Η συζήτηση για την επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές διορθώσεις επιμέρους διατάξεων ούτε να εξαντλείται σε συγκυριακές πολιτικές σκοπιμότητες. Αντιθέτως, οφείλει να εντάσσεται σε ένα συνεκτικό θεωρητικό και κανονιστικό πλαίσιο συνταγματικού μετασχηματισμού, το οποίο να ανταποκρίνεται στις δομικές παθογένειες του ελληνικού κράτους, στις απαιτήσεις της σύγχρονης συνταγματικής θεωρίας και στις λειτουργικές ανάγκες μιας ώριμης, σύνθετης και πολυεπίπεδης δημοκρατίας. Η συνταγματική αναθεώρηση, ως διαδικασία αυξημένης τυπικής ισχύος και πολιτειακού βάθους, συνιστά κορυφαία στιγμή θεσμικής αυτογνωσίας και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνική άσκηση νομικής προσαρμογής, αλλά ως στρατηγική επιλογή επαναθεμελίωσης της σχέσης κράτους, κοινωνίας και πολίτη.
Στον πυρήνα της παρούσας προβληματικής βρίσκεται η ανάγκη οικοδόμησης ενός κράτους αποτελεσματικού, αξιοκρατικού και ουσιαστικά αποκεντρωμένου, το οποίο θα συνδυάζει την επιτελική ικανότητα της κεντρικής διοίκησης με την επιχειρησιακή ευελιξία, την εγγύτητα και την προσαρμοστικότητα των αποκεντρωμένων δομών. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων δεν αποτελεί αντιφατικό στόχο, αλλά προϋπόθεση για τη λειτουργικότητα του σύγχρονου κράτους δικαίου. Ένα κράτος που αδυνατεί να σχεδιάσει στρατηγικά, να υλοποιήσει αποτελεσματικά και να αξιολογήσει τεκμηριωμένα τις δημόσιες πολιτικές του, υπονομεύει τόσο την οικονομική και κοινωνική του βιωσιμότητα όσο και τη δημοκρατική του νομιμοποίηση.
Η ελληνική συνταγματική και διοικητική παράδοση χαρακτηρίζεται ιστορικά από έντονη συγκεντρωτική οργάνωση της κρατικής εξουσίας. Η υπεροχή του κεντρικού κράτους, η περιορισμένη αυτοτέλεια της περιφερειακής και τοπικής διοίκησης και η διαρκής εξάρτηση κρίσιμων λειτουργιών από το κέντρο συνιστούν δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού διοικητικού μοντέλου. Αν και η συγκεντρωτική αυτή λογική υπήρξε ιστορικά συνδεδεμένη με ανάγκες κρατικής ενοποίησης και διοικητικού ελέγχου, στη σύγχρονη συγκυρία λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την αποτελεσματικότητα, την καινοτομία και τη δημοκρατική λογοδοσία. Η συνταγματική αναθεώρηση καλείται, συνεπώς, να επαναπροσδιορίσει ριζικά τη σχέση μεταξύ κεντρικού κράτους, περιφέρειας και τοπικής αυτοδιοίκησης, όχι ως τεχνικό ζήτημα κατανομής αρμοδιοτήτων, αλλά ως θεμελιώδη διάσταση της δημοκρατικής αρχής και της αρχής της εγγύτητας.
Η έννοια του επιτελικού κράτους, όπως έχει αναπτυχθεί στη συγκριτική συνταγματική επιστήμη και τη θεωρία της δημόσιας διοίκησης, δεν ταυτίζεται με την περαιτέρω συγκέντρωση εξουσιών στον πρωθυπουργικό ή κυβερνητικό πυρήνα. Αντιθέτως, προϋποθέτει σαφή και λειτουργική διάκριση μεταξύ στρατηγικού σχεδιασμού, πολιτικής καθοδήγησης και επιχειρησιακής υλοποίησης των δημόσιων πολιτικών. Η κεντρική διοίκηση οφείλει να λειτουργεί ως θεσμικός εγγυητής συνοχής, συντονισμού και αξιολόγησης, ενώ οι αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει να διαθέτουν ουσιαστική κανονιστική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Η συνταγματική κατοχύρωση της αποκέντρωσης δεν μπορεί να παραμένει σε επίπεδο γενικών διακηρύξεων, αλλά οφείλει να αποκτήσει αυξημένη κανονιστική πυκνότητα, με ρητές εγγυήσεις μεταφοράς πόρων, αρμοδιοτήτων και ευθύνης, ώστε να αποτραπεί η διαρκής αναπαραγωγή της εξάρτησης από το κεντρικό κράτος.
Η ουσιαστική αποκέντρωση συνδέεται άρρηκτα με την ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής και της τοπικής λογοδοσίας. Η εγγύτητα της εξουσίας προς τον πολίτη επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση των τοπικών αναγκών, την προσαρμογή των δημόσιων πολιτικών και τον αποτελεσματικότερο κοινωνικό έλεγχο. Χωρίς πραγματική αυτοτέλεια και χωρίς σαφώς προσδιορισμένη ευθύνη, η αποκέντρωση εκφυλίζεται σε διοικητικό σχήμα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει, συνεπώς, να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό ως κεντρικό πολιτειακό διακύβευμα.
