Το ερώτημα περί του τι επιδιώκει η Ελλάδα από τη σχέση της με την Τουρκία δεν συνιστά απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της κρατικής της υπόστασης ως κυρίαρχου και θεσμικά ώριμου δρώντος στο διεθνές σύστημα. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί με όρους συγκυριακής αποκλιμάκωσης ή επικοινωνιακής διαχείρισης κρίσεων, αλλά απαιτεί σαφή στρατηγική επιλογή, εδραζόμενη στο διεθνές δίκαιο, στη διεθνή δικαιοδοσία και στη συνειδητή αποδοχή ότι η νομική ισχύς αποτελεί μορφή πολιτικής ισχύος.

Η Ελλάδα λειτουργεί εντός ενός διεθνούς περιβάλλοντος το οποίο χαρακτηρίζεται από επαναφορά της ισχύος ως βασικού ρυθμιστικού παράγοντα, αποδυνάμωση της πολυμέρειας και αυξανόμενη ανοχή σε αναθεωρητικές πρακτικές. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται την απαξίωση του διεθνούς δικαίου, αλλά την αναβάθμιση της σημασίας του για κράτη που επιδιώκουν σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Για την Ελλάδα, το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά δομικό στοιχείο εθνικής ασφάλειας.

Η διαχρονική ελληνική επιλογή της διπλωματικής ακινησίας, υπό την προσδοκία ότι ο χρόνος ή οι διεθνείς συσχετισμοί θα λειτουργήσουν ανασχετικά έναντι της τουρκικής αναθεωρητικής συμπεριφοράς, έχει αποδειχθεί στρατηγικά εσφαλμένη. Η Τουρκία αξιοποίησε το κενό πρωτοβουλίας για να παγιώσει πρακτικές και αφηγήματα που μετακινούν σταδιακά το πλαίσιο συζήτησης από το δίκαιο στην ισχύ. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών, η αμφισβήτηση της πλήρους επήρειας των ελληνικών νησιών, η εργαλειοποίηση της ευθυδικίας και η διατήρηση ενεργού casus belli συνθέτουν ένα συνεκτικό αναθεωρητικό πλέγμα.

Το casus belli που υιοθετήθηκε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση το 1995, σε περίπτωση άσκησης από την Ελλάδα του νόμιμου δικαιώματός της για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, συνιστά ευθεία και διαρκή απειλή χρήσης βίας. Η απειλή αυτή παραβιάζει κατάφωρα το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και θεμελιώδη κανόνα του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή, αλλά για νομικά ενεργό στοιχείο διεθνούς παρανομίας, το οποίο αποστερεί την Τουρκία από το επιχείρημα της καλής πίστης σε οποιαδήποτε διαδικασία διαπραγμάτευσης.

Περαιτέρω, η διατήρηση απειλής χρήσης βίας ενεργοποιεί, σε θεωρητικό και νομικό επίπεδο, το πλαίσιο του άρθρου 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών περί έμφυτου δικαιώματος ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας. Χωρίς να υιοθετείται λογική προληπτικής χρήσης βίας, καθίσταται σαφές ότι η Ελλάδα διαθέτει πλήρη νομική βάση να θεωρεί την τουρκική στάση ως συνεχιζόμενη απειλή κατά της ειρήνης και της ασφάλειάς της. Η ρητή επισήμανση αυτού του νομικού πλαισίου δεν αποσκοπεί στην κλιμάκωση, αλλά στη θεσμική αποτροπή.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η προσφυγή στη διεθνή δικαιοδοσία και ιδίως στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν αποτελεί επιλογή αδυναμίας, αλλά στρατηγική επιβολής του δικαίου έναντι της ισχύος. Η Ελλάδα οφείλει να προσεγγίσει τη Χάγη όχι ως καταφύγιο, αλλά ως πεδίο άσκησης κυριαρχίας. Η διεθνής δικαιοδοσία αποτελεί τον μόνο μηχανισμό που μπορεί να μετατρέψει μια δυνητικά βίαιη διαφορά σε θεσμικά ελεγχόμενη διαδικασία.

Κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής αυτής είναι ο αυστηρός και περιοριστικός καθορισμός του αντικειμένου της διαφοράς. Η Ελλάδα οφείλει να αποδεχθεί μόνο την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης ως αντικείμενο δικαστικής κρίσης. Ζητήματα κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης ή αμφισβήτησης διεθνών συνθηκών δεν συνιστούν διαφορές, αλλά μονομερείς αμφισβητήσεις θεμελιωμένων νομικών καθεστώτων.

Το συνυποσχετικό προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της διαδικασίας. Η διατύπωσή του πρέπει να αποκλείει κάθε δυνατότητα ερμηνευτικής διεύρυνσης. Η διεθνής νομολογία έχει καταδείξει ότι η ασάφεια λειτουργεί συχνά εις βάρος του διαδίκου που επιδιώκει τη δικαστική επίλυση. Η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει σε μακρόχρονη, τεχνικά άρτια και πολιτικά υποστηριζόμενη νομική προετοιμασία.

Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης παρέχει ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της ελληνικής θέσης. Στην υπόθεση Λιβύη κατά Μάλτας (1985) αναγνωρίστηκε ρητά ότι τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, ενώ η αρχή της ευθυδικίας δεν αναιρεί τα δικαιώματά τους. Στην υπόθεση Ρουμανία κατά Ουκρανίας (2009) επιβεβαιώθηκε ότι ακόμη και μικροί νησιωτικοί σχηματισμοί δεν αγνοούνται συλλήβδην. Στην υπόθεση Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012) κατέστη σαφές ότι η ευθυδικία λειτουργεί διορθωτικά και όχι ακυρωτικά της γεωγραφίας.

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής επιχειρηματολογίας. Παρότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, οι βασικές διατάξεις της Σύμβασης έχουν εθιμικό χαρακτήρα και δεσμεύουν όλα τα κράτη. Η πλήρης επήρεια των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ αποτελεί γενικό κανόνα, από τον οποίο οι αποκλίσεις είναι περιορισμένες και εξαιρετικές.

Η προσφυγή στη Χάγη δεν αποσκοπεί σε απόλυτη δικαστική νίκη, αλλά στη θεσμική σταθεροποίηση της ελληνοτουρκικής σχέσης. Ακόμη και μια απόφαση που δεν ικανοποιεί στο μέγιστο βαθμό τις ελληνικές προσδοκίες παρέχει νομική σαφήνεια, αποτρεπτική ισχύ και δυνατότητα στρατηγικού σχεδιασμού χωρίς τη μόνιμη απειλή κρίσης.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα οφείλει να αναδείξει τη θεσμική αντίφαση που συνιστά η ύπαρξη ενεργού απειλής χρήσης βίας από χώρα που επιδιώκει στρατηγική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η άρση του casus belli πρέπει να αναχθεί σε προϋπόθεση κάθε μορφής εμβάθυνσης των ευρωτουρκικών σχέσεων. Η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να αποδέχεται σιωπηρά την παραβίαση θεμελιωδών αρχών της διεθνούς έννομης τάξης.

Συνολικά, η Ελλάδα καλείται να εγκαταλείψει τη λογική της διαχείρισης κρίσεων και να υιοθετήσει στρατηγική διαμόρφωσης πλαισίου. Η διεθνής δικαιοδοσία, η ρητή αποδόμηση της απειλής χρήσης βίας, η επίκληση του άρθρου 51 ως νομικού ορίου και η αταλάντευτη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας συνιστούν τον μόνο ρεαλιστικό και θεσμικά ώριμο δρόμο. Η επιλογή αυτή δεν εγγυάται απουσία κόστους, εγγυάται όμως τη μετάβαση από την αβεβαιότητα στη νομικά κατοχυρωμένη σταθερότητα.

Η ελληνική επιλογή της διεθνούς δικαιοδοσίας αποκτά πρόσθετο βάθος εάν ενταχθεί στο ιστορικό και θεωρητικό πλαίσιο της εξέλιξης του διεθνούς δικαίου. Από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας έως τη σύγχρονη μεταψυχροπολεμική τάξη, η σταδιακή θεσμοποίηση της ειρηνικής επίλυσης διαφορών υπήρξε απάντηση στην αποσταθεροποιητική δυναμική της ανεξέλεγκτης κρατικής ισχύος. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη λογική: δεν ακυρώνει την πολιτική, αλλά την εντάσσει σε κανόνες. Για την Ελλάδα, η προσφυγή σε αυτό το πλαίσιο δεν αποτελεί απλώς τεχνική επιλογή, αλλά συνειδητή ένταξη σε μια ιστορική παράδοση θεσμικής ορθολογικότητας.

Η τουρκική στάση, αντιθέτως, εντάσσεται σε μια διαφορετική σχολή σκέψης, όπου το διεθνές δίκαιο αντιμετωπίζεται εργαλειακά και επιλεκτικά. Η αποδοχή του όταν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα και η αμφισβήτησή του όταν τα περιορίζει συνιστούν κλασικό παράδειγμα αναθεωρητικού ρεαλισμού. Η Ελλάδα οφείλει να αποδομήσει αυτή τη στάση όχι μόνο νομικά, αλλά και εννοιολογικά, αναδεικνύοντας ότι η επιλεκτική εφαρμογή κανόνων υπονομεύει τη διεθνή σταθερότητα και, τελικώς, επιστρέφει ως απειλή και για τον ίδιο τον αναθεωρητικό δρώντα.

Στο πεδίο του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, η ελληνική θέση παρουσιάζει ιδιαίτερη συνοχή. Η γεωγραφική διαμόρφωση του ελληνικού χώρου, με την έντονη νησιωτικότητα και τη διασπορά νησιωτικών συμπλεγμάτων, δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα που αναιρεί τον κανόνα, αλλά περίπτωση που επιβεβαιώνει την ανάγκη ύπαρξης γενικών και αφηρημένων κανόνων. Η UNCLOS θεσπίστηκε ακριβώς για να ρυθμίσει τέτοιες σύνθετες γεωγραφικές πραγματικότητες, αποτρέποντας την αυθαίρετη επιβολή ισχύος.

