσιαστικής αναδιάταξης ισχύος, όπου οι ρόλοι, οι ιεραρχίες και οι άτυπες σχέσεις επιρροής δεν είχαν ακόμη σταθεροποιηθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η θεσμική μνήμη, δηλαδή η συσσωρευμένη εμπειρία διαχείρισης κρίσεων, δεν μεταφράστηκε σε αποτελεσματικό μηχανισμό δράσης, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε αποσπασματική και κατακερματισμένη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά ο ρόλος του πρωθυπουργοκεντρικού χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο οποίος, αν και σε περιόδους ομαλότητας λειτουργεί ως μηχανισμός συγκέντρωσης και επιτάχυνσης της λήψης αποφάσεων, σε συνθήκες μεταβατικής ηγεσίας μετατρέπεται σε παράγοντα θεσμικής ευαλωτότητας. Η έλλειψη παγιωμένων συλλογικών διαδικασιών στρατηγικής λήψης αποφάσεων, η περιορισμένη αυτονομία θεσμικών οργάνων και η υπερβολική εξάρτηση από το κεντρικό πρόσωπο του πρωθυπουργού οδήγησαν σε καθυστερήσεις, ασάφειες και αντικρουόμενα σήματα προς το εσωτερικό και το εξωτερικό. Η θεσμική αδυναμία δεν εκδηλώθηκε ως κατάρρευση, αλλά ως αδυναμία ταχείας και συνεκτικής άρθρωσης κρατικής βούλησης.
Παράλληλα, η λειτουργία των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, όπως το ΚΥΣΕΑ, ανέδειξε τις εγγενείς αδυναμίες ενός θεσμού που, αν και τυπικά αποτελεί τον ανώτατο μηχανισμό συντονισμού εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, στην πράξη εξαρτάται υπέρμετρα από τις πολιτικές ισορροπίες και τις διαπροσωπικές σχέσεις των συμμετεχόντων. Η απουσία σταθερών θεσμικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων, με σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες και ροές πληροφόρησης, οδήγησε σε μια κατάσταση όπου οι αποφάσεις ελάμβαναν περισσότερο χαρακτήρα ad hoc πολιτικής διαχείρισης παρά προϊόν συστηματικής θεσμικής επεξεργασίας.
Η κρίση των Ιμίων ανέδειξε επίσης τη χρόνια παθογένεια της ελληνικής δημόσιας διοίκησης ως προς τον επιτελικό της ρόλο. Η αδυναμία συγκρότησης ενός ενιαίου, διαλειτουργικού και αξιόπιστου μηχανισμού πληροφόρησης και ανάλυσης, που να τροφοδοτεί την πολιτική ηγεσία με έγκαιρα, φιλτραρισμένα και στρατηγικά επεξεργασμένα δεδομένα, περιόρισε δραστικά το εύρος των διαθέσιμων επιλογών. Το κράτος λειτούργησε περισσότερο αντιδραστικά παρά προληπτικά, γεγονός που σε θεσμικούς όρους υποδηλώνει έλλειμμα στρατηγικής ικανότητας και όχι απλώς επιχειρησιακής επάρκειας.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ασαφής θεσμική οριοθέτηση μεταξύ πολιτικής καθοδήγησης και στρατιωτικής εκτέλεσης ανέδειξε βαθύτερα προβλήματα πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων, τα οποία όμως έχουν σαφή θεσμική διάσταση. Η απουσία θεσμοθετημένης κουλτούρας πολιτικού ελέγχου επί των Ενόπλων Δυνάμεων, βασισμένης σε αμοιβαία εμπιστοσύνη και σαφείς κανόνες, οδήγησε σε καχυποψία, αμφισβήτηση και εσωτερικές τριβές. Οι θεσμοί δεν λειτούργησαν ως σταθεροποιητικοί μηχανισμοί, αλλά ως πεδία σύγκρουσης διαφορετικών αντιλήψεων περί ρόλων και αρμοδιοτήτων.
Επιπλέον, η θεσμική αδυναμία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να ενταχθεί σε ένα σαφές και μακροπρόθεσμο στρατηγικό πλαίσιο καθιστά την κρίση των Ιμίων ενδεικτική μιας ευρύτερης δομικής παθογένειας. Η απουσία θεσμοθετημένων μηχανισμών στρατηγικού σχεδιασμού και αξιολόγησης κινδύνων οδήγησε σε μια διαχείριση που βασίστηκε περισσότερο σε βραχυπρόθεσμους υπολογισμούς κόστους–οφέλους παρά σε συνεκτική αντίληψη εθνικού συμφέροντος. Το κράτος εμφανίστηκε θεσμικά προσανατολισμένο στη διαχείριση της στιγμής και όχι στη διαμόρφωση πλαισίου.
Τέλος, η κρίση των Ιμίων κατέδειξε ότι οι θεσμοί δεν είναι ουδέτερα εργαλεία, αλλά ενσωματώνουν ιστορικές εμπειρίες, πολιτικές κουλτούρες και σχέσεις ισχύος. Η θεσμική ανεπάρκεια δεν προέκυψε από ένα μεμονωμένο λάθος ή από την ανικανότητα συγκεκριμένων προσώπων, αλλά από τη συνισταμένη μακροχρόνιων δομικών αδυναμιών του ελληνικού κράτους να λειτουργήσει ως ενιαίο, συνεκτικό και στρατηγικά προσανατολισμένο σύστημα σε συνθήκες κρίσης. Υπό αυτή την έννοια, τα Ίμια δεν αποτελούν απλώς ένα επεισόδιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά έναν καθρέφτη των θεσμικών ορίων της μεταπολιτευτικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα.
Πρόσφατα σχόλια