Η αναθεώρηση του κοινωνικού κράτους στο πλαίσιο της ελληνικής συνταγματικής πρακτικής αποτελεί ένα θεμελιώδες ζήτημα που απαιτεί εμβάθυνση και ορθολογική ανάλυση, δεδομένων και των μεταβαλλόμενων κοινωνικών, οικονομικών και δημοσιονομικών συνθηκών. Το κοινωνικό κράτος, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 21, 22 και 25 του Συντάγματος, δεν είναι ένας στατικός θεσμός, αλλά ένας δυναμικός μηχανισμός κοινωνικής προστασίας που πρέπει να ανταποκρίνεται στις νέες προκλήσεις της εποχής, μεταξύ των οποίων η γήρανση του πληθυσμού, η μείωση του ενεργού εργατικού δυναμικού, οι τεχνολογικές καινοτομίες και οι οικονομικές κρίσεις. Η συνταγματική προστασία του κοινωνικού κράτους δεν συνιστά απλώς πολιτική δήλωση, αλλά υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει την ισότητα, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική συνοχή. Το άρθρο 21 καθορίζει την ευθύνη του κράτους για τη διασφάλιση της κοινωνικής πρόνοιας και την προστασία των ευάλωτων ομάδων, ενώ το άρθρο 22, ιδίως η παράγραφος 5, επισημαίνει την αρχή της διαγενεακής δικαιοσύνης στον σχεδιασμό του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, καθιστώντας επιβεβλημένη την ισορροπία μεταξύ των γενεών ώστε οι συντάξεις και οι ασφαλιστικές παροχές να διατηρούνται βιώσιμες. Το άρθρο 25 συμπληρώνει το θεσμικό πλαίσιο, διασφαλίζοντας το δικαίωμα στην εργασία και την υποχρέωση του κράτους για την προστασία των εργαζομένων, διαμορφώνοντας ένα συνεκτικό πλαίσιο που συνδέει κοινωνική προστασία, οικονομική συμμετοχή και δημόσια πολιτική.

Η σύγχρονη πραγματικότητα θέτει σοβαρές προκλήσεις για την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους. Η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί αυξημένες ανάγκες για συντάξεις και μακροχρόνια φροντίδα, επιβαρύνοντας το ασφαλιστικό σύστημα και απαιτώντας νέες στρατηγικές χρηματοδότησης και διαχείρισης. Η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού καθιστά αναγκαία την ενίσχυση πολιτικών απασχόλησης και τη σύνδεση των κοινωνικών παροχών με την αγορά εργασίας ώστε να μην δημιουργείται φαινόμενο εξάρτησης από το κράτος, ενώ οι οικονομικές κρίσεις και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί καθιστούν επιτακτική την εισαγωγή μηχανισμών δημοσιονομικής συμβατότητας που θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των κοινωνικών δαπανών. Παράλληλα, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης προσφέρουν δυνατότητες βελτίωσης της διαχείρισης των πόρων, της στοχευμένης κατανομής των κοινωνικών παροχών και της βελτιστοποίησης της διαφάνειας, καθιστώντας την κοινωνική πολιτική πιο αποτελεσματική και μετρήσιμη.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, η συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να ενσωματώνει θεμελιώδεις αρχές που θα καθοδηγούν το κοινωνικό κράτος και θα ενισχύουν τη λειτουργικότητά του σε βάθος χρόνου. Οι αρχές αυτές περιλαμβάνουν την κοινωνική αποδοτικότητα, που στοχεύει στη μεγιστοποίηση του κοινωνικού οφέλους και στην ελαχιστοποίηση των αναποτελεσματικοτήτων, τη στοχευμένη αναδιανομή, η οποία εστιάζει στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες για την εξασφάλιση ισότητας και δικαιοσύνης, τη σύνδεση των κοινωνικών παροχών με την απασχόληση ώστε να ενθαρρύνεται η συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία και τη δημοσιονομική συμβατότητα, η οποία διασφαλίζει ότι οι πολιτικές κοινωνικής προστασίας παραμένουν βιώσιμες μακροχρόνια και δεν επιβαρύνουν τις επόμενες γενιές. Η θέσπιση κοινωνικού προϋπολογισμού αναδεικνύεται ως κρίσιμο εργαλείο για τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα, επιτρέποντας τη δημοσιοποίηση των κοινωνικών δαπανών, την αξιολόγηση των πολιτικών βάσει κριτηρίων αποτελεσματικότητας, ισότητας και διαφάνειας και την τεκμηριωμένη υποστήριξη αποφάσεων κοινωνικής πολιτικής.

