Η διεθνής οικονομία δεν απειλείται σήμερα απλώς από μία ακόμη άνοδο των τιμών της ενέργειας, αλλά από τη βαθύτερη διατάραξη εκείνου ακριβώς του πλαισίου προβλεψιμότητας πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η λειτουργία της μεταψυχροπολεμικής παγκοσμιοποίησης. Η τρέχουσα ένταση στον Περσικό Κόλπο και η αμφισβήτηση της ασφαλούς διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς κρίσιμες γεωπολιτικές εξελίξεις με περιφερειακή εμβέλεια. Συνιστούν ένα γεγονός συστημικού χαρακτήρα, διότι επαναφέρουν στο επίκεντρο ένα ερώτημα που η διεθνής αγορά, ιδίως στις φάσεις σχετικής ομαλότητας, είχε τείνει να υποβαθμίσει: κατά πόσον η παγκόσμια οικονομία μπορεί πράγματι να λειτουργεί στη βάση της αδιάλειπτης, φθηνής και ασφαλούς κυκλοφορίας στρατηγικών πόρων, όταν ένα μόνο γεωγραφικό πέρασμα αρκεί για να αποσταθεροποιήσει το κόστος παραγωγής, τις πληθωριστικές προσδοκίες, τη νομισματική στρατηγική και τελικά την ίδια την αναπτυξιακή προοπτική δεκάδων οικονομιών. Το πραγματικό βάθος της παρούσας κρίσης έγκειται ακριβώς εδώ: δεν δοκιμάζεται μόνο η αγορά πετρελαίου ή φυσικού αερίου, αλλά η ίδια η υπόθεση της κανονικότητας πάνω στην οποία στηρίζονται οι αποφάσεις κρατών, επιχειρήσεων, τραπεζών και επενδυτών. Όταν η ενέργεια παύει να θεωρείται μία κατά βάση διαχειρίσιμη εισροή και μετατρέπεται ξανά σε εργαλείο συστημικής διακινδύνευσης, τότε ολόκληρο το διεθνές οικονομικό περιβάλλον εισέρχεται σε φάση δομικής αβεβαιότητας.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί οι επιπτώσεις από την αποσταθεροποίηση της ενεργειακής ροής δεν εξαντλούνται στην άμεση αύξηση των τιμών των καυσίμων. Η οικονομική λειτουργία της ενέργειας είναι πολυστρωματική και εκτείνεται πολύ πέρα από τη λογική της τελικής κατανάλωσης. Η ενέργεια καθορίζει το μεταφορικό κόστος, επηρεάζει τα βιομηχανικά περιθώρια, μεταβάλλει τη δομή τιμών στον πρωτογενή τομέα, ασκεί πίεση στη ναυτιλία, στο χονδρικό εμπόριο, στη χημική βιομηχανία, στις κατασκευές και εντέλει σε ένα ευρύτατο φάσμα υπηρεσιών. Εξ αυτού του λόγου, μια απότομη ανατίμηση της ενέργειας δεν λειτουργεί ως ένας απομονωμένος εξωτερικός θόρυβος. Αντιθέτως, λειτουργεί ως γενικευμένος επιταχυντής κόστους, ο οποίος διαπερνά οριζόντια κάθε κρίκο της παραγωγικής διαδικασίας. Πρόκειται για μία μορφή οικονομικού σοκ που έχει τη δυσμενή ιδιαιτερότητα να πλήττει ταυτόχρονα την προσφορά, αυξάνοντας το κόστος των εισροών, και τη ζήτηση, περιορίζοντας την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Στο σημείο αυτό ακριβώς αναδύεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις προηγμένες οικονομίες: η επανενεργοποίηση μιας λογικής στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή μιας κατάστασης όπου η μεγέθυνση αποδυναμώνεται ενώ οι τιμές διατηρούνται σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν ούτε νομισματική χαλάρωση ούτε κοινωνική εκτόνωση.

