Οι βρετανικές βάσεις αποτελούν ουσιώδες στοιχείο του αρχικού σχεδιασμού της μετααποικιακής τάξης στην Κύπρο. Αυτό είναι το πρώτο και θεμελιώδες σημείο που πρέπει να αναδειχθεί: οι βάσεις δεν βρίσκονται απλώς «στην Κύπρο», αλλά είναι εγγεγραμμένες στο ίδιο το συντακτικό γεγονός της κυπριακής κρατικής ίδρυσης.
Από αυτή την άποψη, οι βρετανικές βάσεις συνιστούν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα για τη θεωρία της κυριαρχίας. Στην κλασική αντίληψη του κράτους, η κυριαρχία νοείται ως πλήρης, αποκλειστική και αδιαίρετη εξουσία επί συγκεκριμένου εδάφους. Η εδαφική ενότητα αποτελεί προϋπόθεση της πολιτικής ενότητας, ενώ η άσκηση κρατικής εξουσίας επί της επικράτειας εμφανίζεται ως η βασική υλική έκφραση της ανεξαρτησίας. Η Κύπρος, ωστόσο, ήδη από τη στιγμή της διεθνούς αναγνώρισής της, εμφανίζει μια αποκλίνουσα δομή: το κράτος είναι κυρίαρχο, αλλά όχι επί του συνόλου της νήσου· είναι διεθνώς αναγνωρισμένο, αλλά εντός του χώρου στον οποίο συγκροτείται υφίσταται παράλληλα ένα άλλο κυριαρχικό καθεστώς· είναι τυπικά ανεξάρτητο, αλλά η ανεξαρτησία του φέρει εξαρχής ενσωματωμένο έναν χωρικό περιορισμό. Αυτό σημαίνει ότι η κυπριακή περίπτωση δεν διαψεύδει απλώς τις αφαιρετικές θεωρήσεις περί καθαρής και συμπαγούς κυριαρχίας, αλλά τις υποχρεώνει να λογοδοτήσουν απέναντι σε ιστορικές μορφές κατανεμημένης εδαφικής εξουσίας, οι οποίες δεν είναι αποτέλεσμα κατοπινής κατάρρευσης της κρατικότητας, αλλά στοιχείο της πρωτογενούς της συγκρότησης.
Η ιδιαιτερότητα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της αποαποικιοποίησης. Σε αρκετές ιστορικές περιπτώσεις, η μετάβαση από την αποικία στο ανεξάρτητο κράτος υπήρξε ατελής, βίαιη ή θεσμικά ασύμμετρη. Ωστόσο, η κυπριακή εμπειρία παρουσιάζει έναν ιδιαίτερο τύπο θεσμικής συνέχειας του αποικιακού παράγοντα: όχι υπό τη μορφή ευθείας πολιτικής επιτήρησης ή πατερναλιστικής επιβολής, αλλά μέσω της διατήρησης κυριαρχίας σε περιοχές κρίσιμης στρατηγικής σημασίας. Με άλλα λόγια, η αποικιακή ισχύς δεν διαλύθηκε πλήρως· αναδιπλώθηκε, ανασυντάχθηκε και διατήρησε ερείσματα εκεί όπου θεωρούσε ότι βρισκόταν η ουσία της γεωστρατηγικής της επιρροής. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποχώρησε ολοκληρωτικά, αλλά στο πώς μετέτρεψε την αποχώρηση σε εκλογικευμένη μορφή επιλεκτικής παραμονής. Αυτό αποκαλύπτει ότι η αποαποικιοποίηση δεν υπήρξε πάντοτε πράξη πλήρους απεμπλοκής του παλαιού κυριάρχου, αλλά συχνά διαδικασία αναδιανομής της ισχύος του σε νέες νομικές μορφές.
