Η σημερινή συγκυρία επαναφέρει με δραματικό τρόπο ένα ερώτημα που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θεωρούσαν σε κάποιο βαθμό επιλυμένο: ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος του κοινωνικού κράτους σε μια οικονομία που εκτίθεται επανειλημμένα σε εξωγενή σοκ κόστους; Για πολλά χρόνια, η δημόσια συζήτηση γύρω από το κράτος πρόνοιας διεξαγόταν κυρίως υπό το πρίσμα της αναδιανομής, της μακροχρόνιας φτώχειας, της γήρανσης και της πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες. Η ενεργειακή κρίση, όμως, δείχνει ότι το κοινωνικό κράτος έχει και μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη αποστολή: να λειτουργεί ως μακροοικονομικός και κοινωνικός σταθεροποιητής όταν η αγορά μεταφέρει απότομα εξωτερικούς κραδασμούς στο κόστος ζωής. Υπό αυτή την οπτική, το κοινωνικό κράτος δεν είναι απλώς ηθική επιλογή ή εργαλείο δικαιοσύνης. Είναι και θεσμός διατήρησης της οικονομικής λειτουργικότητας. Μια κοινωνία που αφήνει τα νοικοκυριά να απορροφούν χωρίς αντιστάθμιση μεγάλα σοκ ενέργειας και βασικών αγαθών, υπονομεύει την κατανάλωση, τη φορολογική της βάση, τη σταθερότητα της μικρής αγοράς και τελικά την ίδια την οικονομική της συνοχή.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η νέα εποχή καθιστά αυτή τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους ακριβότερη και πιο σύνθετη. Όσο ο πληθωρισμός κόστους παραμένει επίμονος και όσο οι αγορές αμφιβάλλουν για το αν οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να χαλαρώσουν γρήγορα, τόσο το κόστος χρήματος παραμένει υψηλότερο από ό,τι θα επέτρεπε μια κανονική συγκυρία. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη υποχρεώνονται να στηρίξουν κοινωνίες και επιχειρήσεις σε περιβάλλον ακριβότερης χρηματοδότησης. Η δημοσιονομική δράση γίνεται έτσι πιο δύσκολη ακριβώς όταν είναι περισσότερο αναγκαία. Σε αυτό συνίσταται η νέα αντίφαση της οικονομικής πολιτικής: η κοινωνική ανάγκη για προστασία μεγαλώνει, την ώρα που το χρηματοπιστωτικό περιβάλλον περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια. Η απάντηση δεν μπορεί συνεπώς να είναι ούτε η αδράνεια ούτε η ανεξέλεγκτη οριζόντια δαπάνη. Χρειάζεται νέα αρχιτεκτονική προστασίας, περισσότερο στοχευμένη, περισσότερο προληπτική και πιο στενά συνδεδεμένη με τη μείωση της μελλοντικής ευαλωτότητας.
Σε επίπεδο πολιτικής οικονομίας, αυτό σημαίνει ότι το κοινωνικό κράτος πρέπει να μετασχηματιστεί από παθητικό μηχανισμό αντιστάθμισης σε ενεργητικό μηχανισμό ανθεκτικότητας. Δεν αρκεί να επιδοτεί την κατανάλωση όταν οι τιμές εκρήγνυνται. Πρέπει να μειώνει την εξάρτηση των νοικοκυριών από τις αιτίες της έκρηξης. Σε ό,τι αφορά την ενέργεια, αυτό μεταφράζεται σε μόνιμες παρεμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, στήριξη φτωχότερων και μεσαίων νοικοκυριών στην αναβάθμιση κατοικιών, δημιουργία θεσμών κοινωνικής τιμολόγησης με διαφανείς όρους και προληπτικά εργαλεία που λειτουργούν πριν η κρίση μετατραπεί σε κοινωνική φθορά. Το ίδιο ισχύει και για τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες συνιστούν συχνά το κοινωνικό υπόστρωμα της μεσαίας τάξης. Η προστασία τους δεν είναι επιχειρηματική χάρη· είναι όρος σταθερότητας για την αγορά εργασίας, τη φορολογική βάση και την κοινωνική κινητικότητα.
Η Ευρώπη οφείλει να σκεφθεί ξανά το κοινωνικό κράτος όχι ως παθητικό δημοσιονομικό βάρος, αλλά ως στοιχείο στρατηγικής ισχύος. Σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια, οι αλυσίδες αξίας και οι τιμές μπορούν να διαταραχθούν βίαια, η κοινωνική συνοχή καθίσταται οικονομικός πόρος. Κοινωνίες που απορροφούν καλύτερα τα σοκ μπορούν να διατηρούν τη ζήτηση, να συγκρατούν πολιτικές εκρήξεις, να υποστηρίζουν αναπτυξιακές στρατηγικές και να αποφεύγουν παρατεταμένη θεσμική φθορά. Αντιθέτως, κοινωνίες που αφήνονται να βυθιστούν σε διαδοχικά κύματα ακρίβειας, ανασφάλειας και αποδυνάμωσης της μεσαίας τάξης γίνονται πιο ασταθείς, λιγότερο επενδύσιμες και τελικά οικονομικά ασθενέστερες. Η κοινωνική πολιτική, επομένως, δεν αποτελεί συμπλήρωμα της αναπτυξιακής πολιτικής. Αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις της. Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές ανησυχίες για το πώς η νέα ενεργειακή πίεση θα κρατήσει τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο και θα επιβαρύνει την ανάπτυξη δείχνουν ότι το δίλημμα αυτό είναι πλέον απολύτως παρόν.
Για την Ελλάδα, η αναγκαιότητα αυτής της στροφής είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η χώρα έχει υποστεί μια μακρά περίοδο δημοσιονομικής και κοινωνικής φθοράς, με αποτέλεσμα η ανθεκτικότητα των νοικοκυριών να είναι περιορισμένη και η μεσαία τάξη περισσότερο ευάλωτη. Σε αυτό το περιβάλλον, η παλιά λογική των καθυστερημένων, αποσπασματικών αντιδράσεων δεν επαρκεί. Το κοινωνικό κράτος πρέπει να γίνει πιο ακριβές στη στόχευση, πιο γρήγορο στην ενεργοποίηση και πιο συνδεδεμένο με μόνιμες διαρθρωτικές παρεμβάσεις
Πρόσφατα σχόλια