Η σημερινή κρίση καθίσταται ακόμη πιο σοβαρή επειδή λαμβάνει χώρα σε μία περίοδο κατά την οποία το διεθνές οικονομικό σύστημα δεν έχει ακόμη ανακτήσει πλήρως τη σταθερότητά του. Η προηγούμενη πενταετία δεν άφησε πίσω της έναν κόσμο οικονομικά αποκατεστημένο, αλλά ένα περιβάλλον εύθραυστων ισορροπιών: υψηλότερο κόστος χρήματος, μειωμένες αντοχές νοικοκυριών, περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, μεταποιητικές αβεβαιότητες, ασθενή παραγωγικότητα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και έντονη γεωοικονομική τριβή στο πεδίο του εμπορίου. Αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται στο νέο ενεργειακό σοκ χωρίς ισχυρό μαξιλάρι απορρόφησης. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια πρόσκαιρη αναταραχή που έρχεται να συναντήσει ένα περιβάλλον ισχυρής επέκτασης, χαμηλού πληθωρισμού και άφθονης εμπιστοσύνης. Πρόκειται για ένα σοκ που επιδρά πάνω σε ήδη ευάλωτες οικονομίες, σε κοινωνίες που έχουν εξαντλήσει σημαντικό μέρος της αντοχής τους στην ακρίβεια και σε θεσμούς που καλούνται να αποφασίσουν με περιορισμένα περιθώρια λάθους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργειακή πίεση δεν προστίθεται απλώς σε προηγούμενες δυσχέρειες· λειτουργεί σωρευτικά και καταλυτικά, μετασχηματίζοντας τη συσσωρευμένη ευπάθεια σε ανοιχτό κίνδυνο μακροοικονομικής επιδείνωσης.

Η Ευρώπη είναι εκείνος ο γεωοικονομικός χώρος όπου η αντίφαση ανάμεσα στη φιλοδοξία της στρατηγικής αυτονομίας και στην πραγματικότητα της ενεργειακής εξάρτησης γίνεται πλέον ιδιαίτερα ορατή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης και επανασχεδιασμού της ενεργειακής της βάσης, εξακολουθεί να παραμένει ευάλωτη σε μεγάλες διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, διότι μεγάλο τμήμα του παραγωγικού της μηχανισμού εξαρτάται από σταθερές, σχετικά προσιτές και προβλέψιμες εισαγόμενες ενεργειακές ροές. Το πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι μόνο ότι πληρώνει ακριβότερα την ενέργεια. Είναι ότι η οικονομική της δομή, ιδίως στις χώρες με ισχυρή βιομηχανική παράδοση, δυσκολεύεται να παραμείνει ανταγωνιστική όταν το κόστος των βασικών εισροών γίνεται διαρκώς αβέβαιο. Η γερμανική μεταποίηση αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του αδιεξόδου. Όχι επειδή η Γερμανία στερείται θεσμικής ισχύος ή τεχνολογικής βάσης, αλλά επειδή το παραγωγικό της μοντέλο σχεδιάστηκε επί δεκαετίες πάνω στην υπόθεση ότι η ενέργεια θα είναι επαρκής και σχετικά οικονομική. Όταν η υπόθεση αυτή καταρρέει, δεν αμφισβητείται απλώς μια βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη ανάπτυξης. Αμφισβητείται η βιωσιμότητα ενός ολόκληρου βιομηχανικού παραδείγματος.

