Η εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί, σε θεωρητικό και συνταγματικό επίπεδο, κατεξοχήν αρμοδιότητα του Κογκρέσου. Το αμερικανικό Σύνταγμα αποδίδει ρητά στη νομοθετική εξουσία την αρμοδιότητα ρύθμισης του διεθνούς εμπορίου, της επιβολής δασμών και της διαμόρφωσης του γενικού πλαισίου οικονομικών συναλλαγών με το εξωτερικό. Ωστόσο, η πραγματική λειτουργία του αμερικανικού πολιτικού συστήματος αποκαλύπτει μια έντονη απόκλιση μεταξύ τυπικής αρμοδιότητας και ουσιαστικής ισχύος. Το Κογκρέσο, αν και θεσμικά κυρίαρχο, εμφανίζεται ολοένα και πιο αδύναμο να διαμορφώσει συνεκτική, μακροπρόθεσμη και στρατηγικά προσανατολισμένη εμπορική πολιτική.

Η αδυναμία αυτή προκύπτει από τη σύγκλιση τριών δομικών δυναμικών: της πολιτικής πόλωσης, της ισχύος των οργανωμένων συμφερόντων και της θεσμικής αδράνειας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη νομοθετική διαδικασία. Μαζί, οι παράγοντες αυτοί περιορίζουν δραστικά την ικανότητα του Κογκρέσου να λειτουργήσει ως ενεργός και αποτελεσματικός φορέας εμπορικής πολιτικής, δημιουργώντας ένα κενό εξουσίας το οποίο συχνά καλύπτεται από την εκτελεστική εξουσία.

Η πολιτική πόλωση αποτελεί ίσως το πιο ορατό και ταυτόχρονα πιο διαβρωτικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας. Η σταδιακή ιδεολογική απόκλιση μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων έχει μετατρέψει το Κογκρέσο από χώρο διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού σε πεδίο συγκρουσιακής αντιπαράθεσης. Η εμπορική πολιτική, η οποία παραδοσιακά απαιτεί διακομματική συνεργασία λόγω των εκτεταμένων επιπτώσεών της στην οικονομία, έχει εγκλωβιστεί σε αυτή τη λογική μηδενικού αθροίσματος. Κάθε πρωτοβουλία αξιολογείται όχι με βάση τη μακροοικονομική της αποτελεσματικότητα, αλλά με κριτήριο το πολιτικό κόστος ή όφελος για το εκάστοτε κόμμα.

Η πόλωση αυτή οδηγεί σε θεσμικό παράδοξο. Ενώ το Κογκρέσο διαθέτει την εξουσία να καθορίζει τους κανόνες του εμπορίου, αδυνατεί να ασκήσει αυτή την εξουσία με τρόπο συνεκτικό. Οι εμπορικές συμφωνίες, οι δασμολογικές ρυθμίσεις και οι στρατηγικές επιλογές συχνά καθυστερούν, αποδυναμώνονται ή καταλήγουν σε συμβιβασμούς που δεν αντανακλούν σαφή στρατηγική κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή νομοθετικής παράλυσης, η οποία υπονομεύει την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως εμπορικού εταίρου και στρατηγικού δρώντα.

Παράλληλα με την πόλωση, η επιρροή των λόμπι και των οργανωμένων συμφερόντων διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο και τα όρια της εμπορικής πολιτικής. Το Κογκρέσο λειτουργεί ως κόμβος διασταύρωσης αντικρουόμενων οικονομικών συμφερόντων, από βιομηχανικούς κολοσσούς και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έως αγροτικές ενώσεις και συνδικάτα. Η εμπορική πολιτική, αντί να αποτελεί προϊόν εθνικής στρατηγικής, συχνά μετατρέπεται σε άθροισμα επιμέρους εξαιρέσεων και ρυθμίσεων που εξυπηρετούν συγκεκριμένες ομάδες πίεσης.

Η δυναμική αυτή ενισχύει τη θεσμική αδράνεια. Κάθε προσπάθεια συνολικής μεταρρύθμισης της εμπορικής πολιτικής συναντά αντίσταση από ομάδες που φοβούνται απώλεια προνομίων ή αλλαγή του status quo. Το Κογκρέσο, λειτουργώντας υπό το βάρος αυτών των πιέσεων, προτιμά συχνά τη διατήρηση υφιστάμενων ρυθμίσεων από την ανάληψη πολιτικού ρίσκου. Η αδράνεια αυτή δεν είναι απλώς αποτέλεσμα αδυναμίας, αλλά συνειδητή στρατηγική αποφυγής σύγκρουσης.

