Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση στον πυρήνα του δημόσιου διαλόγου το ζήτημα της θεσμικής θέσης της δικαιοσύνης και, ειδικότερα, τον τρόπο συγκρότησης της ανώτατης ηγεσίας της. Πρόκειται για ζήτημα υψίστης κανονιστικής σημασίας, το οποίο δεν εξαντλείται σε οργανωτικές ή λειτουργικές παραμέτρους, αλλά άπτεται του ίδιου του δομικού σκελετού του συνταγματικού κράτους δικαίου. Η δικαιοσύνη, ως αυτοτελής κρατική λειτουργία, δεν αντλεί τη θεσμική της νομιμοποίηση από την αρχή της πολιτικής πλειοψηφίας, αλλά από τη συνταγματική της αποστολή: τη διασφάλιση της υπεροχής του Συντάγματος, την εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον έλεγχο της άσκησης της δημόσιας εξουσίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η διαδικασία ανάδειξης της ηγεσίας της δεν μπορεί παρά να υπάγεται σε αυξημένες θεσμικές εγγυήσεις, ικανές να αποκλείουν την άμεση ή έμμεση πολιτική χειραγώγηση.

Η ιστορική εξέλιξη του ελληνικού συνταγματισμού καταδεικνύει ότι η ανάθεση της επιλογής της ανώτατης δικαστικής ηγεσίας στην εκτελεστική εξουσία αποτέλεσε προϊόν συγκεκριμένων πολιτειακών ισορροπιών, οι οποίες, ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται πλέον στις απαιτήσεις ενός ώριμου συνταγματικού κράτους. Η πρακτική αυτή, μολονότι τυπικά ερείδεται στη δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης, δημιουργεί ένα μόνιμο θεσμικό έλλειμμα, καθώς επιτρέπει τη διαμόρφωση σχέσης εξάρτησης —έστω και μόνον σε επίπεδο εντυπώσεων— μεταξύ της δικαστικής ηγεσίας και της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Στο σύγχρονο συνταγματικό περιβάλλον, όπου η έννοια της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης αξιολογείται όχι μόνον ως νομική κατάσταση αλλά και ως κοινωνικά αντιληπτή πραγματικότητα, το έλλειμμα αυτό καθίσταται ιδιαιτέρως προβληματικό.

Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπως διαμορφώθηκε από την κλασική θεωρία δεν συνεπάγεται απόλυτο λειτουργικό διαχωρισμό, αλλά ένα σύστημα θεσμικών αλληλεπιδράσεων υπό καθεστώς ισορροπίας. Ωστόσο, η ισορροπία αυτή προϋποθέτει ότι καμία εξουσία δεν αποκτά προνομιακή επιρροή επί της συγκρότησης της άλλης, ιδίως όταν πρόκειται για τη δικαστική λειτουργία, η οποία οφείλει να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο έναντι της πολιτικής εξουσίας. Η μονομερής ανάθεση της επιλογής της δικαστικής ηγεσίας στην εκτελεστική εξουσία αλλοιώνει τη λογική αυτή και καθιστά τη διάκριση των εξουσιών τυπική και όχι ουσιαστική.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η εισαγωγή συνταγματικού μηχανισμού που θα απαιτεί αυξημένη κοινοβουλευτική συναίνεση για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης αναδεικνύεται σε αναγκαία θεσμική μεταρρύθμιση. Η απαίτηση συμφωνίας τουλάχιστον των δύο μεγαλύτερων κοινοβουλευτικών κομμάτων δεν συνιστά απλώς διαδικαστική επιβάρυνση, αλλά ουσιώδη εγγύηση αποκομματικοποίησης. Η ανάγκη διακομματικής σύμπραξης λειτουργεί ως φίλτρο αποκλεισμού στενά κομματικών επιλογών και προάγει την ανάδειξη προσώπων που διαθέτουν όχι μόνον υψηλή επιστημονική κατάρτιση και μακρά δικαστική εμπειρία, αλλά και ευρύτερη θεσμική αποδοχή.

Η εν λόγω ρύθμιση εναρμονίζεται πλήρως με μια ποιοτική αντίληψη της δημοκρατικής αρχής, σύμφωνα με την οποία η απλή αριθμητική πλειοψηφία δεν επαρκεί για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν θεσμούς εγγυητικούς της ίδιας της δημοκρατίας. Αντιθέτως, η απαίτηση αυξημένων συναινέσεων αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό των ώριμων συνταγματικών συστημάτων, ιδίως σε ζητήματα που σχετίζονται με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, των ανεξάρτητων αρχών και των ανώτατων πολιτειακών οργάνων. Η δημοκρατική νομιμοποίηση, υπό την έννοια αυτή, δεν αποδυναμώνεται αλλά ενισχύεται, καθώς μετατοπίζεται από τη λογική της πολιτικής επικράτησης στη λογική της θεσμικής ευθύνης.