Η διαγενεακή δικαιοσύνη αποκτά κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό των ασφαλιστικών συστημάτων, καθιστώντας επιβεβλητη την εισαγωγή ερμηνευτικών δηλώσεων στο άρθρο 22 για τη ρητή διασφάλιση της κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, η αποσαφήνιση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων κρίνεται αναγκαία ώστε να αποφευχθούν διαφορετικές ερμηνείες και να επιτευχθεί ομοιόμορφη εφαρμογή του Συντάγματος. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας φροντίδας υγείας θεωρείται άμεση προτεραιότητα λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, και η ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα προσφέρει ρεαλιστικούς μηχανισμούς για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών, διασφαλίζοντας πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες και ταυτόχρονα τη βιωσιμότητα των δαπανών. Η αντιμετώπιση της φτώχειας αποτελεί επίσης βασική προτεραιότητα και απαιτεί θεσμική κατοχύρωση προστατευτικών μηχανισμών, όπως ο κατώτατος μισθός και το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, που ενισχύουν ουσιαστικά την προστασία του πολίτη από την ένδεια και συνδράμουν στη διατήρηση κοινωνικής συνοχής.

Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών κρατών αποδεικνύει ότι η συνταγματική κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους σε συνδυασμό με μηχανισμούς διαφάνειας και αξιολόγησης αυξάνει την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών πολιτικών. Τα κράτη που εφαρμόζουν κοινωνικούς προϋπολογισμούς και διασφαλίζουν τη δημοσιονομική συμβατότητα των δαπανών επιτυγχάνουν σταθερότητα στις συντάξεις και στις κοινωνικές παροχές, μείωση των ανισοτήτων και αύξηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης στο κράτος. Η Ελλάδα, προσαρμόζοντας τις συνταγματικές της διατάξεις στις βέλτιστες πρακτικές, μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα, τη βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή, δημιουργώντας ένα σύγχρονο και σταθερό κοινωνικό κράτος.

Οι συνταγματικές τροποποιήσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την εισαγωγή ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 22 παρ. 5 για τη διαγενεακή δικαιοσύνη, την αποσαφήνιση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων, την ενσωμάτωση αρχών κοινωνικής αποδοτικότητας, στοχευμένης αναδιανομής, την καθιέρωση κοινωνικού προϋπολογισμού και μηχανισμών διαφάνειας και τη θεσμική κατοχύρωση μέτρων για την καταπολέμηση της φτώχειας και την ενίσχυση της μακροχρόνιας φροντίδας υγείας. Η αναθεώρηση αυτή δεν αποτελεί μόνο νομική και πολιτική αναγκαιότητα, αλλά στρατηγική επιλογή για την εδραίωση της κοινωνικής συνοχής, της οικονομικής ανάπτυξης και της διασφάλισης των δικαιωμάτων των πολιτών σε μια εποχή συνεχών αλλαγών.

 Η αναθεώρηση οφείλει να έχει μία συνολική προσέγγιση, ώστε να μην περιορίζεται σε συμβολικές δηλώσεις, αλλά να διασφαλίζει την εφαρμογή πολιτικών που είναι μετρήσιμες, αποτελεσματικές και βιώσιμες. Η προσαρμογή των συνταγματικών διατάξεων στο σύγχρονο κοινωνικό, δημοσιονομικό και τεχνολογικό περιβάλλον θα εξασφαλίσει τη διαρκή προστασία των πολιτών και τη μακροχρόνια σταθερότητα του κοινωνικού κράτους, ενισχύοντας την κοινωνική δικαιοσύνη, τη διαγενεακή ισορροπία και την κοινωνική συνοχή, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει την οικονομική ανάπτυξη μέσα από κοινωνικά στοχευμένες και ορθολογικές πολιτικές. Η Ελλάδα μπορεί έτσι να διαμορφώσει ένα κοινωνικό κράτος σύγχρονο, αποτελεσματικό και βιώσιμο, που θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής και θα παρέχει σταθερότητα, ασφάλεια και δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες της.