Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση επαναφέρει με αυξημένη ένταση στο επίκεντρο της πολιτικής, νομικής και επιστημονικής συζήτησης το ζήτημα της θεσμικής λειτουργικότητας του ελληνικού πολιτεύματος και, ειδικότερα, τον ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας εντός του κοινοβουλευτικού συστήματος. Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί σε επιμέρους τεχνικές τροποποιήσεις ούτε να εξαντληθεί σε αποσπασματικές θεσμικές προτάσεις. Αντιθέτως, απαιτεί μια συνολική, συστηματική και δογματικά συνεκτική προσέγγιση, η οποία να λαμβάνει υπόψη τη συνταγματική ιστορία της Μεταπολίτευσης, την αναθεωρητική πρακτική, τη λειτουργική εμπειρία των θεσμών και τις δομικές προκλήσεις της σύγχρονης δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί τον ανώτατο άρχοντα του κράτους και φέρει τον κανονιστικό προσδιορισμό του ρυθμιστή του πολιτεύματος. Η έννοια αυτή δεν συνιστά απλή διακηρυκτική ή συμβολική αναφορά, αλλά ενσωματώνει μια συγκεκριμένη συνταγματική αποστολή: τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των κρατικών οργάνων, τη θεσμική εξισορρόπηση των εξουσιών και τη διαφύλαξη της συνταγματικής κανονικότητας. Ωστόσο, η αναθεώρηση του 1986 περιόρισε δραστικά τις ουσιαστικές αρμοδιότητες του θεσμού, αφαιρώντας του κρίσιμα ρυθμιστικά εργαλεία και μετατρέποντάς τον, σε μεγάλο βαθμό, σε θεσμό περιορισμένης πρακτικής επιρροής.
Η επιλογή αυτή υπαγορεύθηκε από τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία της πρώιμης Μεταπολίτευσης και την ανάγκη αποτροπής θεσμικών συγκρούσεων σε ένα πολιτικό σύστημα που βρισκόταν ακόμη σε φάση σταθεροποίησης. Ωστόσο, η μακροχρόνια εφαρμογή του μετα-1986 συνταγματικού πλαισίου ανέδειξε σημαντικά λειτουργικά ελλείμματα. Το ελληνικό πολίτευμα εξελίχθηκε σταδιακά σε ένα έντονα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, με συγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική λειτουργία και περιορισμένα θεσμικά αντίβαρα εκτός της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η αποδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν συνιστά απλώς περιορισμό αρμοδιοτήτων, αλλά επηρεάζει τον ίδιο τον μηχανισμό θεσμικής ισορροπίας και ελέγχου.
Η προτεινόμενη ήπια ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν αποσκοπεί στη μεταβολή της μορφής του πολιτεύματος ούτε στη δημιουργία δυισμού στην εκτελεστική εξουσία. Αντιθέτως, ερείδεται στη θεμελιώδη αρχή του κοινοβουλευτισμού και στη λογική της θεσμικής συμπλήρωσης. Πρόκειται για ενίσχυση ποιοτική και λειτουργική, όχι πολιτική, αυστηρά οριοθετημένη, συνταγματικά σαφή και πολιτικά ουδέτερη. Η ενίσχυση αυτή αποβλέπει στη θωράκιση της θεσμικής κανονικότητας και όχι στην αναδιανομή της πολιτικής εξουσίας.
Κεντρικό στοιχείο της σχετικής προβληματικής αποτελεί η δυνατότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να συγκαλεί συμβούλιο πολιτικών αρχηγών. Η πρακτική αυτή, αν και έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα σε περιόδους εθνικής ή πολιτικής κρίσης, στερείται ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης. Η θεσμοθέτηση μιας τέτοιας αρμοδιότητας, με αυστηρά συμβουλευτικό χαρακτήρα και χωρίς δεσμευτικά αποτελέσματα, θα μπορούσε να ενισχύσει τον ρόλο του Προέδρου ως θεσμικού διαμεσολαβητή και παράγοντα πολιτικής συνεννόησης. Η σύγκληση του συμβουλίου δεν θα λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς την κυβέρνηση ή τη Βουλή, αλλά συμπληρωματικά, ιδίως σε ζητήματα υπερκομματικής σημασίας.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η συζήτηση για τη συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Το άρθρο 90 του Συντάγματος αναθέτει την επιλογή αυτή στο Υπουργικό Συμβούλιο, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονη κριτική στη θεωρία ως προς τον βαθμό πολιτικής επιρροής στη δικαστική εξουσία. Η ενδεχόμενη εμπλοκή του Προέδρου, είτε μέσω επικυρωτικού ρόλου είτε μέσω διατύπωσης αιτιολογημένης μη δεσμευτικής γνώμης, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόσθετη εγγύηση ανεξαρτησίας, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
Ανάλογες σκέψεις ισχύουν και για τις Ανεξάρτητες Αρχές, οι οποίες αποτελούν κρίσιμους θεσμούς του κράτους δικαίου. Η συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας στη διαδικασία συγκρότησης ή επιλογής της ηγεσίας τους, σε καθαρά εγγυητικό πλαίσιο, θα μπορούσε να ενισχύσει τη θεσμική τους αυτονομία και τη δημόσια εμπιστοσύνη, ιδίως σε περιβάλλον αυξημένης πολιτικής καχυποψίας.