Παράλληλα, η επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση πρέπει να στοχεύει στην ουσιαστική ενίσχυση των θεσμικών αντιβάρων (checks and balances), τόσο μεταξύ των τριών συνταγματικών λειτουργιών όσο και στο εσωτερικό της εκτελεστικής εξουσίας. Η τυπική διάκριση των εξουσιών, όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, αποδεικνύεται συχνά ανεπαρκής όταν η κυβερνητική πλειοψηφία ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τη νομοθετική διαδικασία και επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία θεσμών ελέγχου. Η αναθεώρηση οφείλει να ενισχύσει τον ρόλο του Κοινοβουλίου ως οργάνου ουσιαστικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας, με διεύρυνση των δικαιωμάτων της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας, θεσμοθέτηση μηχανισμών ουσιαστικής κοινοβουλευτικής εποπτείας και ενίσχυση της διαφάνειας στη νομοπαραγωγική διαδικασία.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η θέση της δικαστικής εξουσίας στο σύστημα των θεσμικών αντιβάρων. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του κράτους δικαίου και προϋπόθεση για την αποτελεσματική προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων. Η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να επανεξετάσει τον τρόπο επιλογής και εξέλιξης της ανώτατης δικαστικής ηγεσίας, με στόχο την ενίσχυση της θεσμικής αυτονομίας και τη θωράκιση της δικαστικής λειτουργίας από πολιτικές παρεμβάσεις. Παράλληλα, η λειτουργική αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης αποτελεί εξίσου κρίσιμη παράμετρο, καθώς η υπέρμετρη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης υπονομεύει στην πράξη την αρχή της έννομης προστασίας και την ίδια τη δικαιοκρατική νομιμοποίηση του κράτους.
Στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο εντάσσεται ο ρόλος των ανεξάρτητων αρχών, οι οποίες αποτελούν βασικούς πυλώνες ελέγχου, ρύθμισης και προστασίας δικαιωμάτων σε ένα σύνθετο διοικητικό κράτος. Η συνταγματική τους κατοχύρωση δεν μπορεί να περιορίζεται σε τυπικές διακηρύξεις ανεξαρτησίας, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις οργανωτικής, λειτουργικής και οικονομικής αυτοτέλειας. Η αναθεώρηση οφείλει να αποσαφηνίσει το πεδίο αρμοδιοτήτων τους, τον τρόπο επιλογής των μελών τους και τους μηχανισμούς λογοδοσίας τους, ώστε να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ ανεξαρτησίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι ανεξάρτητες αρχές δεν πρέπει να λειτουργούν ως υποκατάστατο της πολιτικής ευθύνης, αλλά ως θεσμικοί εγγυητές της νομιμότητας, της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης.
Η αρχή της διαφάνειας και της λογοδοσίας αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα της σύγχρονης συνταγματικής δημοκρατίας και βασικό στοιχείο της καλής διακυβέρνησης (good governance). Η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να ενισχύσει ρητά το δικαίωμα πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία, την υποχρέωση πλήρους και ειδικής αιτιολόγησης των διοικητικών και κανονιστικών πράξεων και την αποτελεσματική λειτουργία μηχανισμών ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Η ενίσχυση αυτή δεν αποσκοπεί στον παραλυτικό περιορισμό της κυβερνητικής δράσης, αλλά στη θεσμική της θωράκιση και στη διασφάλιση της δημοκρατικής της νομιμοποίησης.
Η αξιοκρατία στη δημόσια διοίκηση συνδέεται άρρηκτα με την αρχή της ισότητας, την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η συνταγματική αναθεώρηση καλείται να ενισχύσει τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας των μηχανισμών επιλογής, αξιολόγησης και εξέλιξης του ανθρώπινου δυναμικού, περιορίζοντας δραστικά τις δυνατότητες πολιτικής ή κομματικής παρέμβασης. Η θεσμική κατοχύρωση αντικειμενικών κριτηρίων, διαρκούς αξιολόγησης και διαφάνειας δεν αποτελεί απλώς διοικητική μεταρρύθμιση, αλλά βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος.
Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί και στην ίδια τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Η αυξημένη τυπική ισχύς του Συντάγματος προϋποθέτει μια αναθεωρητική διαδικασία που να διασφαλίζει θεσμική σταθερότητα, κανονιστική προβλεψιμότητα και ευρεία πολιτική και κοινωνική συναίνεση. Η ενίσχυση της διαφάνειας, η ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και η αποφυγή εργαλειακής ή συγκυριακής χρήσης της αναθεώρησης αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για τη δημοκρατική της νομιμοποίηση.
Τέλος, η ευρωπαϊκή διάσταση της συνταγματικής τάξης δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επηρεάζει άμεσα την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας και τη λειτουργία των συνταγματικών θεσμών. Η αναθεώρηση οφείλει να ενισχύσει τον ρόλο του Κοινοβουλίου στον έλεγχο των ευρωπαϊκών πολιτικών και να διασφαλίσει τη συμβατότητα της εθνικής συνταγματικής τάξης με τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου, ιδίως το κράτος δικαίου, την αναλογικότητα και την αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Συνολικά, η επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ολοκληρωμένη πολιτειακή διαδικασία θεσμικής επαναθεμελίωσης. Ένα αποτελεσματικό, αξιοκρατικό και ουσιαστικά αποκεντρωμένο κράτος, με ισχυρά θεσμικά αντίβαρα, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, λειτουργικές ανεξάρτητες αρχές, διαφάνεια και λογοδοσία, δεν αποτελεί απλώς συνταγματικό ιδεώδες, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη βιώσιμη δημοκρατική διακυβέρνηση, την κοινωνική συνοχή και την αναβάθμιση της ποιότητας της δημοκρατίας. Η επιτυχία της αναθεώρησης θα κριθεί όχι μόνο από το περιεχόμενο των διατάξεων, αλλά από την ικανότητά τους να μετασχηματίσουν ουσιαστικά την πολιτική και διοικητική πρακτική της χώρας και να θεμελιώσουν μια νέα θεσμική κουλτούρα ευθύνης, αξιοπιστίας και δημοκρατικής ωριμότητας
Πρόσφατα σχόλια