Η νομική θεμελίωση αυτού του καθεστώτος υπήρξε εξαιρετικά επιμελής και για τον λόγο αυτόν πολιτικά ανθεκτική. Δεν πρόκειται για ασαφές ή ερμηνευτικά ελλειμματικό πλαίσιο, αλλά για σαφή ρύθμιση που εξαιρεί από την κυπριακή επικράτεια δύο καθορισμένες περιοχές και αναγνωρίζει στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιώματα και αρμοδιότητες που υπερβαίνουν κατά πολύ την έννοια της απλής στρατιωτικής διευκόλυνσης. Η σημασία της διάκρισης μεταξύ κυριαρχίας και χρήσης είναι εδώ καθοριστική. Εάν οι βάσεις λειτουργούσαν αποκλειστικά ως εγκαταστάσεις χρήσης με παραχώρηση από την Κυπριακή Δημοκρατία, η νομική και πολιτική συζήτηση θα είχε διαφορετικά δεδομένα. Στην πραγματικότητα, όμως, το καθεστώς είναι βαρύτερο, διότι ανάγεται στην ίδια την εδαφική κυριαρχία. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι εάν μια ξένη δύναμη διαθέτει στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο, αλλά ότι διαθέτει συγκεκριμένα εδάφη επί των οποίων η δική της κυριαρχική εξουσία προτάσσεται της κυπριακής.
Η κατάσταση αυτή παράγει ένα μόνιμο θεωρητικό και πολιτικό παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η ύπαρξη συνθήκης προσδίδει στο καθεστώς των βάσεων νομική ασφάλεια και, άρα, ισχυρή θεσμική βάση. Από την άλλη, η ίδια αυτή συνθήκη επιβεβαιώνει ότι η κυπριακή ανεξαρτησία υπήρξε προϊόν συμβιβασμού και όχι πλήρους επικράτησης της αρχής της αυτοδιάθεσης. Εδώ ακριβώς αναδύεται η πιο απαιτητική ανάγνωση: το διεθνές δίκαιο, αντί να εμφανίζεται αποκλειστικά ως εγγυητής της κρατικής αυτοτέλειας, λειτούργησε ταυτόχρονα και ως μηχανισμός μονιμοποίησης ενός καθεστώτος επιλεκτικής εξαίρεσης από την πλήρη κυριαρχία. Η παρατήρηση αυτή δεν υπονοεί αμφισβήτηση της νομικής ισχύος της συνθήκης· υπογραμμίζει, όμως, ότι το δίκαιο δεν είναι εξ ορισμού ταυτόσημο με την πληρότητα της πολιτικής αυτονομίας. Πολύ συχνά, το διεθνές δίκαιο αποκρυσταλλώνει συγκεκριμένους ιστορικούς συσχετισμούς δύναμης και τους μετατρέπει σε διαχρονικά δεσμευτικά καθεστώτα. Οι βάσεις στην Κύπρο αποτελούν ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα αυτής της λειτουργίας.
Η πολιτειολογική συνέπεια αυτής της ρύθμισης είναι βαθύτερη από όσο συνήθως αναγνωρίζεται στον δημόσιο λόγο. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διαχειρίζεται απλώς μια ιδιόρρυθμη εξωτερική σχέση με ένα ισχυρό κράτος, αλλά μια μόνιμη εσωτερική χωρική συνθήκη εξαίρεσης. Μέσα στον νησιωτικό χώρο συνυπάρχουν δύο διαφορετικά καθεστώτα κρατικής εξουσίας, δύο διαφορετικές νομικές λογικές και δύο διαφορετικές αφετηρίες κυριαρχικής νομιμοποίησης. Η συνύπαρξη αυτή δεν είναι μόνο χαρτογραφική· είναι θεσμική, διοικητική, αναπτυξιακή και συμβολική. Το γεγονός ότι η ύπαρξη των βάσεων διασταυρώνεται με ζητήματα χρήσεων γης, διοικητικής ρύθμισης, δικαιωμάτων κατοίκων, κυκλοφορίας και καθημερινής συμβίωσης σημαίνει ότι το καθεστώς τους δεν περιορίζεται σε έναν αθέατο χώρο υψηλής στρατηγικής, αλλά αγγίζει την ίδια την κοινωνική ύλη του κυπριακού κράτους. Άρα, οι βάσεις δεν είναι απλώς στρατηγικός χώρος του Ηνωμένου Βασιλείου· είναι, παράλληλα, μια ζώνη μέσα στην οποία η κυπριακή πολιτική κοινότητα έρχεται διαρκώς αντιμέτωπη με τα όρια της εδαφικής της πληρότητας.
Υπό το φως αυτό, η επιμονή στην περιγραφή των βάσεων αποκλειστικά με όρους ασφάλειας είναι αναλυτικά ανεπαρκής. Η ασφάλεια ασφαλώς αποτελεί πυρήνα του ζητήματος, αλλά δεν είναι η μόνη διάσταση. Εξίσου κρίσιμη είναι η έννοια της κρατικής πληρότητας. Ένα κράτος μπορεί να είναι διεθνώς αναγνωρισμένο και λειτουργικά αποτελεσματικό, αλλά να φέρει ενσωματωμένους περιορισμούς που το εμποδίζουν να εμφανίζεται ως απολύτως εδαφικά ολοκληρωμένο. Στην Κύπρο, η κατάσταση αυτή λαμβάνει ιστορικά και νομικά συγκεκριμένη μορφή. Η κρατική υπόσταση υπάρχει ακέραιη ως προς τη διεθνή προσωπικότητα του κράτους, όχι όμως ως προς την πλήρη σύμπτωση κράτους και νησιωτικού χώρου. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα δύο είναι εκείνο ακριβώς που καθιστά την κυπριακή περίπτωση τόσο θεωρητικά εύγλωττη και πολιτικά ευαίσθητη.
Από την ίδια οπτική γωνία πρέπει να ιδωθεί και το διαχρονικό ερώτημα της πολιτικής βιωσιμότητας του καθεστώτος. Το γεγονός ότι οι βάσεις στηρίζονται σε ισχυρό νομικό έρεισμα δεν αρκεί για να εξαντλήσει το ζήτημα της ιστορικής τους αντοχής. Τα καθεστώτα κυριαρχίας δεν διατηρούνται μόνο επειδή κατοχυρώνονται συνθηκώς, αλλά και επειδή εντάσσονται σε ένα ελάχιστο πλαίσιο πολιτικής ανοχής, κοινωνικής απορρόφησης και διεθνούς χρησιμότητας. Όσο οι βάσεις εμφανίζονται ως στοιχείο που συνδέεται με σταθερότητα, συντονισμό και γεωστρατηγική λειτουργικότητα, η ανθεκτικότητά τους ενισχύεται. Όσο, αντίθετα, καθίστανται αντικείμενο δημόσιας αίσθησης κινδύνου, ετεροκαθορισμού ή δυσανάλογης επιβάρυνσης για την κυπριακή πλευρά, τόσο αυξάνεται το δυναμικό της πολιτικής αμφισβήτησης. Δεν αρκεί, συνεπώς, να ρωτά κανείς αν οι βάσεις είναι νόμιμες. Πρέπει να διερωτηθεί και αν το μοντέλο κυριαρχίας που ενσαρκώνουν εξακολουθεί να διαθέτει επαρκή πολιτική νομιμοποίηση σε ένα περιβάλλον όπου η έννοια της αυτοδιάθεσης, της δημοκρατικής λογοδοσίας και της συμμετοχής του κράτους στις κρίσιμες αποφάσεις για τον χώρο του αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα.
Το πραγματικά κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο δεν μπορούν να ερμηνευθούν επαρκώς ούτε ως απλό στρατιωτικό κατάλοιπο ούτε ως ουδέτερη τεχνική ρύθμιση. Ανήκουν σε μια πολύ βαθύτερη κατηγορία ιστορικοπολιτικών μορφών, όπου η αποαποικιοποίηση δεν κατέληξε σε πλήρη μεταφορά της κυριαρχίας αλλά σε επιμερισμό της. Στον βαθμό αυτό, αποτελούν ένα εξαιρετικά σημαντικό υπόδειγμα για τη μελέτη της μετααποικιακής κρατικότητας, της συμβατικής μονιμοποίησης ασύμμετρων σχέσεων ισχύος και της δυνατότητας ενός κράτους να υπάρχει με πλήρη διεθνή ιδιότητα αλλά με μη πλήρη εδαφική αποκλειστικότητα. Η Κύπρος δεν είναι λιγότερο κράτος εξαιτίας των βάσεων· είναι, όμως, κράτος του οποίου η ίδρυση φέρει εμφανώς τα σημάδια ενός ιστορικού συμβιβασμού άνισης ισχύος. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας δεν συνιστά ούτε συναισθηματική υπερβολή ούτε πολιτική ρητορεία. Συνιστά στοιχειώδη αναλυτική ακρίβεια. Και ακριβώς αυτή η ακρίβεια επιβάλλει να κατανοήσουμε το καθεστώς των βάσεων ως διαρκές πρόβλημα κυριαρχίας, και όχι ως περιφερειακή υποσημείωση της κυπριακής ιστορίας.
Πρόσφατα σχόλια