Η διεθνής έννομη τάξη, από τις πρώτες συγκροτήσεις της έως τη σύγχρονη μορφή της, έχει αποτελέσει το βασικό θεσμικό πλαίσιο στο οποίο τα κράτη και οι διεθνείς δρώντες προσδιορίζουν τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τα όρια δράσης τους. Η έννοια της κανονικότητας στο διεθνές δίκαιο αναφέρεται στην τήρηση και εφαρμογή κανόνων, θεσμών και διαδικασιών με τρόπο που, θεωρητικά, διασφαλίζει προβλεψιμότητα, σταθερότητα και έναν βαθμό δικαιοσύνης στις διεθνείς σχέσεις. Ωστόσο, μια ενδελεχής επιστημονική ανάλυση αποκαλύπτει ότι η ίδια η κανονικότητα, όταν εφαρμόζεται στην πράξη, συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής και σταθεροποίησης ανισοτήτων μεταξύ κρατών. Η «θεσμική ουδετερότητα» του διεθνούς δικαίου, η οποία θεωρητικά εγγυάται ισότητα ενώπιον των κανόνων, στην πραγματικότητα ενισχύει εκείνους που διαθέτουν τους πόρους, την τεχνογνωσία και τις στρατηγικές δυνατότητες να αξιοποιούν τους θεσμούς υπέρ τους, ενώ τα λιγότερο ισχυρά κράτη περιορίζονται από την ίδια τη δομή του συστήματος.

Η σταθεροποίηση των ανισοτήτων μέσω της κανονικότητας δεν συντελείται με προφανή ή απτή παραβίαση κανόνων, ούτε αποτελεί αναγκαία συνέπεια αυθαίρετης συμπεριφοράς. Αντιθέτως, ενσωματώνεται στη λειτουργία των διεθνών κανόνων, διαδικασιών και θεσμών. Οι διαδικασίες αυτές απαιτούν από τους δρώντες υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας, εξειδικευμένες νομικές δεξιότητες, πρόσβαση σε θεσμικούς μηχανισμούς και δυνατότητα στρατηγικής αξιοποίησης των κανόνων. Τα κράτη που διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να επωφεληθούν από τα ίδια τα όρια και τις απαιτήσεις της κανονικότητας, ενώ τα κράτη με περιορισμένους πόρους συχνά μένουν σε κατάσταση αδράνειας ή αναγκάζονται να υποχωρούν, διατηρώντας έτσι διαρκώς την άνιση ισορροπία.

Η χρονική διάσταση της διεθνούς κανονικότητας συμβάλλει στην αναπαραγωγή αυτών των ανισοτήτων. Οι διεθνείς διαδικασίες χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα, εκτενείς διαδικαστικές απαιτήσεις και καθυστερήσεις στην απόδοση δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν τα μικρότερα κράτη μπορούν να επικαλεστούν θεσμικά δικαιώματα, η πραγματοποίηση θετικών αποτελεσμάτων καθυστερεί ή αποθαρρύνει τη συμμετοχή τους. Η χρονική ασυμμετρία επιτρέπει στα ισχυρότερα κράτη να διαχειρίζονται κρίσεις και να επαναδιατυπώνουν υποχρεώσεις προς όφελός τους, ενώ τα λιγότερο ισχυρά δεν διαθέτουν αντίστοιχες στρατηγικές επιλογές.

Στην πράξη, η διεθνής κανονικότητα επιτρέπει στα ισχυρότερα κράτη να ασκούν πολιτική επιρροή χωρίς άμεση ανάληψη κόστους. Μέσα από τη νομική τυποποίηση και τις διαδικαστικές πολυπλοκότητες, τα κράτη αυτά μπορούν να επιτυγχάνουν αποτελέσματα που ευνοούν τα συμφέροντά τους, μεταθέτοντας την ευθύνη για τις συνέπειες σε θεσμικές διαδικασίες. Αυτή η δυνατότητα, πέρα από την ενίσχυση της ανισότητας, δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου οι αδύναμοι δρώντες υποχρεούνται να προσαρμόζονται στις αποφάσεις που διαμορφώνονται από τους ισχυρότερους.

Η διεθνής κανονικότητα σταθεροποιεί ανισότητες επίσης μέσω της επιλεκτικής εφαρμογής του δικαίου και της διαφοροποιημένης πρόσβασης σε θεσμικούς μηχανισμούς. Παρά την τυπική υποχρέωση ίσης μεταχείρισης, διεθνείς οργανισμοί, διεθνή δικαστήρια και πολυμερείς θεσμοί παρέχουν διαφορετική αποτελεσματικότητα και προτεραιότητα ανάλογα με την ισχύ και τη διεθνή σύνδεση των κρατών. Η πρακτική αυτή, χωρίς να παραβιάζει κανόνες, δημιουργεί ένα σύστημα όπου τα ισχυρότερα κράτη ωφελούνται συστηματικά, ενώ τα αδύναμα περιορίζονται σε δευτερεύουσα θέση.

