Η πολιτειακή σταθερότητα εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό στον οποίο το Σύνταγμα εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό ως το κανονιστικό κέντρο της πολιτικής εξουσίας. Η ουσιώδης λειτουργία του Συντάγματος δεν είναι η απλή ρύθμιση των θεσμών, αλλά η θεμελίωση της πολιτείας ως ενιαίου και αναγνωρίσιμου φορέα κυριαρχίας. Όταν η πολιτεία παύει να γίνεται αντιληπτή ως κανονιστικά συνεκτική μορφή εξουσίας, τότε η κρίση δεν είναι πολιτική ή κοινωνική, αλλά κατεξοχήν πολιτειακή.
Η έννοια της κοινωνικής συναίνεσης, υπό αυστηρά πολιτειακούς όρους, δεν ταυτίζεται με τη συμφωνία επί πολιτικών προγραμμάτων ή ιδεολογικών κατευθύνσεων. Αναφέρεται, αντιθέτως, στη βασική αποδοχή της μορφής της πολιτείας, δηλαδή της συγκεκριμένης συνταγματικής οργάνωσης της εξουσίας, ως δεσμευτικού πλαισίου για όλους τους πολιτικούς δρώντες. Η αποδοχή αυτή δεν είναι συναισθηματική ούτε ιστορικά φορτισμένη, αλλά κανονιστική: εδράζεται στην πεποίθηση ότι η εξουσία ασκείται εντός προβλέψιμων, ελέγξιμων και θεσμικά νομιμοποιημένων ορίων.
Η πολιτειακή λογική του Συντάγματος του 1975 ήταν κανονιστικά ολοκληρωμένη. Η ανθεκτικότητά του αποδεικνύει ότι επρόκειτο για συνταγματικό κείμενο υψηλής θεσμικής πυκνότητας. Ωστόσο, η πολιτειακή ανθεκτικότητα δεν ταυτίζεται με τη διαρκή πολιτειακή επάρκεια. Ένα Σύνταγμα μπορεί να επιβιώνει τυπικά, ενώ η πολιτεία που συγκροτεί να εμφανίζει σημάδια κανονιστικής αποδυνάμωσης.
Η σύγχρονη πολιτειακή πρόκληση δεν έγκειται στην αμφισβήτηση της δημοκρατικής αρχής, αλλά στην αποδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ κυριαρχίας και λογοδοσίας. Η εξουσία ασκείται ολοένα και περισσότερο μέσα από σύνθετους μηχανισμούς, πολυεπίπεδες δεσμεύσεις και άτυπα κέντρα επιρροής, γεγονός που καθιστά δυσχερή την αναγνώριση του πολιτειακού υποκειμένου της απόφασης. Όταν η πολιτεία αδυνατεί να προσδιορίσει με σαφήνεια πού συγκεντρώνεται η ευθύνη, η συνταγματική τάξη αρχίζει να λειτουργεί περισσότερο ως διαδικαστικό πλαίσιο και λιγότερο ως θεμέλιο κυριαρχίας.
Η κανονιστική αποδοχή της εξουσίας προϋποθέτει ότι το Σύνταγμα εξακολουθεί να ορίζει ουσιαστικά τα όρια της πολιτικής πράξης. Όταν η πολιτική πρακτική προηγείται συστηματικά της συνταγματικής κανονιστικότητας, η πολιτεία μετατρέπεται σε χώρο διαχείρισης και όχι άσκησης κυριαρχίας. Η κρίση αυτή δεν αντιμετωπίζεται με ερμηνευτική επιμήκυνση των συνταγματικών διατάξεων, διότι η υπέρμετρη ερμηνεία αποδυναμώνει την κανονιστική πυκνότητα του Συντάγματος. Αντιθέτως, απαιτείται ρητή πολιτειακή επανατοποθέτηση.
Η συνταγματική αναθεώρηση, σε αυτό το επίπεδο, δεν αποτελεί μηχανισμό προσαρμογής, αλλά πράξη πολιτειακής αυτοδέσμευσης. Μέσω αυτής, η πολιτεία επανακαθορίζει τα όρια της εξουσίας της και επαναβεβαιώνει τη δέσμευσή της στη συνταγματική κανονιστικότητα. Η αναθεώρηση δεν στοχεύει στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, αλλά στη διατήρηση της κανονιστικής υπεροχής του Συντάγματος έναντι της πολιτικής συγκυρίας.
Η πολιτειακή συνοχή δεν παράγεται από την κοινωνική ομοφωνία, αλλά από τη σταθερή λειτουργία ενός συστήματος κανόνων που γίνεται αποδεκτό ακόμη και όταν παράγει δυσμενή αποτελέσματα για επιμέρους δρώντες. Το Σύνταγμα επιτελεί τον ρόλο αυτό μόνο όταν παραμένει σαφές, προβλέψιμο και θεσμικά αυτοτελές. Η αναθεώρηση, επομένως, δεν είναι ένδειξη αδυναμίας της πολιτείας, αλλά απόδειξη ότι η πολιτεία διατηρεί την ικανότητα να αυτορυθμίζεται χωρίς να αυτοαναιρείται.
Σε αυστηρά πολιτειακούς όρους, η ανάγκη αναθεώρησης δεν απορρέει από κοινωνικές πιέσεις, αλλά από την υποχρέωση του Συντάγματος να παραμένει το ανώτατο σημείο αναφοράς της εξουσίας. Όταν η πολιτική εξουσία τείνει να αποσυνδεθεί από το συνταγματικό της θεμέλιο, η αναθεώρηση λειτουργεί ως μηχανισμός επανασύνδεσης κυριαρχίας και κανόνα. Η πολιτεία επιβιώνει όχι επειδή δεν αλλάζει, αλλά επειδή αλλάζει με θεσμικούς όρους.η πολιτεία δηλώνει την ικανότητά της να οριοθετεί την άσκηση της εξουσίας, να επανακαθορίζει τις σχέσεις μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής λειτουργίας, και να διασφαλίζει ότι η κυριαρχία της παραμένει κανονιστικά ενιαία και αναγνωρίσιμη.
Η πολιτειακή συνοχή δεν εξαρτάται από συγκυριακές κοινωνικές ή πολιτικές πλειοψηφίες, αλλά από τη διαρκή ισχύ του Συντάγματος ως κανονιστικού κέντρου που εγγυάται τη νομιμότητα, την ελέγξιμη άσκηση εξουσίας και την αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών. Με άλλα λόγια, η αναθεώρηση αποτελεί την ύπατη θεσμική πράξη που επιτρέπει στην πολιτεία να ανανεώσει την κανονιστική της κυριαρχία, να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες χωρίς να απεμπολεί τον πυρήνα της εξουσίας και να επαναβεβαιώσει τη θεσμική της αυτονομία έναντι των αυθαίρετων μεταβολών της πολιτικής πραγματικότητας.
Πρόσφατα σχόλια