Το ουσιαστικότερο οικονομικό διακύβευμα της παρούσας συγκυρίας για την Ευρώπη δεν είναι απλώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους ούτε η άμεση πίεση που αυτή ασκεί στον πληθωρισμό και στην παραγωγή. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι η νέα αναταραχή αποκαλύπτει με εξαιρετική καθαρότητα την απόσταση ανάμεσα στη φιλοδοξία της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στην πραγματική ενεργειακή, βιομηχανική και χρηματοοικονομική της εξάρτηση. Η Ευρώπη επιδιώκει να εμφανίζεται ως αυτόνομος οικονομικός πόλος, ικανός να υπερασπιστεί το παραγωγικό του μοντέλο, να επιβάλει ρυθμιστικά πρότυπα, να διατηρεί διεθνή βαρύτητα και να προστατεύει το κοινωνικό του συμβόλαιο. Όμως, όταν ένας εξωτερικός ενεργειακός κραδασμός αρκεί για να αναζωπυρώσει πληθωριστικές πιέσεις, να επηρεάσει άμεσα τη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα, να σκληρύνει τις αγοραίες προσδοκίες για τα επιτόκια και να ανατρέψει την εύθραυστη αναπτυξιακή της τροχιά, τότε καθίσταται σαφές ότι η έννοια της ευρωπαϊκής οικονομικής κυριαρχίας παραμένει ατελής. Η κυριαρχία, στην οικονομική της έννοια, δεν είναι μόνο η ικανότητα θέσπισης κανόνων. Είναι η δυνατότητα ενός οικονομικού χώρου να απορροφά εξωγενή σοκ χωρίς να διαβρώνεται η εσωτερική του ισορροπία. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο η Ευρώπη αποδεικνύεται περισσότερο εύθραυστη απ’ όσο η πολιτική της αυτοεικόνα θα ήθελε να παραδεχθεί.

Η αδυναμία αυτή συνδέεται πρωτίστως με τον τρόπο που οργανώθηκε το ευρωπαϊκό παραγωγικό μοντέλο τις τελευταίες δεκαετίες. Η Ένωση οικοδόμησε μεγάλο μέρος της ισχύος της πάνω σε έναν συνδυασμό τεχνολογικής επάρκειας, βιομηχανικής παράδοσης, θεσμικής σταθερότητας και πρόσβασης σε σχετικά διαχειρίσιμο κόστος ενέργειας. Η λειτουργία αυτού του σχήματος προϋπέθετε ότι η ενέργεια θα μπορούσε να θεωρείται ασφαλής και κατά βάση προβλέψιμη εισροή. Όταν όμως η υπόθεση αυτή ακυρώνεται, ολόκληρη η παραγωγική εξίσωση αλλάζει. Το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν εξαντλείται στο ότι η ενέργεια ακριβαίνει. Το πρόβλημα είναι ότι ολόκληρη η ευρωπαϊκή παραγωγική αρχιτεκτονική έχει χαμηλή ανοχή στην παρατεταμένη ενεργειακή μεταβλητότητα. Αυτό είναι ιδιαιτέρως ορατό στη μεταποίηση, όπου οι επενδυτικές αποφάσεις απαιτούν σταθερό περιβάλλον κόστους, στη χημική και μεταλλουργική παραγωγή που εξαρτάται άμεσα από την ενεργειακή ένταση, αλλά και σε ευρύτερα βιομηχανικά οικοσυστήματα όπου το ενεργειακό κόστος διαπερνά έμμεσα κάθε στάδιο της παραγωγής. Όταν αυτή η σταθερότητα χάνεται, η Ευρώπη δεν υφίσταται μόνο ανατίμηση. Υφίσταται παραγωγική αποδυνάμωση.

Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο σοβαρή επειδή η Ευρωζώνη δεν εισέρχεται στη νέα κρίση από θέση αναπτυξιακής ισχύος. Η πρόβλεψη του ΔΝΤ για μόλις 1,3% ανάπτυξη το 2026 αποτυπώνει ήδη μια οικονομία χαμηλής δυναμικής, η οποία ανακάμπτει αργά, με περιορισμένη βιομηχανική ορμή και με αρκετές ανισορροπίες μεταξύ των κρατών-μελών. Σε μια οικονομία με τόσο χαμηλό ρυθμό μεγέθυνσης, η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας ακόμη παράγοντας κόστους. Είναι μεταβλητή που κρίνει εάν η ήδη περιορισμένη ανάπτυξη θα επιβιώσει ή θα γλιστρήσει σε νέα στασιμότητα. Η επιδείνωση του κλίματος στη Γερμανία, όπως καταγράφεται και στη νέα πτώση του δείκτη ZEW, υπογραμμίζει ακριβώς αυτό το σημείο: όταν το ενεργειακό σοκ πλήττει τον βιομηχανικό πυρήνα της Ευρώπης, το πρόβλημα δεν είναι τοπικό ούτε βραχυπρόθεσμο. Αφορά την ίδια τη δυνατότητα της Ευρωζώνης να παραμείνει χώρος παραγωγικής βαρύτητας και όχι απλώς αγορά υψηλής κατανάλωσης και ρυθμιστικής ισχύος.

Η αντίφαση ανάμεσα στη θεσμική ισχύ και στην υλική εξάρτηση είναι το βαθύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η Ευρώπη διαθέτει εκτεταμένη ρυθμιστική δύναμη, ισχυρά νομικά συστήματα, μεγάλη χρηματοπιστωτική βαρύτητα και δυνατότητα καθορισμού κανόνων στην πράσινη μετάβαση, στον ανταγωνισμό και στην αγορά. Όμως η πραγματική οικονομική ισχύς δεν μετριέται μόνο στο επίπεδο της ρύθμισης. Μετριέται και στην ικανότητα διατήρησης της παραγωγής, της απασχόλησης, των επενδύσεων και της κοινωνικής σταθερότητας σε περιόδους διεθνούς αστάθειας. Αν η Ευρώπη δεν μπορεί να προστατεύσει επαρκώς τη βιομηχανία της από αλλεπάλληλα ενεργειακά σοκ, τότε η στρατηγική αυτονομία μένει ημιτελής. Όσο περισσότεροι βιομηχανικοί κλάδοι αναγκάζονται να λειτουργούν σε συνθήκες υψηλότερου και πιο απρόβλεπτου κόστους από τους διεθνείς ανταγωνιστές τους, τόσο περισσότερο η Ένωση θα χάνει παραγωγικό βάρος, επενδυτική έλξη και τελικά ικανότητα αυτόνομης στρατηγικής δράσης.

Από αυτή την άποψη, η ενεργειακή κρίση δεν είναι μόνο κρίση αγοράς. Είναι δοκιμασία του ευρωπαϊκού αναπτυξιακού μοντέλου. Η ήπειρος καλείται να επιλέξει αν θα επιμείνει σε μια λογική αμυντικής προσαρμογής, όπου κάθε σοκ αντιμετωπίζεται με προσωρινές διορθώσεις, ή αν θα υιοθετήσει πιο στέρεη λογική οικονομικής κυριαρχίας, δηλαδή μακροχρόνια επένδυση σε ενεργειακή διαφοροποίηση, βιομηχανική θωράκιση, στρατηγικά αποθέματα, διασυνδέσεις, αποθήκευση και κοινά εργαλεία χρηματοδότησης. Η ευρωπαϊκή κυριαρχία δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ηθική υπεροχή της ρύθμισης ή στην ελπίδα ότι οι αγορές θα προσαρμόζονται πάντα αρκετά γρήγορα. Χρειάζεται υλική βάση. Χρειάζεται ενεργειακή βάση. Χρειάζεται βιομηχανική βάση. Και κυρίως χρειάζεται τη βούληση να αντιμετωπισθεί η ενέργεια όχι ως περιφερειακή τεχνική υπόθεση αλλά ως κεντρικός πυλώνας οικονομικής ισχύος.