Η ενεργειακή κρίση καταδεινκύει  ότι η παγκοσμιοποίηση, όπως σχεδιάστηκε στην ύστερη φιλελεύθερη φάση της, εισέρχεται σε περίοδο αναθεώρησης. Το κεντρικό γνώρισμα εκείνου του μοντέλου ήταν η αδιάκοπη αναζήτηση της μέγιστης αποδοτικότητας: χαμηλότερο κόστος εισροών, περιορισμός αποθεμάτων, αυστηρός συγχρονισμός παραδόσεων, γεωγραφική εξειδίκευση της παραγωγής και βαθιά εξάρτηση από λίγους αλλά εξαιρετικά αποδοτικούς διαδρόμους εμπορίου και ενέργειας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα διεθνές οικονομικό σύστημα με εντυπωσιακή λειτουργική αποτελεσματικότητα σε περιόδους σταθερότητας. Όμως η ίδια αυτή βελτιστοποίηση δημιούργησε μορφές τρωτότητας που αποκαλύπτονται μόλις διαταραχθεί ένας κρίσιμος κόμβος. Η κρίση γύρω από τον Περσικό Κόλπο και τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ καθιστά σαφές ότι η απόλυτη αποδοτικότητα δεν είναι πια ταυτόσημη με τον οικονομικό ορθολογισμό. Όταν το φθηνότερο μοντέλο εξαρτάται από μια εύθραυστη διεθνή ισορροπία, τότε γίνεται ταυτόχρονα και το πιο εκτεθειμένο μοντέλο.

Το διεθνές εμπόριο και η βιομηχανική οργάνωση θεμελιώθηκαν στην παραδοχή ότι οι στρατηγικές ροές θα παρέμεναν ανοικτές και προβλέψιμες. Όμως η σημερινή κατάσταση δείχνει ότι η υπόθεση αυτή δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Εάν περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαϊκών υγρών και πάνω από το ένα πέμπτο του παγκόσμιου LNG διέρχονται από έναν μόνο θαλάσσιο κόμβο, τότε το σύστημα δεν είναι απλώς εξαρτημένο. Είναι συγκεντρωτικά ευάλωτο. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι οι τιμές της ενέργειας μπορεί να ανέβουν. Σημαίνει ότι ο χρόνος μεταφοράς, η ασφάλιση, η αποθεματοποίηση, η προτεραιοποίηση φορτίων, η διαθεσιμότητα πλοίων και ο γενικός σχεδιασμός αλυσίδων προμήθειας τίθενται σε καθεστώς αβεβαιότητας. Η βλάβη, επομένως, δεν είναι μόνο εμπορευματική. Είναι οργανωτική. Και κάθε οργανωτική βλάβη σε ένα υπερ-συνδεδεμένο σύστημα παράγει πολλαπλασιαστικό κόστος πολύ μεγαλύτερο από την αρχική μεταβολή της τιμής.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η παρούσα κρίση συνιστά κρίση της ίδιας της λογικής “just in time”. Η πρακτική αυτή μείωσε τα κόστη για δεκαετίες, αλλά στηριζόταν στην προϋπόθεση ότι η αβεβαιότητα θα παρέμενε περιορισμένη και διαχειρίσιμη. Όταν όμως το διεθνές περιβάλλον γίνεται στρατηγικά νευρικό, η ελαχιστοποίηση αποθεμάτων και η ακραία γεωγραφική εξειδίκευση μετατρέπονται από αρετές σε πηγές κινδύνου. Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να διατηρούν μεγαλύτερα αποθέματα ασφαλείας, να επιμηκύνουν χρονικούς ορίζοντες, να αυξάνουν το κεφάλαιο κίνησης και να αποδέχονται υψηλότερο κόστος προκειμένου να μειώνουν την πιθανότητα διακοπής. Με άλλα λόγια, το παγκόσμιο σύστημα περνά σταδιακά από τη λογική της ελάχιστης τιμής στη λογική του ασφαλέστερου κόστους. Πρόκειται για βαθιά αλλαγή παραδείγματος. Το οικονομικά ορθολογικό δεν ταυτίζεται πια με το φθηνότερο, αλλά με το ανθεκτικότερο.

Η ασιατική βιομηχανική ζώνη είναι ο χώρος όπου αυτή η μεταβολή γίνεται πιο έντονα αντιληπτή, διότι εκεί συμπυκνώνεται τεράστιο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής. Όταν η Ασία δέχεται ενεργειακή ή ναυτιλιακή πίεση, ολόκληρος ο κόσμος υφίσταται δευτερογενείς συνέπειες μέσω των αλυσίδων αξίας. Η παραγωγή εξαρτημάτων, ο χρονοπρογραμματισμός βιομηχανίας, το κόστος ενδιάμεσων αγαθών και οι τιμές τελικών προϊόντων επηρεάζονται σε ευρεία κλίμακα. Η ευρωπαϊκή και αμερικανική οικονομία δεν εισάγουν απλώς προϊόντα από την Ασία· εισάγουν και τη σταθερότητα ή την αστάθειά της. Έτσι, η ενεργειακή τρωτότητα ενός κρίσιμου διεθνούς κόμβου μετατρέπεται σε καθολικό κόστος για την παγκόσμια παραγωγή. Αυτό είναι το βαθύτερο μάθημα της συγκυρίας: σε υπερ-συνδεδεμένα συστήματα, η τοπική διαταραχή δεν παραμένει τοπική. Μετατρέπεται σε παγκόσμια φορολόγηση της αβεβαιότητας.

Η Ευρώπη επηρεάζεται ιδιαιτέρως επειδή, πέρα από την άμεση ενεργειακή πίεση, υφίσταται και τη φθορά ενός παραγωγικού προτύπου που βασιζόταν σε σταθερές διεθνείς ροές. Τα προβλήματα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας δεν ξεκινούν τώρα, αλλά η νέα κρίση προσθέτει ακόμη ένα στρώμα κόστους σε μια ήπειρο όπου η παραγωγή ήδη πιέζεται από χαμηλή παραγωγικότητα, ανταγωνισμό από την Ασία, εσωτερική θεσμική ακαμψία και ασθενή ζήτηση. Η στασιμότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας τα τελευταία χρόνια και η νέα επιδείνωση προσδοκιών στη Γερμανία δείχνουν ότι το ενεργειακό σοκ συναντά ένα περιβάλλον ήδη φθαρμένο. Συνεπώς, η παγκοσμιοποιημένη αποδοτικότητα δεν αμφισβητείται πλέον μόνο θεωρητικά. Αμφισβητείται εμπειρικά, μέσω της αδυναμίας ορισμένων οικονομιών να λειτουργούν επαρκώς όταν το εξωτερικό κόστος παύει να είναι χαμηλό και σταθερό.

Από οικονομικής σκοπιάς, το πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι το νέο υπόδειγμα ανάπτυξης δεν θα μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη συμπίεση κόστους. Θα χρειάζεται να ενσωματώνει συστηματικά το κόστος της ανθεκτικότητας. Αυτό σημαίνει περισσότερη τοπικοποίηση ορισμένων κλάδων, διαφοροποίηση προμηθευτών, μεγαλύτερα αποθέματα, νέες επενδύσεις σε logistics και στρατηγικές υποδομές, αλλά και πολιτική αποδοχή του γεγονότος ότι ορισμένες “φθηνές” λύσεις ήταν στην πραγματικότητα τεχνητά φθηνές επειδή υποτίμησαν τον κίνδυνο. Η εποχή κατά την οποία η οικονομία μπορούσε να σχεδιάζεται σαν να μην υπήρχε γεωπολιτική έχει παρέλθει.