Η χρονική ασυμμετρία και η πολυπλοκότητα των διαδικασιών είναι εμφανείς σε διεθνείς υποθέσεις όπως οι αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, όπου η εκδίκαση διαφορών μεταξύ ισχυρών και μικρών κρατών διαρκεί χρόνια, επηρεάζοντας την ικανότητα των αδύναμων να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Επιπλέον, η πρόσβαση σε εξειδικευμένους δικηγόρους, διεθνείς νομικές ομάδες και τεχνικούς συμβούλους συχνά καθορίζει την αποτελεσματικότητα των προσφυγών, ενισχύοντας περαιτέρω την ανισότητα. Παράδειγμα αποτελεί η διαχείριση των περιβαλλοντικών υποθέσεων σε πολυμερείς οργανισμούς, όπου τα κράτη με περιορισμένους πόρους δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τη διαδικασία και να επηρεάσουν τις αποφάσεις.

Η έννοια της θεσμικής ουδετερότητας μεταφράζεται σε πρακτικό επίπεδο σε άνιση κατανομή δύναμης, καθώς η τυπική ισότητα ενώπιον του νόμου δεν οδηγεί σε πραγματική ισότητα στην εφαρμογή των κανόνων. Οι αποφάσεις ενισχύουν συχνά τις υπάρχουσες ιεραρχίες ισχύος, και η νομιμοποίηση των διαδικασιών λειτουργεί για την παγίωση της κατάστασης αυτής. Τα ισχυρά κράτη, εκμεταλλευόμενα την τεχνογνωσία και την πρόσβαση σε θεσμούς, μπορούν να επιτύχουν στρατηγικά αποτελέσματα που ενισχύουν την επιρροή τους, ενώ τα μικρότερα ή λιγότερο ισχυρά κράτη παραμένουν περιορισμένα, παγιώνοντας τη διαφορά δυναμικού.

Συγκεκριμένα, σε περιφερειακό επίπεδο, οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών δείχνουν πώς οι διαδικασίες και οι κανονισμοί, ενώ θεωρητικά ισχυρίζονται ότι προωθούν ίση μεταχείριση, στην πραγματικότητα ευνοούν τα μέλη με υψηλότερους πόρους και μεγαλύτερη δυνατότητα εκπροσώπησης. Η διαφορά στην ικανότητα διαχείρισης των θεσμικών διαδικασιών οδηγεί σε συστηματική προτίμηση προς ισχυρότερα κράτη, επιβεβαιώνοντας τη λειτουργία της κανονικότητας ως μηχανισμού αναπαραγωγής ανισοτήτων.

Η σταθεροποίηση των ανισοτήτων επεκτείνεται και σε πολυμερή διεθνή πλαίσια όπως ο ΟΗΕ και οι σχετικές επιτροπές του, όπου οι ισχυροί δρώντες, λόγω σταθερής παρουσίας και επιρροής, μπορούν να καθορίζουν το πλαίσιο λήψης αποφάσεων, ενώ τα αδύναμα κράτη έχουν περιορισμένη δυνατότητα πραγματικής συμμετοχής. Η κανονικότητα, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί ως μηχανισμός που διασφαλίζει την επαναληψιμότητα των αποφάσεων και τη διατήρηση της υπάρχουσας ιεραρχίας ισχύος.

Η διατήρηση της κανονικότητας ως μηχανισμού ανισοτήτων δεν είναι τυχαία. Στρατηγικά σχεδιασμένες διαδικασίες, συνδυαστικά με την πολυπλοκότητα των κανόνων και τη χρονική καθυστέρηση, επιτρέπουν την αναπαραγωγή της επιρροής των ισχυρών κρατών και την ελαχιστοποίηση των δυνατοτήτων των ασθενέστερων. Η διεθνής έννομη τάξη έτσι μετατρέπεται σε εργαλείο σταθεροποίησης ιεραρχιών, όπου η ισχύς, η τεχνογνωσία και η ικανότητα διαχείρισης διαδικασιών υπερβαίνουν τη θεωρητική ισότητα των κανόνων.

Συμπερασματικά, η διεθνής νομική κανονικότητα, ενώ θεωρητικά προάγει την ισότητα και τη δικαιοσύνη, στην πράξη λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης ανισοτήτων. Η πολυπλοκότητα των διαδικασιών, η χρονική ασυμμετρία, η άνιση πρόσβαση σε θεσμικά μέσα και η δυνατότητα στρατηγικής αξιοποίησης των κανόνων από τα ισχυρότερα κράτη δημιουργούν ένα σύστημα όπου η κανονικότητα παγιώνει τις υπάρχουσες ισορροπίες δύναμης αντί να τις διορθώνει. Η κατανόηση αυτής της λειτουργίας είναι κρίσιμη για την ανάλυση των διεθνών σχέσεων και της διεθνούς έννομης τάξης στον 21ο αιώνα, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα αναγνώρισης των δομικών προκλήσεων και περιορισμών του συστήματος.