Η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να κρίνει παράνομο σημαντικό μέρος των λεγόμενων «ανταποδοτικών» δασμών που επιβλήθηκαν μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνιστά γεγονός με ιδιαίτερη θεσμική, πολιτική και γεωοικονομική βαρύτητα. Η σημασία της απόφασης υπερβαίνει κατά πολύ το στενό πεδίο της εμπορικής πολιτικής, καθώς αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας, τα όρια της προεδρικής διακριτικής ευχέρειας και τη λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Η δικαστική αυτή παρέμβαση ανέτρεψε έναν από τους βασικούς άξονες του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης, επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη και σε ένα ισχυρά προεδρικό σύστημα η άσκηση οικονομικής ισχύος υπόκειται σε σαφή συνταγματικό και νομοθετικό έλεγχο.

Η στρατηγική χρήση των δασμών αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της οικονομικής και εμπορικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διακυβέρνηση Τραμπ. Οι δασμοί δεν λειτούργησαν απλώς ως μέσο προστασίας της εγχώριας παραγωγής, αλλά αναβαθμίστηκαν σε βασικό εργαλείο άσκησης πίεσης προς τους εμπορικούς εταίρους, με σκοπό την αναδιαπραγμάτευση των όρων συμμετοχής τους στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Η λογική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη οικονομικού εθνικισμού, σύμφωνα με την οποία το κράτος οφείλει να αξιοποιεί όλα τα διαθέσιμα μέσα για τη διασφάλιση της σχετικής του ισχύος και τη διόρθωση των εμπορικών ανισορροπιών που θεωρούνται επιζήμιες για την εθνική οικονομία.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ακύρωσε τους ανταποδοτικούς δασμούς που επιβλήθηκαν σχεδόν στο σύνολο των εισαγόμενων προϊόντων, διατηρώντας ωστόσο σε ισχύ τους δασμούς σε συγκεκριμένους στρατηγικούς τομείς, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας, το αλουμίνιο και τα φαρμακευτικά προϊόντα. Η διάκριση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς αντανακλά την προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ θεσμικού ελέγχου και αναγνώρισης της σημασίας ορισμένων τομέων για την εθνική ασφάλεια και τη βιομηχανική πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική επίδραση της απόφασης είναι η ουσιαστική αποδυνάμωση ενός οριζόντιου και γενικευμένου μηχανισμού άσκησης εμπορικής πίεσης.

Οι άμεσες οικονομικές συνέπειες της δικαστικής απόφασης είναι μετρήσιμες και ιδιαίτερα σημαντικές. Η εκτιμώμενη μείωση του μέσου δασμολογικού συντελεστή από το 16,8% στο περίπου 9,5% συνεπάγεται αναδιάταξη του κόστους σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους τελικούς καταναλωτές. Παράλληλα, η δυνατότητα των εταιρειών να διεκδικήσουν επιστροφή των καταβληθέντων δασμών δημιουργεί δυνητικά σοβαρό δημοσιονομικό βάρος για το ομοσπονδιακό κράτος. Οι εκτιμήσεις για έσοδα 130–140 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025 από τους ακυρωθέντες δασμούς καταδεικνύουν το εύρος της οικονομικής ανατροπής, ενώ οι πολιτικές δηλώσεις περί αποζημιώσεων εκατοντάδων δισεκατομμυρίων υπογραμμίζουν τη σύγκρουση μεταξύ εκτελεστικής ρητορικής και θεσμικής πραγματικότητας.

Η συζήτηση περί αποζημιώσεων δεν περιορίζεται στο δημοσιονομικό επίπεδο, αλλά αποκτά σαφή πολιτική και κοινωνική διάσταση. Όταν πολιτειακές αρχές και κυβερνήτες ζητούν επιστροφές χρημάτων προς τα νοικοκυριά, βασιζόμενοι σε ακαδημαϊκές εκτιμήσεις, η εμπορική πολιτική μετατρέπεται σε ζήτημα εσωτερικής αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι δασμοί, παρά τη ρητορική προστασίας της εγχώριας εργασίας, λειτουργούν συχνά ως έμμεσος φόρος που επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, αυξάνοντας το κόστος βασικών καταναλωτικών αγαθών. Η ανάδειξη αυτού του ζητήματος αποδυναμώνει την πολιτική νομιμοποίηση της δασμολογικής στρατηγικής και ενισχύει τις εσωτερικές αντιστάσεις απέναντί της.

Πέραν των άμεσων οικονομικών επιπτώσεων, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου επηρεάζει καθοριστικά τη διαπραγματευτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές επίπεδο. Οι δασμοί αποτέλεσαν βασικό εργαλείο εξαναγκαστικής διαπραγμάτευσης, καθώς η απειλή επιβολής ή κλιμάκωσής τους λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης προς τους εμπορικούς εταίρους. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς τους περιορίζει την αξιοπιστία αυτής της απειλής και μειώνει την ευελιξία της κυβέρνησης να χρησιμοποιεί το εμπόριο ως εργαλείο άσκησης ισχύος. Η παραδοχή κυβερνητικών στελεχών ότι μια δυσμενής δικαστική απόφαση θα περιόριζε αυτή την ευελιξία επιβεβαιώνει ότι οι δασμοί είχαν αναχθεί σε κεντρικό υποκατάστατο της παραδοσιακής διπλωματίας.

Η άμεση αντίδραση της εκτελεστικής εξουσίας, με την υπογραφή νέου διατάγματος που επιβάλλει οριζόντιο παγκόσμιο δασμό 10% για περίοδο 150 ημερών, καταδεικνύει τόσο την επιμονή της προεδρικής στρατηγικής όσο και τα θεσμικά της όρια. Η επίκληση εμπορικού νόμου του 1974, που επιτρέπει παρεμβάσεις σε περιπτώσεις σοβαρής ανισορροπίας στο ισοζύγιο πληρωμών, αποκαλύπτει την αναζήτηση εναλλακτικών νομικών βάσεων για τη συνέχιση της δασμολογικής πολιτικής. Ωστόσο, το χρονικό όριο του μέτρου εισάγει έναν παράγοντα προσωρινότητας και αβεβαιότητας που υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική του αποτελεσματικότητα.

Η υποχρέωση ενδεχόμενης έγκρισης από το Κογκρέσο των ΗΠΑ μετά τη λήξη της περιόδου αυτής μεταφέρει το βάρος της απόφασης στο νομοθετικό σώμα, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές πολιτικές αντιφάσεις της αμερικανικής εμπορικής στρατηγικής. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης πόλωσης και ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων, η προοπτική ψήφισης νομοθεσίας που θα επανέφερε εκτεταμένους δασμούς είναι αβέβαιη. Οι επιφυλάξεις ακόμη και εντός του κυβερνώντος κόμματος αντανακλούν τη σύγκρουση μεταξύ πολιτικής ρητορικής, επιχειρηματικών συμφερόντων και κοινωνικών επιπτώσεων.

Η γεωοικονομική διάσταση της υπόθεσης είναι εξίσου κρίσιμη. Η Κίνα αποτέλεσε τον βασικό στόχο της δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ, όχι μόνο σε εμπορικό αλλά και σε στρατηγικό επίπεδο. Οι ανταποδοτικοί δασμοί λειτούργησαν ως μέσο πίεσης σε ζητήματα τεχνολογικής κυριαρχίας, κρατικών επιδοτήσεων και ελέγχου κρίσιμων αλυσίδων αξίας. Η ακύρωση μεγάλου μέρους αυτών των δασμών αποδυναμώνει τη μονομερή ικανότητα της Ουάσινγκτον να επιβάλλει κόστος στο Πεκίνο, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την κινεζική στρατηγική διαφοροποίησης αγορών και μείωσης της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως βασικός εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ και θεσμικός υπέρμαχος του πολυμερούς εμπορικού συστήματος, αντιμετωπίζει την εξέλιξη αυτή με αμφιθυμία. Από τη μία πλευρά, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ενισχύει τη θέση της υπέρ του κράτους δικαίου και της θεσμικής ρύθμισης του εμπορίου. Από την άλλη, η επιβολή νέου καθολικού δασμού, ακόμη και σε χώρες με υφιστάμενες συμφωνίες, υπονομεύει την εμπιστοσύνη και επιβεβαιώνει την αστάθεια της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής. Το γεγονός αυτό ωθεί την ΕΕ να επιδιώξει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και ενίσχυση των δικών της μηχανισμών οικονομικής προστασίας.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η υπόθεση αναδεικνύει με ιδιαίτερη καθαρότητα την ένταση μεταξύ νεορεαλιστικών, φιλελεύθερων και κριτικών προσεγγίσεων της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Ο οικονομικός εθνικισμός της εκτελεστικής εξουσίας συγκρούεται με τη φιλελεύθερη έμφαση στη θεσμική συνεργασία και τη νομική προβλεψιμότητα, ενώ η κριτική πολιτική οικονομία φωτίζει τις κοινωνικές ανισότητες που παράγονται από τη δασμολογική πολιτική. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν απορρίπτει συνολικά την προστατευτική πολιτική, αλλά επαναβεβαιώνει ότι η άσκησή της οφείλει να παραμένει εντός σαφών θεσμικών ορίων.

Συνολικά, η ακύρωση των ανταποδοτικών δασμών και η επακόλουθη επιβολή νέου παγκόσμιου δασμού 10% δεν συνιστούν απλώς τεχνικές μεταβολές της εμπορικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Αποτελούν έκφραση μιας βαθύτερης θεσμικής και γεωοικονομικής σύγκρουσης, όπου η εκτελεστική εξουσία, τα δικαστικά αντίβαρα και οι διεθνείς συσχετισμοί ισχύος αλληλεπιδρούν με τρόπο καθοριστικό. Η υπόθεση αυτή καταδεικνύει ότι στον σύγχρονο παγκόσμιο ανταγωνισμό η οικονομική ισχύς δεν ασκείται σε θεσμικό κενό, αλλά διαμεσολαβείται από εσωτερικές πολιτικές δομές, κοινωνικές αντιδράσεις και διεθνείς δεσμεύσεις. Το κρίσιμο ερώτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι αν μπορούν να χρησιμοποιούν τους δασμούς ως εργαλείο ισχύος, αλλά αν μπορούν να το πράττουν με τρόπο θεσμικά βιώσιμο, διεθνώς αξιόπιστο και κοινωνικά νομιμοποιημένο σε ένα ολοένα και πιο κατακερματισμένο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον.