Η άσκηση μονομερούς οικονομικής πολιτικής από μια υπερδύναμη συνιστά ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής οικονομίας, καθώς συμπυκνώνει την ένταση ανάμεσα στην ισχύ και τον κανόνα, την αποτελεσματικότητα και τη νομιμότητα, την εθνική στρατηγική και τη θεσμική τάξη. Το ερώτημα αν και πώς μια υπερδύναμη μπορεί να δρα οικονομικά μονομερώς εντός θεσμικών ορίων δεν αφορά απλώς τη νομική συμμόρφωση, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται και αναπαράγεται η διεθνής τάξη.
Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Πρόκειται για έναν δρώντα που συνδυάζει πρωτοφανή οικονομική, νομισματική και θεσμική ισχύ με ένα εσωτερικό σύστημα κράτους δικαίου και διάκρισης εξουσιών. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων παράγει μια διαρκή ένταση: από τη μία, η ανάγκη ταχείας και αποφασιστικής δράσης σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον· από την άλλη, η ύπαρξη θεσμικών αντιβάρων, δικαστικού ελέγχου και συνταγματικών περιορισμών. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ λειτουργεί εδώ όχι απλώς ως νομικός θεματοφύλακας, αλλά ως πολιτικός θεσμός που οριοθετεί τη σχέση μεταξύ ισχύος και κανόνα.
Η θεωρητική ανάλυση αυτού του φαινομένου προϋποθέτει ρητή αντιπαράθεση των βασικών σχολών της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Ο ρεαλισμός προσφέρει την πιο άμεση και ωμή ερμηνεία: σε ένα αναρχικό διεθνές σύστημα, η υπερδύναμη οφείλει να χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα μέσα για τη διατήρηση της σχετικής της ισχύος. Οι δασμοί, οι οικονομικές κυρώσεις, οι περιορισμοί στις επενδύσεις και οι εξωεδαφικές ρυθμίσεις αποτελούν εργαλεία κρατικής ισχύος ισοδύναμα με τα στρατιωτικά. Από αυτή την οπτική, οι θεσμοί δεν δεσμεύουν την υπερδύναμη· προσαρμόζονται στις ανάγκες της. Το κράτος δικαίου νοείται ως εσωτερική ρύθμιση και όχι ως ουσιαστικό όριο της στρατηγικής δράσης.
Η ρεαλιστική λογική αποτυπώνεται καθαρά στη γεωοικονομική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Κίνα. Η επιβολή δασμών, οι έλεγχοι εξαγωγών σε κρίσιμες τεχνολογίες και οι περιορισμοί πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικές αγορές παρουσιάζονται ως αναγκαίες απαντήσεις σε μια συστημική απειλή. Η νομιμότητα αντλείται από την επίκληση της εθνικής ασφάλειας και της στρατηγικής αναγκαιότητας, όχι από την πολυμερή συναίνεση. Στο ρεαλιστικό σχήμα, η μονομέρεια δεν είναι παρέκκλιση αλλά κανονικότητα.
Ο θεσμικός φιλελευθερισμός, ωστόσο, προσφέρει μια διαφορετική ανάγνωση. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, ακόμη και οι ισχυρότεροι δρώντες έχουν συμφέρον να λειτουργούν εντός θεσμικών πλαισίων, διότι οι θεσμοί μειώνουν την αβεβαιότητα, σταθεροποιούν τις προσδοκίες και ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη απόδοση της ισχύος. Η μονομερής οικονομική πολιτική μπορεί να υπάρξει, αλλά μόνο ως προσωρινή απόκλιση και υπό αυστηρό θεσμικό έλεγχο. Το κράτος δικαίου δεν αποτελεί εμπόδιο, αλλά μηχανισμό στρατηγικής βιωσιμότητας.
Από αυτή τη σκοπιά, ο ρόλος των αμερικανικών θεσμών αποκτά κεντρική σημασία. Ο δικαστικός έλεγχος, η κοινοβουλευτική εποπτεία και οι χρονικοί περιορισμοί στη χρήση έκτακτων εξουσιών λειτουργούν ως φίλτρα νομιμοποίησης. Όταν η εκτελεστική εξουσία δρα εντός αυτών των ορίων, η μονομερής πολιτική μπορεί να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο κανονικότητας που δεν υπονομεύει τη διεθνή τάξη. Η θεσμική φιλελεύθερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι η αμερικανική ισχύς ενισχύεται, και δεν αποδυναμώνεται, όταν αυτοπεριορίζεται.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα αυτής της λογικής. Η εμπορική και ρυθμιστική της πολιτική βασίζεται σε υψηλό βαθμό θεσμικής τυποποίησης, νομικής προβλεψιμότητας και πολυεπίπεδης λογοδοσίας. Η ΕΕ διαθέτει σημαντική κανονιστική ισχύ, αλλά η άσκησή της προϋποθέτει σύνθετες διαδικασίες συναίνεσης. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική που χαρακτηρίζεται από νομιμοποίηση και σταθερότητα, αλλά συχνά υστερεί σε ταχύτητα και στρατηγική ευελιξία.
