Το Σύνταγμα του 1975 συνιστά, ιστορικά και κανονιστικά, το πλέον επιτυχημένο συνταγματικό κείμενο της νεότερης ελληνικής πολιτειακής ιστορίας. Ως θεμέλιο της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, συγκρότησε ένα σταθερό σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης, κατοχύρωσε ευρύ κατάλογο ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και εγκαθίδρυσε σαφείς θεσμικές ισορροπίες μεταξύ των κρατικών λειτουργιών. Η ανθεκτικότητά του δεν προκύπτει από τη ρητορική του διακήρυξη, αλλά από την πρακτική του λειτουργία επί πέντε δεκαετίες, σε συνθήκες πολιτικής εναλλαγής, κοινωνικών μεταβολών, οικονομικών κρίσεων και διεθνοποίησης της έννομης τάξης. Υπό αυτή την έννοια, το Σύνταγμα του 1975 δεν αποτελεί απλώς ιστορικό κεκτημένο, αλλά ενεργό κανονιστικό σύστημα, το οποίο εξακολουθεί να ρυθμίζει την άσκηση της δημόσιας εξουσίας και να θεμελιώνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Η διαπίστωση της επιτυχίας και της ανθεκτικότητας του Συντάγματος δεν οδηγεί, ωστόσο, στο συμπέρασμα της κανονιστικής του επάρκειας στο διηνεκές. Αντιθέτως, ένα ώριμο συνταγματικό κείμενο οφείλει να διαθέτει μηχανισμούς ελεγχόμενης προσαρμογής, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις δομικές μεταβολές της κοινωνίας και της πολιτικής εξουσίας. Η συνταγματική σταθερότητα δεν ταυτίζεται με τη στασιμότητα· αποτελεί προϊόν δυναμικής ισορροπίας μεταξύ συνέχειας και ανανέωσης. Στον 21ο αιώνα, η ισορροπία αυτή δοκιμάζεται από φαινόμενα που δεν είχαν προβλεφθεί κατά τη θέσπιση του Συντάγματος, όπως η ψηφιοποίηση της κρατικής λειτουργίας, η μετατόπιση κέντρων εξουσίας εκτός του εθνικού κράτους, η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και η μεταβολή της σχέσης αντιπροσώπευσης.

Το Σύνταγμα του 1975 σχεδιάστηκε σε ένα περιβάλλον όπου η κρατική εξουσία ασκούνταν κυρίως μέσω αναλογικών, ιεραρχικών και θεσμικά ορατών μηχανισμών. Η σύγχρονη άσκηση δημόσιας εξουσίας, αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από ψηφιακές υποδομές, αλγοριθμικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, διοικητική πολυπλοκότητα και αυξημένη εξάρτηση από τεχνοκρατικούς μηχανισμούς. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί κανονιστικά κενά, καθώς κρίσιμες μορφές εξουσίας ασκούνται χωρίς ρητή συνταγματική θεμελίωση ή επαρκείς εγγυήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας. Η αναθεώρηση, συνεπώς, δεν αποτελεί πολυτέλεια ή πολιτική επιλογή, αλλά θεσμική υποχρέωση προσαρμογής.

Η κανονιστική ισχύς του Συντάγματος εξαρτάται από την ικανότητά του να λειτουργεί ως υπέρτατο πλαίσιο ρύθμισης της δημόσιας εξουσίας και όχι ως απλό συμβολικό κείμενο. Όταν κρίσιμα ζητήματα ρυθμίζονται αποκλειστικά μέσω κοινής νομοθεσίας, διοικητικών πράξεων ή υπερεθνικών κανόνων χωρίς συνταγματική ενσωμάτωση, το Σύνταγμα κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε δευτερεύον σημείο αναφοράς. Η αναθεώρηση επιτελεί, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργία επαναθεμελίωσης της κανονιστικής ιεραρχίας, επαναφέροντας στο συνταγματικό επίπεδο ζητήματα που αφορούν τη δομή και τα όρια της εξουσίας.

Το άρθρο 110 του Συντάγματος αποτελεί τον θεσμικό μηχανισμό μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η ισορροπία μεταξύ σταθερότητας και μεταβολής. Η διφασική αναθεωρητική διαδικασία, με την πρόβλεψη αυξημένων πλειοψηφιών και χρονικής απόστασης μεταξύ των αποφάσεων, δεν αποσκοπεί απλώς στην επιβράδυνση της αναθεώρησης, αλλά στη διασφάλιση της θεσμικής της ποιότητας. Η απαίτηση ευρύτερων συναινέσεων λειτουργεί ως φίλτρο έναντι συγκυριακών πλειοψηφιών και μετατρέπει την αναθεώρηση σε πράξη συλλογικής συνταγματικής ευθύνης.

Η ανάγκη αναθεώρησης πρέπει, ωστόσο, να προσεγγίζεται με αυστηρά κανονιστικά κριτήρια. Δεν είναι κάθε κοινωνικό ή πολιτικό πρόβλημα αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης. Η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να περιορίζεται σε ζητήματα που αφορούν τη δομή του πολιτεύματος, την κατανομή και τον έλεγχο της εξουσίας και την ουσιαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η υπέρβαση αυτών των ορίων οδηγεί σε συνταγματικό πληθωρισμό και αποδυνάμωση της κανονιστικής πυκνότητας του κειμένου.

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η έννοια της συνταγματικής ταυτότητας. Το Σύνταγμα του 1975 ενσωματώνει βασικές αρχές που συγκροτούν τον αμετακίνητο πυρήνα της ελληνικής συνταγματικής τάξης: τη δημοκρατική αρχή, το κράτος δικαίου, την προστασία της ανθρώπινης αξίας και τη διάκριση των εξουσιών. Η αναθεώρηση οφείλει να σέβεται τα όρια αυτά, όχι μόνο ως τυπικές μη αναθεωρήσιμες διατάξεις, αλλά ως ουσιαστικά κανονιστικά θεμέλια. Η προσαρμογή στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να συνεπάγεται αποδόμηση της συνταγματικής ταυτότητας, αλλά ερμηνευτική και κανονιστική της επικαιροποίηση.

Η συνταγματική ανανέωση συνδέεται άμεσα και με τη λειτουργική αποτελεσματικότητα των θεσμών. Ένα Σύνταγμα που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες άσκησης της εξουσίας παράγει θεσμικές εντάσεις, ερμηνευτικές ακροβασίες και κρίσεις νομιμοποίησης. Αντιθέτως, η έγκαιρη και στοχευμένη αναθεώρηση ενισχύει τη θεσμική σαφήνεια, περιορίζει την αυθαιρεσία και βελτιώνει την ποιότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Συνοψίζοντας, το Σύνταγμα του 1975 παραμένει ένα ώριμο, ανθεκτικό και θεσμικά επιτυχημένο κανονιστικό σύστημα. Η επικείμενη αναθεώρηση δεν συνιστά αμφισβήτηση της αξίας του, αλλά αναγνώριση της ανάγκης του να παραμείνει λειτουργικό και κανονιστικά κυρίαρχο στον 21ο αιώνα. Η πρόκληση δεν έγκειται στο αν θα αναθεωρηθεί, αλλά στο πώς θα αναθεωρηθεί: με επιστημονική αυστηρότητα, θεσμική αυτοσυγκράτηση και σαφή προσανατολισμό στη διατήρηση και ενίσχυση της συνταγματικής του ισχύος.