Η ευρωπαϊκή ευπάθεια είναι ωστόσο βαθύτερη από μια απλή εξάρτηση από ακριβά καύσιμα. Συνδέεται με τη δυσκολία του ευρωπαϊκού θεσμικού συστήματος να απαντήσει γρήγορα, συνεκτικά και πολιτικά βιώσιμα σε κρίσεις μεγάλης κλίμακας. Στις προηγούμενες ενεργειακές αναταράξεις, οι κυβερνήσεις της Ευρώπης μπόρεσαν να αμβλύνουν μέρος του κόστους μέσω επιδοτήσεων, φορολογικών παρεμβάσεων και έκτακτων πακέτων στήριξης. Σήμερα όμως η επανάληψη μιας τέτοιας στρατηγικής προσκρούει τόσο σε δημοσιονομικά όρια όσο και σε πολιτική κόπωση. Οι κοινωνίες είναι λιγότερο πρόθυμες να δεχθούν νέα επιβάρυνση, ενώ τα κράτη λιγότερο ικανά να απορροφήσουν απεριόριστα εξωγενή σοκ. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις αυτές, όσο αναγκαίες κι αν είναι σε επίπεδο κοινωνικής προστασίας, δεν θεραπεύουν τη βασική αδυναμία: ότι η Ευρώπη παραμένει δομικά εκτεθειμένη σε διαταραχές που συμβαίνουν εκτός της γεωγραφικής της επικράτειας αλλά διαμορφώνουν εντός αυτής αποφασιστικά το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης. Ως εκ τούτου, η παρούσα κρίση επαναφέρει με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής ανθεκτικότητας, όχι ως θεωρητικό σύνθημα, αλλά ως άμεση οικονομική ανάγκη.

Η πολιτική οικονομία της ενέργειας επιβάλλει επίσης μια πιο σοβαρή θεώρηση του πληθωρισμού. Για μεγάλο διάστημα, ο δημόσιος διάλογος σε πολλές δυτικές οικονομίες εγκλωβίστηκε στην προσδοκία ότι ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωθεί γραμμικά, επιτρέποντας στις κεντρικές τράπεζες να κινηθούν βαθμιαία προς μια πιο ουδέτερη ή και υποστηρικτική στάση. Η λογική αυτή προϋπέθετε ότι οι βασικές εστίες πίεσης είχαν εξομαλυνθεί. Μια νέα ενεργειακή έκρηξη ανατρέπει αυτό το αφήγημα, διότι υπενθυμίζει ότι ο πληθωρισμός δεν είναι πάντοτε προϊόν υπερβολικής ζήτησης ή υπερβάλλουσας ρευστότητας. Πολύ συχνά είναι προϊόν στρατηγικών σοκ προσφοράς, στα οποία η νομισματική πολιτική μπορεί να αντιδράσει μόνο αμυντικά. Η αύξηση των επιτοκίων, ή ακόμη και η απλή άρνηση μείωσής τους, δεν καθιστά φθηνότερο το πετρέλαιο, δεν ανοίγει θαλάσσιες οδούς και δεν μειώνει το κόστος ασφάλισης ή μεταφοράς. Εκείνο που επιχειρεί να κάνει είναι να αποτρέψει τη μετατροπή του αρχικού ενεργειακού πλήγματος σε γενικευμένη, επίμονη πληθωριστική δυναμική. Αυτό, όμως, έχει μεγάλο τίμημα για την πραγματική οικονομία. Οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται ακριβότερα, οι επενδύσεις καθυστερούν, η οικοδομική δραστηριότητα περιορίζεται, η κατανάλωση συγκρατείται και η οικονομική επιβράδυνση βαθαίνει. Με άλλα λόγια, η νομισματική αρχιτεκτονική των προηγμένων οικονομιών βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μία δυσμενή διπλή πίεση: από τη μία πλευρά οφείλει να προστατεύσει την αξιοπιστία της έναντι του πληθωρισμού, από την άλλη δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η υπερβολική αυστηρότητα σε συνθήκες αρνητικού σοκ προσφοράς μπορεί να παράγει υφεσιακά αποτελέσματα δυσανάλογα προς το όφελος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν την παρούσα αναταραχή από θέση σχετικής ενεργειακής υπεροχής, αλλά όχι από θέση οικονομικής ή πολιτικής αδιαφορίας. Η αυξημένη εγχώρια παραγωγή και η ισχυρότερη αυτάρκεια στον τομέα των υδρογονανθράκων προσφέρουν στην αμερικανική οικονομία σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλους μεγάλους καταναλωτές. Εντούτοις, η αμερικανική κοινωνία παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη στις αυξήσεις των τιμών των καυσίμων, διότι αυτές επιδρούν άμεσα στην καθημερινότητα, στη μετακίνηση, στο κόστος διαβίωσης και στη γενική πολιτική ψυχολογία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η άνοδος των τιμών στην αντλία αποκτά σχεδόν συμβολικό βάρος, λειτουργώντας ως καθημερινή υπενθύμιση ότι η οικονομική σταθερότητα παραμένει εύθραυστη. Γι’ αυτό και ακόμη μία χώρα με καλύτερες ενεργειακές δυνατότητες μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρό πολιτικό κόστος όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι το επίπεδο ζωής τους πιέζεται εκ νέου. Η περίπτωση των ΗΠΑ καταδεικνύει ότι η ενεργειακή αυτάρκεια μειώνει την έκθεση στο εξωτερικό σοκ, δεν εξαλείφει όμως την κοινωνική του μετάφραση. Και ακριβώς αυτή η κοινωνική μετάφραση είναι που μετατρέπει τις διεθνείς ενεργειακές εντάσεις σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.

