Σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς επανέρχεται ως βασικό εργαλείο πολιτικής, το διεθνές Δίκαιο  λειτουργεί ως πλαίσιο εντός του οποίου οι κρατικές στρατηγικές αποκτούν νομιμοποίηση ή απονομιμοποιούνται. Η ελληνική περίπτωση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους που επιδιώκει να μετατρέψει το Διεθνές Δίκαιο από αμυντικό επιχείρημα σε ενεργό εργαλείο στρατηγικής αποτροπής.

Η έννοια των κυριαρχικών δικαιωμάτων, ιδίως στις θαλάσσιες ζώνες, δεν ταυτίζεται με την πλήρη κυριαρχία, αλλά συνιστά λειτουργική εξουσία συγκεκριμένου σκοπού. Αυτή ακριβώς η λειτουργικότητα καθιστά τα δικαιώματα αυτά ευάλωτα σε αμφισβητήσεις, ιδίως όταν γειτονικά κράτη υιοθετούν αναθεωρητικές ερμηνείες ή επιδιώκουν τη δημιουργία τετελεσμένων. Η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν είναι νομική αφηρημένη πράξη· είναι πολιτική και στρατηγική επιλογή με σαφές κόστος και όφελος.

Το Δίκαιο της Θάλασσας συγκροτήθηκε ως μηχανισμός σταθερότητας και προβλεψιμότητας σε ένα περιβάλλον δυνητικών συγκρούσεων. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από τη βούληση των κρατών να το εφαρμόσουν και να το σεβαστούν. Η Ελλάδα έχει υιοθετήσει διαχρονικά τη στρατηγική της πλήρους εναρμόνισης με το διεθνές νομικό πλαίσιο, όχι από νομικισμό, αλλά από συνειδητή στρατηγική επιλογή. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στη χώρα να ενσωματώνει τη νομική επιχειρηματολογία σε ένα ευρύτερο πλέγμα αποτροπής.

Η αποτροπή, στη σύγχρονη διεθνολογική θεωρία, δεν περιορίζεται στη στρατιωτική απειλή. Υφίσταται και ως αποτροπή νομιμοποίησης: η ικανότητα ενός κράτους να καθιστά πολιτικά, θεσμικά και διπλωματικά δυσβάστακτη την παραβίαση των δικαιωμάτων του από τρίτους. Η Ελλάδα επενδύει σε αυτή τη μορφή αποτροπής, εντάσσοντας τις ενέργειές της σε διεθνή θεσμικά πλαίσια και ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη νομική τεκμηρίωση των θέσεών της.

Η στρατηγική αξία των θαλάσσιων ζωνών δεν εξαντλείται στη νομική τους υπόσταση. Συνδέεται άμεσα με τον έλεγχο δραστηριοτήτων υψηλής πολιτικής και οικονομικής σημασίας. Η μη άσκηση δικαιωμάτων σε αυτές τις ζώνες δημιουργεί σταδιακά συνθήκες αποδυνάμωσης της κρατικής θέσης, καθώς η απραξία μπορεί να εκληφθεί ως σιωπηρή αποδοχή περιορισμών. Η ελληνική στρατηγική βασίζεται στην αρχή ότι τα δικαιώματα που δεν ασκούνται καθίστανται ευάλωτα.

Στο πλαίσιο αυτό, η έμμεση αποτροπή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται για επίδειξη ισχύος, αλλά για συστηματική δημιουργία κόστους σε όποιον επιχειρεί να αμφισβητήσει το υφιστάμενο νομικό καθεστώς. Το κόστος αυτό δεν είναι μόνο στρατιωτικό· είναι διπλωματικό, οικονομικό και θεσμικό. Η Ελλάδα, ενισχύοντας τη θέση της εντός των διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών, μετατρέπει κάθε αμφισβήτηση σε διεθνές ζήτημα και όχι σε διμερές παίγνιο ισχύος.

Η σχέση μεταξύ δικαίου και ισχύος δεν είναι αντιθετική, αλλά συμπληρωματική. Το δίκαιο χωρίς ισχύ παραμένει ευχολόγιο· η ισχύς χωρίς δίκαιο οδηγεί σε αποσταθεροποίηση. Η ελληνική στρατηγική επιδιώκει την ισορροπία αυτών των δύο στοιχείων, επιλέγοντας την ενίσχυση της νομικής θέσης ως μέσο μακροπρόθεσμης αποτροπής. Η επιλογή αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας και μειώνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης.

Οι περιφερειακές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο καθιστούν σαφές ότι οι θαλάσσιες ζώνες αποτελούν πεδίο σύγκρουσης αφηγήσεων. Η Ελλάδα αντιπαραθέτει σε αναθεωρητικές αφηγήσεις ένα συνεκτικό νομικό και θεσμικό αφήγημα, το οποίο εδράζεται σε διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες. Η συνέπεια αυτής της στάσης δημιουργεί μακροπρόθεσμο στρατηγικό κεφάλαιο, ακόμη και όταν οι άμεσες αποδόσεις δεν είναι ορατές.

Η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων προϋποθέτει επίσης διοικητική και θεσμική επάρκεια. Η ύπαρξη σαφών διαδικασιών, διαφανών μηχανισμών και θεσμικής μνήμης ενισχύει τη θέση του κράτους σε περίπτωση αμφισβήτησης. Η Ελλάδα έχει επενδύσει σταδιακά στη θεσμική οργάνωση των σχετικών πολιτικών, αναγνωρίζοντας ότι η αποτροπή δεν είναι μόνο θέμα εξωτερικής πολιτικής, αλλά και εσωτερικής κρατικής λειτουργίας.

Η ελληνική στρατηγική  αποσκοπεί στη διατήρηση ενός πλαισίου σταθερότητας που επιτρέπει την άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων χωρίς κλιμάκωση. Το Διεθνές Δίκαιο λειτουργεί ως εργαλείο ισχύος μόνο όταν υποστηρίζεται από πολιτική βούληση, θεσμική συνέπεια και στρατηγική ψυχραιμία. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας, αυτή η προσέγγιση αναδεικνύεται ως η πλέον ρεαλιστική και βιώσιμη.