Η σημερινή διεθνής ενεργειακή και γεωοικονομική αστάθεια θέτει με ένταση το ερώτημα του κατά πόσον το εγχώριο αναπτυξιακό υπόδειγμα μπορεί να παραμείνει λειτουργικό σε έναν κόσμο ελλειμματικής εξωτερικής σταθερότητας. Για αρκετά χρόνια, η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε σε έναν συνδυασμό υπηρεσιών, τουρισμού, κατανάλωσης, εισαγωγών και διάχυσης δραστηριότητας σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Το μοντέλο αυτό διαθέτει εγγενείς αδυναμίες όταν το διεθνές κόστος ενέργειας, μεταφορών και χρηματοδότησης γίνεται ασταθές. Η τρέχουσα κρίση λειτουργεί έτσι ως δοκιμασία πραγματικότητας. Μια οικονομία με υψηλή εξάρτηση από εξωτερικές ενεργειακές εισροές και περιορισμένη παραγωγική καθετοποίηση δεν υφίσταται απλώς παροδικό πληθωρισμό. Υφίσταται διαρκή ανακύκλωση τρωτότητας.
Η βασική αδυναμία του σημερινού ελληνικού υποδείγματος είναι ότι η ένταση των εξωτερικών σοκ μεταφέρεται ταχύτατα στο εσωτερικό ακριβώς επειδή η οικονομία διαθέτει χαμηλή παραγωγική απορρόφηση. Όταν αυξάνεται το ενεργειακό κόστος, πλήττονται συγχρόνως ο τουρισμός μέσω μεταφορών και λειτουργικών εξόδων, το λιανεμπόριο μέσω αγοραστικής συμπίεσης, η εστίαση μέσω εισροών, η αγροτική παραγωγή μέσω καυσίμων και εφοδίων, οι μεταφορές μέσω άμεσου λειτουργικού κόστους και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα μέσω ρευστότητας. Η αδυναμία του συστήματος δεν είναι μόνο κλαδική. Είναι διασυνδετική. Επειδή μεγάλο μέρος της δραστηριότητας στηρίζεται σε καθημερινή κατανάλωση και όχι σε ισχυρούς θύλακες παραγωγικής αυτάρκειας, κάθε εξωγενής πίεση διαχέεται σε ολόκληρο τον οικονομικό ιστό. Αυτό εξηγεί γιατί η ελληνική οικονομία χρειάζεται λιγότερο διαχείριση κρίσεων και περισσότερο αλλαγή παραδείγματος.
Η νέα αρχιτεκτονική ανάπτυξης δεν μπορεί να στηριχθεί σε γενικές επικλήσεις περί εξωστρέφειας ή καινοτομίας. Χρειάζεται πιο συγκεκριμένη πολιτική οικονομία. Πρώτον, η χώρα οφείλει να μειώσει την ενεργειακή και παραγωγική της έκθεση μέσα από στοχευμένη ενίσχυση κλάδων που αυξάνουν την εγχώρια προστιθέμενη αξία και μειώνουν την ανάγκη ακριβών εισαγωγών. Δεύτερον, πρέπει να μετακινηθεί από την παθητική κατανάλωση ενέργειας στην ενεργητική οργάνωση ενεργειακής ασφάλειας, με καλύτερα δίκτυα, αποθήκευση, εξοικονόμηση και ευρύτερη πρόσβαση των επιχειρήσεων και των τοπικών κοινωνιών σε σταθερότερες δομές κόστους. Τρίτον, πρέπει να ενισχυθεί η παραγωγική διασύνδεση ανάμεσα σε πρωτογενή τομέα, μεταποίηση, logistics και τεχνολογία, ώστε η οικονομία να αποκτήσει μεγαλύτερη εσωτερική συνοχή και μικρότερη εξάρτηση από διαδοχικές εξωτερικές ανατιμήσεις. Χωρίς αυτόν τον ανασχεδιασμό, κάθε διεθνής κρίση θα επανέρχεται ως εγχώρια φθορά.
Η έννοια της ανθεκτικότητας έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία. Για την Ελλάδα, ανθεκτικότητα σημαίνει να διαθέτει η χώρα τέτοια δομή ώστε ένα εξωτερικό ενεργειακό σοκ να μην παραλύει τη λειτουργία της αγοράς, να μην εξαντλεί αμέσως τα νοικοκυριά και να μην οδηγεί την οικονομική πολιτική σε μόνιμη πυροσβεστική διαχείριση. Αυτό απαιτεί, μεταξύ άλλων, ενίσχυση της μεταποίησης σε επιλεγμένους κλάδους, μεγαλύτερη καθετοποίηση στην αγροδιατροφή, αναβάθμιση αποθηκευτικών και μεταφορικών υποδομών, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και σύνδεση πανεπιστημιακής γνώσης με πραγματική παραγωγή. Η ανθεκτικότητα, επομένως, δεν είναι αμυντική έννοια. Είναι αναπτυξιακή έννοια. Σημαίνει να μπορεί μια οικονομία να αναπτύσσεται όχι μόνο όταν όλα πηγαίνουν ομαλά διεθνώς, αλλά και όταν το εξωτερικό περιβάλλον γίνεται εχθρικό.
Η κοινωνική διάσταση αυτής της μετάβασης είναι εξίσου καθοριστική. Η Ελλάδα δεν μπορεί να οργανώσει νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα αν αυτό δεν στηρίζεται σε κοινωνική διεύρυνση των ωφελημάτων. Μια στρατηγική που απλώς θα ενισχύσει λίγους ισχυρούς τομείς χωρίς να μειώσει την ανασφάλεια των νοικοκυριών, να βελτιώσει τη θέση της μικρής επιχείρησης και να ενισχύσει την ποιότητα της εργασίας, θα παραμείνει εύθραυστη πολιτικά και κοινωνικά. Η νέα οικονομική στρατηγική πρέπει να διαθέτει σαφές κοινωνικό πρόσημο: χαμηλότερο διαρθρωτικό κόστος ενέργειας για κατοικίες και μικρές επιχειρήσεις, περισσότερη στήριξη σε παραγωγικές επενδύσεις με τοπικό αποτύπωμα, ενίσχυση δεξιοτήτων, καλύτερη στεγαστική σταθερότητα και σύνδεση της ανάπτυξης με πραγματική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Πρόσφατα σχόλια