Η θεσμική αδράνεια εντείνεται από τη δομή της ίδιας της νομοθετικής διαδικασίας. Οι επιτροπές, οι υποεπιτροπές και οι πολύπλοκες διαδικασίες έγκρισης δημιουργούν πολλαπλά σημεία βέτο, τα οποία μπορούν να μπλοκάρουν ή να αλλοιώσουν νομοθετικές πρωτοβουλίες. Στο πεδίο της εμπορικής πολιτικής, όπου τα συμφέροντα είναι έντονα και οι επιπτώσεις πολυεπίπεδες, τα σημεία αυτά λειτουργούν ως μηχανισμοί συντήρησης της αδράνειας.

Από την οπτική της πολιτικής οικονομίας, το Κογκρέσο εμφανίζεται ως θεσμός που αδυνατεί να υπερβεί τη λογική της κατανομής ωφελειών σε επιμέρους εκλογικές περιφέρειες. Οι βουλευτές και οι γερουσιαστές αξιολογούν την εμπορική πολιτική κυρίως με βάση τις επιπτώσεις της στους ψηφοφόρους και τους χρηματοδότες τους, και λιγότερο με βάση τη συνολική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η εθνική στρατηγική υποχωρεί μπροστά στην τοπική πολιτική λογική.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα δομικό κενό διακυβέρνησης. Καθώς το Κογκρέσο δυσκολεύεται να αναλάβει πρωτοβουλία, η εκτελεστική εξουσία καλείται να δράσει. Οι προεδρικές εξουσίες στον τομέα του εμπορίου, αρχικά περιορισμένες και εξαιρετικές, διευρύνονται στην πράξη, ακριβώς επειδή το νομοθετικό σώμα δεν μπορεί να επιτύχει συναίνεση. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή, αλλά θεσμική αναγκαιότητα σε ένα περιβάλλον όπου η αδράνεια έχει γίνει κανόνας.

Ωστόσο, η ανάθεση αυξημένων αρμοδιοτήτων στην εκτελεστική εξουσία δεν επιλύει το θεμελιώδες πρόβλημα. Αντιθέτως, ενισχύει τον φαύλο κύκλο της θεσμικής αποδυνάμωσης του Κογκρέσου. Όσο περισσότερο η εμπορική πολιτική ασκείται μονομερώς από τον πρόεδρο, τόσο λιγότερα κίνητρα έχει το Κογκρέσο να αναπτύξει δική του στρατηγική. Η θεσμική αδράνεια μετατρέπεται έτσι από σύμπτωμα σε δομικό χαρακτηριστικό.

Σε θεωρητικό επίπεδο, το φαινόμενο αυτό μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από το πλαίσιο της εσωτερικής πολιτικής οικονομίας. Οι θεσμοί δεν λειτουργούν απλώς ως ουδέτερα όργανα λήψης αποφάσεων, αλλά ως πεδία σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν τα συμφέροντα αυτά δεν μπορούν να εξισορροπηθούν μέσω πολιτικών συμβιβασμών, το αποτέλεσμα είναι η μεταφορά εξουσίας σε θεσμούς που διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται περιορισμό της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Η εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό αυτές τις συνθήκες, αντανακλά λιγότερο μια συνεκτική εθνική στρατηγική και περισσότερο τις εσωτερικές αδυναμίες του πολιτικού συστήματος. Το Κογκρέσο, εγκλωβισμένο ανάμεσα στην πόλωση, τα λόμπι και τη θεσμική του δομή, αδυνατεί να ασκήσει τον ρόλο που το Σύνταγμα του αποδίδει. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και θεσμικών επιλογών.

Συνολικά, τα όρια της εμπορικής πολιτικής του Κογκρέσου δεν οφείλονται στην έλλειψη αρμοδιότητας, αλλά στην αδυναμία άσκησής της. Η πολιτική πόλωση διαβρώνει τη δυνατότητα συναίνεσης, τα οργανωμένα συμφέροντα κατευθύνουν τις αποφάσεις προς επιμέρους ωφελήματα και η θεσμική αδράνεια παγιώνει την απραξία. Σε αυτό το πλαίσιο, το Κογκρέσο παραμένει τυπικά ισχυρό αλλά ουσιαστικά περιορισμένο, αφήνοντας την εμπορική πολιτική να διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό εκτός του νομοθετικού πεδίου.