Η έννοια της κυριαρχίας αποτέλεσε ιστορικά τον ακρογωνιαίο λίθο της κρατικής οργάνωσης και της διεθνούς τάξης. Από τη βεστφαλιανή της σύλληψη ως απόλυτης και αποκλειστικής εξουσίας επί συγκεκριμένου εδάφους, έως τη σταδιακή της θεσμική ενσωμάτωση σε ένα πλέγμα κανόνων, υποχρεώσεων και διεθνών περιορισμών, η κυριαρχία δεν υπήρξε ποτέ στατική. Στον 21ο αιώνα, και ιδίως στο μεταψυχροπολεμικό διεθνές σύστημα, η κυριαρχία μετασχηματίζεται εκ νέου, όχι ως έννοια υπό κατάργηση, αλλά ως έννοια υπό αναδιατύπωση. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν τα κράτη εξακολουθούν να είναι κυρίαρχα, αλλά με ποιον τρόπο ασκείται πλέον η κυριαρχία και ποια είναι τα κριτήρια νομιμοποίησής της.
Η παραδοσιακή αντίληψη της κυριαρχίας ως απλής ικανότητας επιβολής βούλησης μέσω ισχύος αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ανεπαρκής για να εξηγήσει τη λειτουργία του σύγχρονου διεθνούς συστήματος. Η στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί αναγκαία συνθήκη επιβίωσης των κρατών, αλλά δεν συνιστά επαρκή συνθήκη διεθνούς επιρροής και στρατηγικής σταθερότητας. Αντιθέτως, η άσκηση κυριαρχίας στον 21ο αιώνα προϋποθέτει θεσμική ικανότητα, κανονιστική ενσωμάτωση και πολιτική ευθύνη. Η ισχύς που δεν εντάσσεται σε κανόνες μετατρέπεται σε πηγή αστάθειας, ενώ οι κανόνες χωρίς ισχύ κινδυνεύουν να καταστούν κενό γράμμα.
Η μετατόπιση αυτή συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη της διεθνούς έννομης τάξης. Το διεθνές δίκαιο, παρά τις εγγενείς του αδυναμίες και τα συχνά ελλείμματα επιβολής, έχει καταστεί βασικός μηχανισμός οριοθέτησης της κρατικής συμπεριφοράς. Η απαγόρευση της απειλής ή χρήσης βίας, η αρχή της ειρηνικής επίλυσης διαφορών και η προστασία της κυριαρχικής ισότητας των κρατών συγκροτούν τον πυρήνα ενός συστήματος που αποσκοπεί όχι στην εξάλειψη της ισχύος, αλλά στη θεσμική της πειθάρχηση. Στο πλαίσιο αυτό, η κυριαρχία δεν περιορίζεται· αντιθέτως, επαναπροσδιορίζεται ως ικανότητα λειτουργίας εντός κανόνων που παράγουν προβλεψιμότητα.
Η κρίση της σύγχρονης διεθνούς τάξης δεν συνίσταται στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας καθαυτής, αλλά στην αμφισβήτηση των ορίων άσκησής της. Ο αναθεωρητισμός που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε διάφορες γεωπολιτικές ζώνες εκφράζει ακριβώς αυτή τη σύγκρουση: από τη μία πλευρά, κράτη που αντιλαμβάνονται την κυριαρχία ως δικαίωμα εξαίρεσης από κανόνες· από την άλλη, κράτη που θεωρούν ότι η νομιμότητα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ισχύος τους. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς νομική ή ηθική· είναι βαθύτατα πολιτική και στρατηγική.
Στο περιβάλλον αυτό, η έννοια της κανονιστικής ισχύος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Κράτη που επενδύουν συστηματικά στη συμμόρφωση με κανόνες, στη θεσμική συνέπεια και στη διεθνή νομιμοποίηση δεν ενεργούν από αφέλεια ή ιδεαλισμό, αλλά από στρατηγικό υπολογισμό. Η προβλεψιμότητα, η αξιοπιστία και η θεσμική συνέπεια λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος, ιδίως για κράτη που δεν διαθέτουν απεριόριστους υλικούς πόρους. Η κυριαρχία, υπό αυτή την έννοια, μετατρέπεται από μονοδιάστατο δικαίωμα επιβολής σε σύνθετη ικανότητα διαμόρφωσης κανόνων και συμπεριφορών.
Η Ευρώπη συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του μετασχηματισμού. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν κατήργησε την κυριαρχία των κρατών-μελών, αλλά την ανακατασκεύασε σε πολυεπίπεδο πλαίσιο. Η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων δεν ισοδυναμεί με απώλεια κυριαρχίας, αλλά με αναδιανομή της άσκησής της. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή εμπειρία αποκαλύπτει και τα όρια της κανονιστικής προσέγγισης όταν αυτή δεν συνοδεύεται από επαρκή στρατηγική ικανότητα. Η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργήσει ως ενιαία γεωπολιτική δύναμη αναδεικνύει την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ κανόνων και ισχύος.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μετάβαση προς μια πιο πολυπολική τάξη εντείνει τη σημασία της κυριαρχίας ως έννοιας ευθύνης. Η άνοδος νέων δρώντων και η σχετική υποχώρηση της μονοπολικής ηγεμονίας δεν οδηγούν αυτομάτως σε απορρύθμιση, αλλά αυξάνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων περί νομιμότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή των κανόνων δεν είναι ουδέτερη· αποτελεί πολιτική δήλωση και στρατηγική τοποθέτηση.
Για τα μικρά και μεσαία κράτη, η σύγχρονη κυριαρχία συνδέεται άρρηκτα με την ικανότητα ένταξης σε θεσμικά δίκτυα και συμμαχίες. Η απομόνωση, ακόμη και όταν συνοδεύεται από υψηλό βαθμό εσωτερικού ελέγχου, περιορίζει δραστικά τη διεθνή επιρροή. Αντιθέτως, η ενεργή συμμετοχή στη διαμόρφωση κανόνων ενισχύει τη φωνή και το στρατηγικό βάρος. Η κυριαρχία, επομένως, δεν ασκείται πλέον αποκλειστικά μέσω της άρνησης περιορισμών, αλλά μέσω της συνδιαμόρφωσής τους.
Η πολιτική ευθύνη αναδεικνύεται ως κρίσιμο στοιχείο αυτής της νέας αντίληψης. Η άσκηση κυριαρχίας συνεπάγεται επιλογές που έχουν συνέπειες πέραν των εθνικών συνόρων. Η συνειδητή παραβίαση κανόνων, ακόμη και όταν προσφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη, διαβρώνει τη διεθνή εμπιστοσύνη και αυξάνει το κόστος μεσοπρόθεσμα. Η πολιτική ευθύνη δεν ταυτίζεται με την ηθικολογία· αποτελεί αναγνώριση του γεγονότος ότι η διεθνής σταθερότητα είναι συλλογικό αγαθό.
Η έννοια της κυριαρχίας ως ευθύνης δεν αναιρεί το δικαίωμα αυτοάμυνας ούτε την ανάγκη αποτροπής. Αντιθέτως, τα εντάσσει σε σαφές θεσμικό πλαίσιο. Η αποτροπή που στηρίζεται αποκλειστικά στην απειλή ισχύος χωρίς νομιμοποιητικό πλαίσιο παράγει ανασφάλεια και κλιμάκωση. Αντίθετα, η αποτροπή που εδράζεται σε αναγνωρισμένους κανόνες ενισχύει τη σταθερότητα και μειώνει την πιθανότητα σύγκρουσης.
Στον 21ο αιώνα, η κυριαρχία δεν μετριέται μόνο σε όρους στρατιωτικών δυνατοτήτων ή εδαφικού ελέγχου, αλλά σε όρους θεσμικής αξιοπιστίας. Κράτη που μπορούν να προβλέψουν, να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν το κανονιστικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν διαθέτουν ουσιαστικό πλεονέκτημα. Η ικανότητα αυτή δεν είναι δεδομένη· απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό, πολιτική συνέπεια και επένδυση σε θεσμούς.
Η σύγχρονη συζήτηση περί κυριαρχίας οφείλει, επομένως, να απομακρυνθεί από τα απλουστευτικά διλήμματα μεταξύ ισχύος και δικαίου. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η σύνθεση των δύο. Η κυριαρχία που αγνοεί τους κανόνες οδηγεί σε ανασφάλεια· οι κανόνες χωρίς κυριαρχική βούληση οδηγούν σε αδυναμία. Η ισορροπία μεταξύ τους αποτελεί τον πυρήνα της στρατηγικής ωριμότητας.
Τελικώς, η κυριαρχία στον 21ο αιώνα είναι πρωτίστως πολιτική επιλογή. Είναι η επιλογή μεταξύ μιας βραχυπρόθεσμης αντίληψης ισχύος και μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής σταθερότητας. Κράτη που επιλέγουν συνειδητά τον δρόμο των κανόνων δεν παραιτούνται από την ισχύ τους· την επανανοηματοδοτούν. Σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας, αυτή η επανανοηματοδότηση δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα.
Πρόσφατα σχόλια