Η ασιατική ήπειρος, από την άλλη πλευρά, συγκεντρώνει την πιο έντονη μορφή στρατηγικής έκθεσης. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον όγκο της ενεργειακής εξάρτησης, αλλά τον ρόλο που κατέχει η Ασία στην παγκόσμια παραγωγή. Εάν η Ευρώπη εμφανίζεται ως η περιοχή της βιομηχανικής ανησυχίας και οι Ηνωμένες Πολιτείες ως ο χώρος πολιτικής ευαισθησίας στο κόστος ζωής, η Ασία είναι το κέντρο της παγκόσμιας βιομηχανικής λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σοβαρή ενεργειακή διαταραχή που πλήττει την Ασία δεν περιορίζεται στην περιοχή· μεταδίδεται άμεσα σε όλο το πλανητικό οικονομικό σύστημα μέσω των αλυσίδων αξίας, του χρονοδιαγράμματος παραγωγής, των εξαγωγών ενδιάμεσων αγαθών, της εφοδιαστικής συνέχειας και του κόστους των τελικών προϊόντων. Η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα δεν είναι απλώς μεγάλες αγορές κατανάλωσης ενέργειας. Είναι κρίσιμοι κόμβοι του σύγχρονου καπιταλισμού. Επομένως, όταν οι ενεργειακές τους εισροές καθίστανται ακριβότερες και αβέβαιες, η διαταραχή διαχέεται από τα διυλιστήρια και τα εργοστάσια έως τα παγκόσμια δίκτυα εμπορίου, τις παραδόσεις εξαρτημάτων, τις τιμές των βιομηχανικών προϊόντων και τελικά τις πληθωριστικές πιέσεις σε αγορές πολύ πέρα από την Ασία. Η υλική διασύνδεση της παγκόσμιας παραγωγής καθιστά έτσι την ασιατική ενεργειακή επισφάλεια παγκόσμιο πρόβλημα.

Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η βαθύτερη αδυναμία της παγκοσμιοποίησης ως οικονομικού υποδείγματος. Η υπόσχεσή της βασίστηκε στην ιδέα ότι η αλληλεξάρτηση αυξάνει την αποτελεσματικότητα, μειώνει το κόστος και καθιστά όλους τους δρώντες, αν όχι ασφαλείς, τουλάχιστον επαρκώς δεσμευμένους ώστε να αποφεύγουν ακραίες διαταραχές. Στην πράξη, όμως, η υπερσυγκέντρωση κρίσιμων ροών σε συγκεκριμένα περάσματα, περιοχές και τεχνολογικά συστήματα δημιουργεί νέες μορφές τρωτότητας. Η παγκόσμια οικονομία έγινε φθηνότερη, αλλά και πιο λεπτή, πιο νευρική και πιο εύκολα αποσταθεροποιήσιμη. Η επιδίωξη της μέγιστης αποδοτικότητας περιόρισε τα στρατηγικά αποθέματα, ενίσχυσε την εξάρτηση από ακριβείς χρονισμούς παράδοσης και υπέταξε την παραγωγική αρχιτεκτονική στη λογική της αδιάλειπτης ροής. Όταν όμως η ροή αυτή διαταράσσεται, το σύστημα αποκαλύπτει πόσο μικρή ανεκτικότητα διαθέτει στη διακοπή. Η κρίση δεν είναι λοιπόν μόνο ενεργειακή. Είναι κρίση ενός οικονομικού μοντέλου που υπερεκτίμησε τη σταθερότητα του διεθνούς περιβάλλοντος και υποτίμησε τη δυνατότητα της γεωπολιτικής να επιστρέφει βίαια στο κέντρο της οικονομικής εξίσωσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επίδραση της παρούσας αναταραχής στη χρηματοοικονομική λογική της επένδυσης. Η άνοδος των τιμών ενέργειας και η αβεβαιότητα στις θαλάσσιες αρτηρίες αυξάνουν όχι μόνο το άμεσο λειτουργικό κόστος, αλλά και το κόστος αξιολόγησης του μέλλοντος. Οι επενδυτές, προκειμένου να αναλάβουν μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, χρειάζονται σχετικά σταθερές προσδοκίες για το κόστος ενέργειας, τη διαθεσιμότητα εισροών, τη διάρκεια μεταφοράς και τη συνολική προβλεψιμότητα του περιβάλλοντος. Όταν αυτά τα δεδομένα μεταβάλλονται απότομα, η επένδυση τείνει να μετατίθεται χρονικά ή να κατευθύνεται προς οικονομίες που προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια, καλύτερη ενεργειακή αυτονομία ή πιο σταθερό πλαίσιο κρατικής διαχείρισης. Επομένως, η κρίση επιδρά όχι μόνο στην τρέχουσα ανάπτυξη, αλλά και στη μελλοντική κατανομή κεφαλαίων. Οι οικονομίες που αδυνατούν να εξασφαλίσουν αξιόπιστη ενεργειακή βάση ενδέχεται να χάσουν επενδύσεις, παραγωγικές μονάδες και στρατηγικούς κλάδους προς όφελος ανταγωνιστών που εμφανίζονται πιο ανθεκτικοί. Υπό αυτή την έννοια, η ενεργειακή ασφάλεια μετατρέπεται σε προϋπόθεση επενδυτικής ελκυστικότητας και άρα σε βασικό στοιχείο του σύγχρονου ανταγωνισμού ισχύος.

Η ελληνική οικονομία οφείλει να διαβάσει αυτήν την κρίση όχι ως ένα εξωτερικό, παροδικό γεγονός, αλλά ως υπενθύμιση της δικής της διαρθρωτικής έκθεσης. Η Ελλάδα παραμένει οικονομία με σημαντική εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, με έντονη βαρύτητα στις μεταφορές, στον τουρισμό, στο λιανεμπόριο, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στην κατανάλωση υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει ότι οι ενεργειακές ανατιμήσεις λειτουργούν πολλαπλασιαστικά. Δεν επηρεάζουν μόνο τους λογαριασμούς ή την αντλία καυσίμων, αλλά το συνολικό κόστος λειτουργίας της αγοράς. Τα περιθώρια κέρδους των μικρών επιχειρήσεων μειώνονται, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συρρικνώνεται, οι τιμές σε αγαθά πρώτης ανάγκης πιέζονται ανοδικά και η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ κατανάλωσης και αποταμίευσης αποσταθεροποιείται. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο επειδή η ελληνική οικονομία, παρά τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών μεγεθών, εξακολουθεί να φέρει τα ίχνη μιας μακράς περιόδου κρίσεων και περιορισμένων αντοχών. Οι κοινωνικές και επιχειρηματικές εφεδρείες δεν είναι ανεξάντλητες. Συνεπώς, η ελληνική πολιτεία δεν αρκεί να επιδιώξει ελέγχους στην αγορά ή πρόσκαιρες αποσβέσεις. Οφείλει να εντάξει τη διαχείριση της παρούσας αναταραχής σε ένα συνεκτικότερο σχέδιο ενεργειακής θωράκισης, διαφοροποίησης, αποθήκευσης και παραγωγικής προσαρμογής.