Εντούτοις, κάθε συνταγματικός μηχανισμός οφείλει να προβλέπει τη δυνατότητα υπέρβασης ενδεχόμενων θεσμικών αδιεξόδων. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι σε περιόδους οξείας πολιτικής πόλωσης η επίτευξη της απαιτούμενης συναίνεσης ενδέχεται να αποδειχθεί ανέφικτη, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο παρατεταμένης θεσμικής εκκρεμότητας. Για τον λόγο αυτό, η πρόβλεψη επικουρικού μηχανισμού, ενεργοποιούμενου μόνον σε περίπτωση αποτυχίας του πολιτικού συστήματος, καθίσταται αναγκαία.

Η ανάθεση της επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης στο ίδιο το δικαστικό σώμα, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ερείδεται στη θεμελιώδη αρχή της δικαστικής αυτοδιοίκησης. Το δικαστικό σώμα, ως συλλογικό όργανο συγκροτημένο επί τη βάσει της επαγγελματικής επάρκειας, της επιστημονικής γνώσης και της λειτουργικής εμπειρίας, βρίσκεται σε προνομιακή θέση να αξιολογήσει τα ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων. Η επιλογή αυτή δεν συνιστά μορφή συντεχνιακής αυτοαναπαραγωγής, εφόσον λειτουργεί επικουρικά και όχι ως κύριος κανόνας, αλλά αντιθέτως ενισχύει την εσωτερική θεσμική συνοχή της δικαιοσύνης και την απαλλάσσει από εξωτερικές πολιτικές πιέσεις.

Η συνταγματική θεωρία αναγνωρίζει ότι η πλήρης απομόνωση της δικαιοσύνης από κάθε στοιχείο δημοκρατικής νομιμοποίησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε θεσμική αυτάρκεια και έλλειμμα λογοδοσίας. Για τον λόγο αυτό, η πρόβλεψη δικαιώματος αρνησικυρίας του Προέδρου της Δημοκρατίας επί της επιλογής που πραγματοποιείται από το δικαστικό σώμα λειτουργεί ως κρίσιμος εξισορροπητικός μηχανισμός. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως υπερκομματικός πολιτειακός παράγοντας και εγγυητής του Συντάγματος, δεν ασκεί διακριτική ευχέρεια πολιτικής επιλογής, αλλά περιορισμένο έλεγχο θεσμικής νομιμότητας και καταλληλότητας.

Το δικαίωμα αυτό, ασκούμενο κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρή αιτιολόγηση, διασφαλίζει ότι η τελική επιλογή της δικαστικής ηγεσίας δεν θα προσκρούει σε θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές ούτε θα υπονομεύει το κύρος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, αποτρέπει τον κίνδυνο εσωτερικής αυθαιρεσίας, χωρίς να επαναφέρει την πολιτική εξουσία στο κέντρο της διαδικασίας. Πρόκειται, συνεπώς, για μηχανισμό θεσμικής εγγύησης και όχι πολιτικού ελέγχου.

Το προτεινόμενο σύστημα, ως ενιαία συνταγματική αρχιτεκτονική, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, όπου η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αξιολογείται με αυστηρά ποιοτικά κριτήρια. Η συνδυαστική λειτουργία αυξημένης κοινοβουλευτικής συναίνεσης, επικουρικής δικαστικής αυτοδιοίκησης και περιορισμένου πολιτειακού ελέγχου συγκροτεί ένα πλέγμα θεσμικών εγγυήσεων ικανό να ενισχύσει τόσο την πραγματική όσο και την αντιληπτή ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

Εν κατακλείδι, η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση προσφέρει μια ιστορική ευκαιρία αναβάθμισης του θεσμικού κύρους της δικαιοσύνης. Η αναμόρφωση του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της δεν αποτελεί απλώς τεχνική βελτίωση, αλλά βαθιά θεσμική τομή, η οποία επανακαθορίζει τη σχέση δικαιοσύνης και πολιτικής εξουσίας. Η υιοθέτηση ενός συστήματος αυξημένων συναινέσεων και θεσμικών αντιβάρων δύναται να αποτελέσει καθοριστικό βήμα προς την εδραίωση ενός ισχυρού, ανεξάρτητου και αξιόπιστου δικαστικού συστήματος, αντάξιου των απαιτήσεων του σύγχρονου συνταγματικού πολιτισμού.

Περαιτέρω, η συζήτηση περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν μπορεί να αποκοπεί από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή συνταγματική εμπειρία, όπου η έννοια του κράτους δικαίου έχει αναχθεί σε υπέρτατη κανονιστική αρχή της έννομης τάξης. Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν εξαντλείται σε τυπικές εγγυήσεις, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη διαδικασιών που αποκλείουν κάθε εύλογη υπόνοια πολιτικής επιρροής. Ιδίως, η απαίτηση η δικαστική εξουσία να εμφανίζεται ως ανεξάρτητη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η κοινωνική εμπιστοσύνη προς τη δικαιοσύνη αποτελεί λειτουργικό όρο της αποτελεσματικότητάς της.

Στο πλαίσιο αυτό, ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης αναδεικνύεται σε κρίσιμο δείκτη ποιότητας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η απουσία συναινετικών μηχανισμών ενισχύει την εντύπωση πολιτικής εξάρτησης, ακόμη και όταν δεν υφίστανται πραγματικές παρεμβάσεις στο δικαιοδοτικό έργο. Αντιθέτως, η θεσμοθέτηση διαδικασιών αυξημένης συναίνεσης λειτουργεί προληπτικά, αποτρέποντας τη διαμόρφωση σχέσεων πολιτικής εγγύτητας και ενισχύοντας τη θεσμική αυτονομία της δικαιοσύνης. Υπό την έννοια αυτή, η συνταγματική κατοχύρωση της διακομματικής συμφωνίας για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς οργανωτική ρύθμιση, αλλά ουσιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου.

Η προτεινόμενη λύση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και από την άποψη της θεσμικής σταθερότητας. Η επιλογή δικαστικής ηγεσίας με ευρεία κοινοβουλευτική αποδοχή περιορίζει τον κίνδυνο αμφισβήτησης της νομιμοποίησής της σε περιόδους πολιτικής εναλλαγής και συμβάλλει στη συνέχεια της δικαστικής λειτουργίας. Παράλληλα, ενισχύει την εσωτερική συνοχή του δικαστικού σώματος, καθώς η ηγεσία του δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία, αλλά με μια διαχρονική συνταγματική επιλογή.

Η επικουρική ανάθεση της αρμοδιότητας επιλογής της δικαστικής ηγεσίας στους ίδιους τους δικαστές, σε περίπτωση αποτυχίας του πολιτικού συστήματος, συνιστά έκφραση θεσμικής ωριμότητας και όχι αδυναμίας. Το Σύνταγμα, ως κανονιστικό κείμενο μακράς πνοής, οφείλει να προβλέπει μηχανισμούς αυτορρύθμισης για την αποφυγή παρατεταμένων αδιεξόδων. Η λύση αυτή δεν υποκαθιστά τη δημοκρατική νομιμοποίηση, αλλά τη συμπληρώνει, αναγνωρίζοντας ότι η δικαστική εξουσία διαθέτει τη δική της θεσμική λογική και αυτονομία.

Η συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω δικαιώματος αρνησικυρίας ολοκληρώνει τη συνταγματική αρχιτεκτονική του προτεινόμενου συστήματος, προσδίδοντας σε αυτό χαρακτήρα θεσμικής εγγύησης και όχι πολιτικού ελέγχου. Ο ρόλος του Προέδρου δεν είναι να επιλέγει, αλλά να διασφαλίζει ότι η επιλογή κινείται εντός των ορίων της συνταγματικής κανονικότητας. Η λειτουργία αυτή συνάδει με τη φύση του θεσμού ως υπερκομματικού εγγυητή της ενότητας και της συνέχειας του πολιτεύματος.

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η αναμόρφωση του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης δεν συνιστά μεμονωμένη μεταρρύθμιση, αλλά κεντρικό στοιχείο μιας συνολικότερης αναβάθμισης του συνταγματικού πλαισίου. Η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, τόσο σε πραγματικό όσο και σε αντιληπτό επίπεδο, αποτελεί προϋπόθεση για την εδραίωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς και για την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ένα Σύνταγμα που θωρακίζει τη δικαιοσύνη απέναντι στην πολιτική συγκυρία δεν περιορίζει τη δημοκρατία, αλλά τη βαθαίνει, μετατρέποντάς την από μηχανισμό εξουσίας σε εγγύηση ελευθερίας και νομιμότητας.