Η έννοια της ευθυδικίας, την οποία επικαλείται συχνά η τουρκική επιχειρηματολογία, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσχημα ανατροπής της νομικής τάξης. Η ευθυδικία, όπως έχει ερμηνευθεί από τη διεθνή νομολογία, δεν αποτελεί αυτόνομη πηγή δικαίου, αλλά μέθοδο εφαρμογής του. Η μετατροπή της σε πολιτικό εργαλείο, αποκομμένο από το γράμμα και το πνεύμα της UNCLOS, συνιστά νομική στρέβλωση. Η Ελλάδα οφείλει να αναδεικνύει σταθερά ότι η ευθυδικία δεν εξουσιοδοτεί μηδενισμό δικαιωμάτων, αλλά προσαρμογή τους στο πλαίσιο της αναλογικότητας.

Η επιλογή της Χάγης επιτρέπει επίσης στην Ελλάδα να μετατοπίσει το βάρος της συζήτησης από τη στρατιωτική ισχύ στη θεσμική αξιοπιστία. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η στρατιωτική αποτροπή παραμένει αναγκαία αλλά όχι επαρκής, η νομική αποτροπή αποκτά αυξανόμενη σημασία. Η ύπαρξη σαφούς, διεθνώς αναγνωρισμένης απόφασης περιορίζει δραστικά τα περιθώρια μονομερούς δράσης και αυξάνει το πολιτικό κόστος παραβίασης.

Η ελληνική στρατηγική οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τη διάσταση της διεθνούς κοινής γνώμης. Η συστηματική προσήλωση στο διεθνές δίκαιο ενισχύει τη διεθνή εικόνα της χώρας ως προβλέψιμου και αξιόπιστου εταίρου. Αντιθέτως, η αποφυγή πρωτοβουλιών δημιουργεί την εντύπωση αμφιθυμίας, η οποία συχνά ερμηνεύεται ως αδυναμία. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να εμφανίζεται ως κράτος που επιδιώκει ενεργά τη θεσμική επίλυση διαφορών.

Στο πλαίσιο αυτό, η σύνδεση της διεθνούς δικαιοδοσίας με την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις εγγενείς της αδυναμίες, παραμένει κανονιστική δύναμη που θεμελιώνεται στο κράτος δικαίου. Η ελληνική στρατηγική μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ της ευρωπαϊκής νομικής κουλτούρας και της περιφερειακής γεωπολιτικής πραγματικότητας της Ανατολικής Μεσογείου.

Η ανάδειξη της απειλής χρήσης βίας ως θεσμικού ζητήματος και όχι ως διμερούς διαφοράς μεταφέρει το βάρος από την Ελλάδα στους διεθνείς οργανισμούς. Η επιμονή στην άρση του casus belli είναι απαίτηση συμμόρφωσης με τον πυρήνα της διεθνούς έννομης τάξης. Η Ελλάδα οφείλει να επαναλαμβάνει ότι η απειλή χρήσης βίας δεν είναι διαπραγματεύσιμη, αλλά παράνομη.

Η στρατηγική αυτή δεν αναιρεί την ανάγκη διατήρησης αξιόπιστης αποτρεπτικής ικανότητας. Αντιθέτως, τη συμπληρώνει. Η στρατιωτική ισχύς χωρίς νομική νομιμοποίηση οδηγεί σε απομόνωση· η νομική επιχειρηματολογία χωρίς αποτρεπτική ισχύ οδηγεί σε απαξίωση. Η ισορροπία μεταξύ των δύο αποτελεί προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας.

Τελικώς, η ελληνική επιλογή της διεθνούς δικαιοδοσίας και της σκληρής νομικής γραμμής δεν αποσκοπεί στην ηθική υπεροχή, αλλά στη στρατηγική σταθερότητα. Η Ελλάδα δεν επιδιώκει να τιμωρήσει την Τουρκία, αλλά να οριοθετήσει σαφώς τα όρια της νόμιμης συμπεριφοράς. Η μετάβαση από την αβεβαιότητα στη θεσμικά κατοχυρωμένη σαφήνεια αποτελεί πράξη στρατηγικής ωριμότητας.

Η συγκρότηση μιας τέτοιας στρατηγικής απαιτεί πολιτικό θάρρος και κοινωνική ειλικρίνεια. Η διεθνής δικαιοδοσία δεν εγγυάται απόλυτα αποτελέσματα, εγγυάται όμως κανόνες. Και σε ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αναθεωρητισμό, οι κανόνες αποτελούν το ισχυρότερο ανάχωμα απέναντι στην αυθαιρεσία. Για την Ελλάδα, η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς μία από τις διαθέσιμες επιλογές· είναι η μόνη που συνάδει με τον ιστορικό της ρόλο, τη γεωπολιτική της θέση και τη θεσμική της ταυτότητα.