Η σημερινή συγκυρία επιβάλλει επίσης μια πιο ώριμη κατανόηση του ρόλου του κράτους. Για πολλά χρόνια, η κυρίαρχη οικονομική σκέψη αντιμετώπιζε την κρατική παρέμβαση κυρίως ως μηχανισμό διόρθωσης ατελειών της αγοράς ή άμβλυνσης κοινωνικών ανισοτήτων. Η νέα πραγματικότητα δείχνει ότι το κράτος επιστρέφει αναγκαστικά ως εγγυητής στρατηγικής ανθεκτικότητας. Δεν αρκεί να επιβλέπει. Πρέπει να σχεδιάζει, να αποθηκεύει, να προλαμβάνει, να συντονίζει και να επενδύει. Η ενεργειακή πολιτική, η ναυτιλιακή ασφάλεια, η βιομηχανική πολιτική, η πολιτική υποδομών και η μακροοικονομική σταθερότητα δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά πεδία. Ανήκουν στην ίδια ενιαία λογική εθνικής και υπερεθνικής ανθεκτικότητας. Γι’ αυτό και η επιστροφή του κράτους δεν είναι συγκυριακή ιδεολογική μετατόπιση, αλλά θεσμική αναγκαιότητα που επιβάλλει η ίδια η φύση των σύγχρονων κρίσεων. Όσο οι αγορές λειτουργούν μέσα σε περιβάλλοντα υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου, τόσο η απλή εμπιστοσύνη στον αυτορρυθμιστικό μηχανισμό τους καθίσταται ανεπαρκής.

Παράλληλα, η παρούσα αναταραχή επανεισάγει στο κέντρο της διεθνούς πολιτικής οικονομίας το ζήτημα του χρόνου. Η ένταση των συνεπειών δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος της τιμής του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου, αλλά κυρίως από τη διάρκεια της αβεβαιότητας. Ένα σοκ με ορατό ορίζοντα λήξης επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αναβάλουν, να αντέξουν ή να απορροφήσουν μέρος του κόστους. Μια παρατεταμένη περίοδος αστάθειας, αντιθέτως, μετατρέπει την επιφύλαξη σε μόνιμη στρατηγική στάση. Οι επιχειρήσεις επενδύουν λιγότερο, τα νοικοκυριά γίνονται αμυντικότερα, οι τράπεζες αυστηροποιούν τα κριτήριά τους και οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να διαθέτουν ολοένα μεγαλύτερους πόρους στην άμβλυνση της κρίσης αντί στην ανάπτυξη. Έτσι, η διάρκεια της ενεργειακής αστάθειας είναι εκείνη που τελικά μετασχηματίζει ένα σοκ σε δομικό παράγοντα επιβράδυνσης. Η οικονομία μπορεί να αντέξει πολλά όταν πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι παροδικό. Δυσκολεύεται όμως να αντέξει όταν η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε καθεστώς.