Η κριτική πολιτική οικονομία, ωστόσο, αμφισβητεί τόσο τη ρεαλιστική ωμότητα όσο και τη φιλελεύθερη αισιοδοξία. Από αυτή την οπτική, οι θεσμοί δεν είναι ουδέτεροι περιορισμοί της ισχύος, αλλά πεδία ενσωμάτωσης και αναπαραγωγής δομικών ανισοτήτων. Το κράτος δικαίου και οι διεθνείς κανόνες συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί νομιμοποίησης της ηγεμονικής ισχύος, επιτρέποντας στη μονομέρεια να εμφανίζεται ως κανονικότητα. Οι εξαιρέσεις, οι ρήτρες εθνικής ασφάλειας και οι προσωρινές παρεκκλίσεις δεν αποτελούν ατυχήματα, αλλά ενσωματωμένα χαρακτηριστικά του συστήματος.
Στο πλαίσιο αυτό, η αμερικανική μονομερής οικονομική πολιτική δεν έρχεται σε αντίθεση με το κράτος δικαίου· αντιθέτως, παράγεται μέσα από αυτό. Οι νομικές βάσεις, οι διοικητικές διαδικασίες και οι δικαστικές ερμηνείες συγκροτούν ένα πλέγμα που καθιστά δυνατή την άσκηση ισχύος με θεσμικό μανδύα. Η κριτική προσέγγιση δεν εστιάζει στο αν οι κανόνες τηρούνται, αλλά στο ποιοι κανόνες υπάρχουν και ποιους εξυπηρετούν.
Η σύγκριση ΗΠΑ–Κίνας–ΕΕ καθιστά εμφανή τη διαφορετική ενσάρκωση αυτών των θεωρητικών λογικών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται σε ένα υβριδικό μοντέλο, όπου ο ρεαλισμός της ισχύος συνυπάρχει με θεσμικούς περιορισμούς και ρητορική νομιμότητας. Η Κίνα προσεγγίζει τη γεωοικονομία ως προέκταση της κρατικής στρατηγικής, με περιορισμένη θεσμική αυτονομία και έμφαση στον πολιτικό έλεγχο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίθετα, προτάσσει τη θεσμική κανονικότητα ακόμη και εις βάρος της άμεσης ισχύος.
Το κρίσιμο συμπέρασμα αυτής της θεωρητικής ενοποίησης είναι ότι το κράτος δικαίου δεν λειτουργεί ως στατικό όριο, αλλά ως δυναμικό πεδίο σύγκρουσης. Η μονομερής οικονομική πολιτική μιας υπερδύναμης μπορεί να είναι ταυτόχρονα νόμιμη, στρατηγικά αποτελεσματική και δομικά άνιση. Το ερώτημα δεν είναι αν η ισχύς υπερβαίνει τους θεσμούς, αλλά πώς οι θεσμοί αναδιαμορφώνονται για να ενσωματώσουν την ισχύ.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρόκληση έγκειται στη διαχείριση της μεταξύ τους σχέσης. Η μονομερής πολιτική υπονομεύει τη νομιμοποίηση και ενισχύει την παγκόσμια αποσύνδεση. Η υπερβολική θεσμική αυτοσυγκράτηση, αντίθετα, μπορεί να περιορίσει τη στρατηγική ευελιξία σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η ισορροπία αυτή αποτελεί το κεντρικό διακύβευμα της σύγχρονης γεωοικονομικής τάξης.
Εν κατακλείδι, μια υπερδύναμη μπορεί να ασκεί μονομερή οικονομική πολιτική εντός θεσμικών ορίων μόνο εφόσον αναγνωρίζει ότι το κράτος δικαίου είναι θεμελιώδης συνιστώσα της ίδιας της ισχύος της. Η διεθνής πολιτική οικονομία δεν καθορίζεται από την κατάργηση των κανόνων, αλλά από τον συνεχή επαναπροσδιορισμό τους υπό την πίεση της ισχύος.
Πρόσφατα σχόλια