Η δογματική θεμελίωση της ήπιας ενίσχυσης του Προέδρου της Δημοκρατίας αντλεί από τη θεωρία του ρυθμιστή του πολιτεύματος, η οποία έχει ισχυρή παρουσία στο ευρωπαϊκό συνταγματικό δίκαιο. Η έννοια του ρυθμιστή δεν ταυτίζεται με την άσκηση εκτελεστικής εξουσίας, αλλά με την ύπαρξη θεσμικών εργαλείων παρέμβασης σε περιπτώσεις δυσλειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Ο Πρόεδρος λειτουργεί ως θεσμικός εγγυητής και όχι ως πολιτικός ανταγωνιστής της κυβέρνησης.
Στη σύγχρονη ελληνική συνταγματική θεωρία διακρίνονται δύο βασικές σχολές σκέψης. Η πρώτη υποστηρίζει έναν αυστηρά περιορισμένο, σχεδόν εθιμοτυπικό ρόλο του Προέδρου, στο όνομα της προστασίας της κοινοβουλευτικής αρχής. Η δεύτερη αναγνωρίζει ότι η πλήρης αποδυνάμωση του θεσμού οδηγεί σε θεσμικό έλλειμμα εξισορρόπησης και υπερσυγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική λειτουργία. Η παρούσα προσέγγιση εδράζεται στη δεύτερη σχολή, χωρίς να υιοθετεί λογικές επαναφοράς ενισχυμένων προεδρικών αρμοδιοτήτων.
Η απουσία πολιτικής ευθύνης του Προέδρου της Δημοκρατίας καθιστά τον θεσμό κατάλληλο για την άσκηση εγγυητικών αρμοδιοτήτων. Η διάκριση μεταξύ πολιτικής ευθύνης και συνταγματικής εγγύησης αποτελεί κρίσιμο δογματικό σημείο. Ο Πρόεδρος δεν λογοδοτεί πολιτικά, αλλά φέρει αυξημένη θεσμική ευθύνη ως προς τη διασφάλιση της συνταγματικής ομαλότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αρμοδιότητα κύρωσης και αναπομπής των νόμων. Η αναπομπή δεν αποτελεί απλώς τυπική δυνατότητα, αλλά θεσμικό εργαλείο ελέγχου της ποιότητας της νομοθετικής λειτουργίας. Η ενίσχυση του κύρους αυτής της αρμοδιότητας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός ήπιας θεσμικής επιβράδυνσης και συνταγματικού φιλτραρίσματος της νομοθετικής παραγωγής.
Η συγκριτική συνταγματική εμπειρία επιβεβαιώνει τη σημασία ενός ενεργού, αλλά πολιτικά ουδέτερου αρχηγού του κράτους. Στη Γερμανία, ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος διαθέτει ουσιαστικές εγγυητικές αρμοδιότητες, ιδίως μέσω της άρνησης υπογραφής πράξεων που κρίνονται αντισυνταγματικές. Στην Ιταλία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση κυβερνητικών κρίσεων. Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι η ύπαρξη ρυθμιστικού θεσμού ενισχύει, και δεν αποδυναμώνει, τον κοινοβουλευτισμό.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Βουλή και όχι απευθείας από το εκλογικό σώμα. Το στοιχείο αυτό αποκλείει τη δημιουργία ανταγωνιστικής πολιτικής νομιμοποίησης και καθιστά την ήπια ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του θεσμικά ασφαλή. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμικός πολλαπλασιαστής σταθερότητας.
Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ιστορική ευκαιρία για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η ήπια, δογματικά τεκμηριωμένη και θεσμικά συνεπής ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας της δημοκρατικής διακυβέρνησης, στη θωράκιση του κράτους δικαίου και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.
Σε τελική ανάλυση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν πρέπει να παραμένει θεσμός αδρανής ούτε να μετατρέπεται σε πολιτικό παίκτη. Η συνταγματική ωριμότητα επιβάλλει μια ισορροπημένη προσέγγιση, όπου ο θεσμός λειτουργεί ως ρυθμιστής, εγγυητής και σταθεροποιητικός παράγοντας. Η αναθεώρηση που επίκειται οφείλει να ανταποκριθεί σε αυτή την ανάγκη με δογματική ακρίβεια, θεσμική νηφαλιότητα και πολιτειακή διορατικότητα.
Πρόσφατα σχόλια