Από θεωρητική άποψη, η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η ισχύς στον 21ο αιώνα δεν ασκείται μόνο μέσω της στρατιωτικής ικανότητας ή του χρηματοπιστωτικού βάρους, αλλά και μέσω του ελέγχου, της διακινδύνευσης ή της απλής δυνατότητας διατάραξης κρίσιμων δικτύων. Όποιος μπορεί να επηρεάζει θαλάσσιες οδούς, ενεργειακές ροές, ναυτιλιακά ασφάλιστρα και αισθήματα αγοράς, επιδρά στην παγκόσμια οικονομία σε βάθος πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που υποδηλώνει η στενή γεωγραφική εμβέλεια των κινήσεών του. Η σύγχρονη διεθνής ισχύς είναι κατεξοχήν δικτυακή. Και επειδή είναι δικτυακή, μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική ακόμη και χωρίς απόλυτο έλεγχο επί των ίδιων των πόρων. Αρκεί ο αξιόπιστος κίνδυνος αποσταθεροποίησης ενός βασικού κόμβου. Αυτό ακριβώς καθιστά την ενεργειακή γεωπολιτική όχι περιφερειακό, αλλά απολύτως κεντρικό αντικείμενο της οικονομικής στρατηγικής των κρατών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή μετάβαση αποκτά εντελώς νέα πολιτικοοικονομική σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για περιβαλλοντική επιλογή ή για τεχνολογική αναβάθμιση. Πρόκειται για διαδικασία απεξάρτησης από μορφές τρωτότητας που μπορούν να παραλύσουν ολόκληρα παραγωγικά συστήματα. Η διαφοροποίηση των πηγών, η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης, η ενίσχυση της ηλεκτρικής διασύνδεσης, η επένδυση σε συστήματα χαμηλότερης εισαγόμενης εξάρτησης και η παραγωγή στρατηγικής ενεργειακής εφεδρείας δεν αποτελούν πλέον στοιχεία ενός μακρινού μετασχηματισμού. Συνιστούν άμεσα εργαλεία εθνικής και υπερεθνικής ασφάλειας. Η οικονομία του μέλλοντος δεν θα κριθεί μόνο από το ποια χώρα καινοτομεί περισσότερο ή φορολογεί ευνοϊκότερα, αλλά και από το ποια κοινωνία είναι λιγότερο ευάλωτη σε διακοπές κρίσιμων ροών και ποια μπορεί να συνεχίσει να παράγει σε συνθήκες γεωπολιτικής αναταραχής.

Το συμπέρασμα είναι σαφές και βαρύνουσας σημασίας. Η αποσταθεροποίηση στον Περσικό Κόλπο και η αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ δεν συνιστούν απλώς έναν ακόμη εξωτερικό κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία. Αποκαλύπτουν τα δομικά όρια ενός συστήματος που οικοδομήθηκε πάνω στη μέγιστη αποδοτικότητα και στην ελάχιστη στρατηγική εφεδρεία. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο νέας αναπτυξιακής ασφυξίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες με τον κίνδυνο πληθωριστικής και πολιτικής αναζωπύρωσης, η Ασία με το βάρος μιας εξάρτησης που αγγίζει τον πυρήνα της παγκόσμιας βιομηχανίας, ενώ μικρότερες και περισσότερο εξαρτημένες οικονομίες, όπως η ελληνική, δοκιμάζονται εκ νέου ως προς την αντοχή των κοινωνικών και παραγωγικών τους ισορροπιών. Το μείζον δίδαγμα της περιόδου είναι ότι η οικονομική σταθερότητα δεν μπορεί πια να στηρίζεται στην αφελή πεποίθηση ότι οι κρίσιμες ροές θα παραμένουν πάντοτε ανοικτές, φθηνές και ασφαλείς. Η νέα εποχή απαιτεί στρατηγική πρόβλεψη, ενεργειακή διαφοροποίηση, θεσμική ετοιμότητα, βιομηχανική ανασυγκρότηση και κράτη ικανά να σκέφτονται πέρα από τον εκλογικό κύκλο και πέρα από τη συγκυριακή διαχείριση. Όσοι συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν την ενέργεια απλώς ως εμπορεύσιμο αγαθό και όχι ως θεμελιώδη άξονα ισχύος, ανθεκτικότητας και οικονομικής κυριαρχίας, θα βρεθούν αναπόφευκτα αντιμέτωποι με κρίσεις τις οποίες ούτε θα προβλέπουν έγκαιρα ούτε θα μπορούν να απορροφήσουν αποτελεσματικά.