Η συνταγματική πρόβλεψη και προστασία του κοινωνικού κράτους στα ευρωπαϊκά πολιτεύματα δεν αποτελεί απλώς τεχνική επιλογή κοινωνικής πολιτικής, αλλά συγκροτεί έναν θεμελιώδη άξονα της ίδιας της ευρωπαϊκής συνταγματικής ορθολογικότητας. Το κοινωνικό κράτος ενσωματώνεται στα ευρωπαϊκά συντάγματα ως απάντηση σε ένα δομικό πρόβλημα της νεωτερικής δημοκρατίας: την εγγενή αδυναμία της τυπικής ισότητας και των ατομικών δικαιωμάτων να εξασφαλίσουν, από μόνα τους, πραγματικές συνθήκες ελευθερίας, κοινωνικής ένταξης και πολιτικής συμμετοχής. Υπό αυτή την έννοια, το κοινωνικό κράτος δεν λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον φιλελεύθερο συνταγματισμό, αλλά ως διορθωτικός και σταθεροποιητικός μηχανισμός του, μετατρέποντας τη δημοκρατία από διαδικαστικό σχήμα σε ουσιαστική μορφή πολιτικής οργάνωσης.

Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής συνταγματικής εμπειρίας, το κοινωνικό κράτος συνιστά κανονιστική επιλογή υπέρ ενός ενεργού, παρεμβατικού και ευθυνόφορου κράτους, το οποίο αναλαμβάνει θετικές υποχρεώσεις για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Σε αντίθεση με συνταγματικά μοντέλα που περιορίζονται στην αρνητική προστασία της ελευθερίας έναντι της κρατικής εξουσίας, τα ευρωπαϊκά συντάγματα αναγνωρίζουν ότι η κοινωνική ανισότητα, η οικονομική επισφάλεια και η δομική φτώχεια μπορούν να λειτουργήσουν ως εξίσου περιοριστικοί παράγοντες της ελευθερίας με την αυθαίρετη κρατική παρέμβαση. Η συνταγματική θεμελίωση του κοινωνικού κράτους αντανακλά, συνεπώς, μια διευρυμένη αντίληψη περί ελευθερίας, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο την απουσία καταναγκασμού, αλλά και την ύπαρξη υλικών και θεσμικών προϋποθέσεων για την άσκηση των δικαιωμάτων.

Από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης, το κοινωνικό κράτος στα ευρωπαϊκά συντάγματα λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής ενσωμάτωσης και νομιμοποίησης. Η καθιέρωση κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικών εγγυήσεων αποσκοπεί στη σταθεροποίηση της δημοκρατικής συναίνεσης, περιορίζοντας τις κοινωνικές εντάσεις που παράγει η οικονομία της αγοράς. Το κοινωνικό κράτος μετατρέπεται έτσι σε θεσμικό αντίβαρο της οικονομικής ανισότητας και σε εργαλείο πρόληψης της πολιτικής αποξένωσης. Η ευρωπαϊκή εμπειρία καταδεικνύει ότι η αποσύνδεση της δημοκρατίας από το κοινωνικό της περιεχόμενο οδηγεί σε κρίση εμπιστοσύνης, άνοδο του λαϊκισμού και αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών.

Στο επίπεδο του συνταγματικού δικαίου, το κοινωνικό κράτος στα ευρωπαϊκά συντάγματα εμφανίζεται είτε ως ρητή θεμελιώδης αρχή είτε ως σύνολο κοινωνικών δικαιωμάτων με αυξημένη κανονιστική βαρύτητα. Ανεξαρτήτως της τεχνικής διατύπωσης, η κοινή συνισταμένη είναι η αναγνώριση ότι ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται όχι μόνο αρνητικά, αλλά και θετικά: οφείλει να αναπτύσσει πολιτικές κοινωνικής προστασίας, να διασφαλίζει ελάχιστα επίπεδα αξιοπρεπούς διαβίωσης και να αποτρέπει την περιθωριοποίηση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Η συνταγματική κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους λειτουργεί ως όριο στην πολιτική διακριτική ευχέρεια, ιδίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης, επιβάλλοντας την προστασία ενός ελάχιστου κοινωνικού πυρήνα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η σχέση του κοινωνικού κράτους με τη δημοσιονομική συνταγματικότητα. Τα ευρωπαϊκά συντάγματα καλούνται να εξισορροπήσουν δύο δυνητικά ανταγωνιστικές επιταγές: αφενός τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και αφετέρου τη διατήρηση της κοινωνικής προστασίας. Η σύγχρονη συνταγματική θεωρία τείνει να απορρίπτει την αντίληψη ότι το κοινωνικό κράτος αποτελεί απλώς παράγοντα δημοσιονομικού κόστους, αναγνωρίζοντας τον ρόλο του ως επένδυση κοινωνικής συνοχής και μακροπρόθεσμης πολιτικής σταθερότητας. Η αρχή της βιωσιμότητας του κοινωνικού κράτους ενσωματώνει την ανάγκη θεσμικής προσαρμογής χωρίς αποδόμηση του κανονιστικού του πυρήνα.

Σε συγκριτική προοπτική, το κοινωνικό κράτος αναδεικνύεται σε στοιχείο της ευρωπαϊκής συνταγματικής ταυτότητας, το οποίο διαφοροποιεί ουσιωδώς τα ευρωπαϊκά πολιτεύματα από άλλα δυτικά συνταγματικά πρότυπα. Η ευρωπαϊκή συνταγματική τάξη, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, διαμορφώνει ένα πολυεπίπεδο σύστημα κοινωνικής προστασίας, στο οποίο τα εθνικά συντάγματα, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Χάρτα συνδιαλέγονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Το κοινωνικό κράτος παύει έτσι να αποτελεί αποκλειστικά εθνική υπόθεση και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.

Η συνταγματική προστασία του κοινωνικού κράτους αποκτά, τέλος, ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα των σύγχρονων μετασχηματισμών της εργασίας, της τεχνολογικής εξέλιξης και της δημογραφικής αλλαγής. Η ψηφιοποίηση της οικονομίας, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η γήρανση του πληθυσμού θέτουν υπό αμφισβήτηση τα παραδοσιακά μοντέλα κοινωνικής ασφάλισης. Τα ευρωπαϊκά συντάγματα καλούνται να λειτουργήσουν όχι ως τροχοπέδη στην προσαρμογή, αλλά ως κανονιστικό πλαίσιο που εγγυάται ότι η μετάβαση δεν θα πραγματοποιηθεί εις βάρος της κοινωνικής συνοχής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Υπό αυτή την έννοια, το κοινωνικό κράτος παραμένει ανοιχτό, δυναμικό και εξελισσόμενο συνταγματικό πρόταγμα.

Συμπερασματικά, το κοινωνικό κράτος στα ευρωπαϊκά συντάγματα συνιστά θεσμική συμπύκνωση μιας βαθιάς πολιτικής επιλογής: της επιλογής υπέρ μιας δημοκρατίας κοινωνικά θεμελιωμένης και κανονιστικά υπεύθυνης. Η αποδυνάμωσή του δεν συνεπάγεται συνταγματικό εκσυγχρονισμό, αλλά απώλεια κανονιστικής συνοχής και πολιτικής νομιμοποίησης. Αντιθέτως, η διατήρηση και προσαρμογή του κοινωνικού κράτους αποτελεί αναγκαία συνθήκη για τη θεσμική ανθεκτικότητα της Ευρώπης σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας.