Η διαρκής επίκληση από την Τουρκία του casus belli έναντι της Ελλάδας σε περίπτωση άσκησης νομίμων και αναγνωρισμένων κυριαρχικών της δικαιωμάτων συνιστά ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα συστηματικής παραβίασης του σύγχρονου διεθνούς δικαίου και ταυτόχρονα μια συνειδητή στρατηγική εργαλειοποίησης της απειλής χρήσης βίας ως μέσου πολιτικής πίεσης. Η έννοια του casus belli, αν και ιστορικά συνδεδεμένη με προνεωτερικές αντιλήψεις περί πολέμου και κρατικής κυριαρχίας, στο σύγχρονο διεθνές νομικό σύστημα δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια που να νομιμοποιεί τη χρήση ή την απειλή χρήσης ένοπλης βίας. Αντιθέτως, η ρητή διατύπωση απειλής πολέμου συνιστά ευθεία παραβίαση θεμελιωδών κανόνων jus cogens, δηλαδή κανόνων αναγκαστικού διεθνούς δικαίου από τους οποίους δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση.

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, και ειδικότερα το άρθρο 2 παράγραφος 4, καθιερώνει την καθολική απαγόρευση όχι μόνο της χρήσης αλλά και της απειλής χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις. Η απαγόρευση αυτή δεν αποτελεί απλή συμβατική υποχρέωση, αλλά έχει αναχθεί, τόσο από τη διεθνή θεωρία όσο και από τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, σε κανόνα εθιμικού δικαίου και κανόνα jus cogens. Η απειλή χρήσης βίας, ανεξαρτήτως του αν υλοποιείται, θεωρείται από το διεθνές δίκαιο αυτοτελής παράνομη πράξη, καθώς διαβρώνει το σύστημα συλλογικής ασφάλειας και υπονομεύει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, το casus belli που έχει διακηρυχθεί από την τουρκική Εθνοσυνέλευση σε σχέση με την ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια συνιστά μια ιδιότυπη και πρωτοφανή διεθνή πρακτική. Η Ελλάδα δεν απειλεί την Τουρκία, δεν παραβιάζει διεθνείς συνθήκες και δεν ενεργεί μονομερώς εκτός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου. Αντιθέτως, η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια προβλέπεται ρητά από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και αναγνωρίζεται ως εθιμικός κανόνας γενικής εφαρμογής, ανεξαρτήτως συμμετοχής ενός κράτους στη σύμβαση. Η Τουρκία, παρότι δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση, δεσμεύεται από τους εθιμικούς κανόνες που αυτή κωδικοποιεί.

Η τουρκική θέση, σύμφωνα με την οποία η άσκηση ενός κυριαρχικού δικαιώματος από την Ελλάδα θα συνιστούσε λόγο πολέμου, αντιστρέφει πλήρως τη λογική του διεθνούς δικαίου. Αντί το δίκαιο να λειτουργεί ως μηχανισμός ειρηνικής ρύθμισης διαφορών, μετατρέπεται, σύμφωνα με το τουρκικό αφήγημα, σε παράγοντα πρόκλησης σύγκρουσης. Πρόκειται για κατάχρηση δικαιώματος και ταυτόχρονα για κατάχρηση νομικής ερμηνείας, καθώς η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει μια νόμιμη πράξη σε παράνομη μέσω της απειλής βίας, επιβάλλοντας de facto περιορισμούς στην ελληνική κυριαρχία.

Η διεθνής νομολογία είναι απολύτως σαφής ως προς το ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση Nicaragua κατά Ηνωμένων Πολιτειών, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αναγνώρισε ρητά ότι η απειλή χρήσης βίας αποτελεί παραβίαση του άρθρου 2§4 του Χάρτη, ακόμη και όταν δεν ακολουθείται από πραγματική ένοπλη σύγκρουση. Αντίστοιχα, σε μεταγενέστερες γνωμοδοτήσεις, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η απαγόρευση της απειλής βίας αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της διεθνούς έννομης τάξης και συνδέεται άρρηκτα με την αρχή της κυριαρχικής ισότητας των κρατών.

Η τουρκική στάση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν εξεταστεί υπό το πρίσμα της αρχής της καλής πίστης στις διεθνείς σχέσεις. Η αρχή αυτή, η οποία διατρέχει ολόκληρο το διεθνές δίκαιο, επιβάλλει στα κράτη να ασκούν τα δικαιώματά τους χωρίς να υπονομεύουν τα δικαιώματα άλλων κρατών και χωρίς να καταφεύγουν σε απειλές ή εκβιασμούς. Η διαρκής επίκληση casus belli από την Τουρκία συνιστά θεσμικό εκβιασμό, καθώς επιχειρεί να εξαναγκάσει την Ελλάδα σε αυτοπεριορισμό, όχι μέσω νομικών επιχειρημάτων ή διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλά μέσω της απειλής ένοπλης σύγκρουσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σχέση του casus belli με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών περί νόμιμης άμυνας. Η Τουρκία δεν μπορεί να επικαλεστεί νόμιμη άμυνα έναντι μιας πράξης που δεν συνιστά ένοπλη επίθεση. Η επέκταση χωρικών υδάτων ή η άσκηση άλλων κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί ούτε χρήση βίας ούτε απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας άλλου κράτους. Συνεπώς, οποιαδήποτε επίκληση αυτοάμυνας εκ μέρους της Τουρκίας θα ήταν προδήλως καταχρηστική και αντίθετη τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα του Χάρτη.

Η επιμονή της Τουρκίας στο casus belli αποκαλύπτει μια βαθύτερη στρατηγική επιλογή: την αντικατάσταση του δικαίου από την ισχύ ως βασικού ρυθμιστή των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Πρόκειται για μια αναθεωρητική προσέγγιση, η οποία δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο ζήτημα, αλλά διατρέχει συνολικά τη στάση της Άγκυρας απέναντι στο διεθνές σύστημα. Η απειλή χρήσης βίας λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής της άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων από την Ελλάδα και ως μέσο δημιουργίας τετελεσμένων, τα οποία στη συνέχεια επιχειρείται να νομιμοποιηθούν πολιτικά.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα του casus belli δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα διμερών σχέσεων, αλλά ένα μείζον θεσμικό και νομικό ζήτημα που αφορά τη λειτουργία του διεθνούς δικαίου στο σύνολό του. Η ανοχή μιας τέτοιας απειλής υπονομεύει την αρχή της κυριαρχικής ισότητας και δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο για τη διεθνή κοινότητα. Η ελληνική στρατηγική οφείλει, συνεπώς, να αναδεικνύει συστηματικά τον παράνομο χαρακτήρα της τουρκικής στάσης, όχι μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά και σε όλα τα διεθνή φόρα, μετατρέποντας το casus belli από εργαλείο πίεσης σε τεκμήριο διεθνούς παραβατικότητας.

Η ουσία του ζητήματος δεν έγκειται στο αν και πότε η Ελλάδα θα ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, αλλά στο αν το διεθνές σύστημα θα επιτρέψει σε ένα κράτος να απειλεί με πόλεμο προκειμένου να αποτρέψει την εφαρμογή του δικαίου. Υπό αυτή την έννοια, το casus belli της Τουρκίας δεν στρέφεται μόνο κατά της Ελλάδας, αλλά κατά της ίδιας της διεθνούς έννομης τάξης.