Η παρούσα κρίση γύρω από το Ιράν, το αμερικανικό τελεσίγραφο και το στρατηγικό αδιέξοδο στα Στενά του Ορμούζ δεν συνιστά ένα ακόμη επεισόδιο περιορισμένης περιφερειακής έντασης, αλλά μία εξαιρετικά πυκνή γεωπολιτική στιγμή, στην οποία συμπυκνώνονται ταυτόχρονα ζητήματα αποτροπής, στρατιωτικής ισχύος, ενεργειακής ασφάλειας, διεθνούς νομιμοποίησης, εσωτερικής πολιτικής πίεσης και αναδιάταξης των ισορροπιών στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής. Η ουσία της παρούσας συγκυρίας δεν βρίσκεται μόνο στην ανοιχτή αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, αλλά στο γεγονός ότι το σύνολο της κρίσης έχει μετατοπιστεί από το στενό πεδίο της διμερούς αντιπαλότητας σε μία πολύ ευρύτερη συστημική εξίσωση, στην οποία εμπλέκονται οι πετρελαϊκές ροές, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, η αντοχή της παγκόσμιας οικονομίας σε διαταραχές προσφοράς, η συνοχή του δυτικού στρατηγικού σχεδιασμού, οι υπολογισμοί των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου, καθώς και ο δυνητικός ρόλος τρίτων μεγάλων δυνάμεων, ιδίως της Κίνας. Υπό αυτή την έννοια, η παράταση που δόθηκε στο τελεσίγραφο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε ως απλή χειρονομία καλής θέλησης ούτε ως ένδειξη σταθερής αποκλιμάκωσης. Αντιθέτως, αντανακλά μία σύνθετη προσπάθεια συνδυασμού πολιτικού χρόνου, στρατιωτικής προπαρασκευής και επικοινωνιακής διαχείρισης, με στόχο να διαμορφωθούν οι όροι μιας εξόδου που να μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία και όχι ως υπαναχώρηση.

Το πρώτο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι σε συνθήκες πολέμου ή οιονεί πολέμου, οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν εξαφανίζονται αναγκαστικά, αλλά μετασχηματίζονται. Η ύπαρξη επαφών δεν ισοδυναμεί με διαπραγμάτευση, ούτε η ανταλλαγή μηνυμάτων σημαίνει ότι οι δύο πλευρές έχουν καταλήξει σε στοιχειώδη κοινή βάση. Στην παρούσα φάση, είναι πολύ πιθανό να λειτουργούν περισσότερο μηχανισμοί διαμεσολάβησης και μεταφοράς θέσεων παρά δομημένες διαδικασίες διαπραγμάτευσης με σαφές πλαίσιο, ατζέντα και οδικό χάρτη. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά από όσα εμφανίζονται στον δημόσιο λόγο ως «συνομιλίες» στην πραγματικότητα αποτελούν ελάχιστης θεσμοποίησης διαύλους αποκλιμάκωσης, οι οποίοι έχουν ως βασική αποστολή όχι την άμεση κατάληξη σε συμφωνία, αλλά την αποτροπή ανεξέλεγκτης διολίσθησης. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο ρόλος χωρών που διαθέτουν λειτουργικές σχέσεις και με τις δύο πλευρές ή, έστω, επαρκή πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Το Πακιστάν, η Αίγυπτος και η Τουρκία προβάλλουν ως εν δυνάμει διαμεσολαβητές όχι επειδή διαθέτουν την ισχύ να επιβάλουν λύση, αλλά επειδή μπορούν να λειτουργήσουν ως αγωγοί επικοινωνίας σε ένα περιβάλλον όπου οι άμεσες επαφές είναι πολιτικά δυσχερείς ή λειτουργικά αδύνατες. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η διπλωματία, ακόμη και όταν μοιάζει παραλυμένη, παραμένει ενσωματωμένη στη γεωπολιτική σύγκρουση ως παράλληλο πεδίο πίεσης, ανίχνευσης προθέσεων και διαχείρισης κινδύνου.

Η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται να επιδιώκει μία εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία. Από τη μία, δεν μπορεί να τερματίσει άδοξα μία σύγκρουση που προκάλεσε τόσο ισχυρές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις, διότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με στρατηγική ήττα στο επίπεδο της εικόνας, της αποτροπής και της εσωτερικής νομιμοποίησης. Από την άλλη, δεν έχει συμφέρον να οδηγήσει τα πράγματα σε πλήρη αποσταθεροποίηση της ενεργειακής αγοράς, σε παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας ή σε μια χρονοβόρα πολεμική εμπλοκή με αβέβαιη έκβαση. Για έναν Αμερικανό πρόεδρο, και ιδίως για έναν πρόεδρο που έχει επενδύσει πολιτικά στη ρητορική της αποτελεσματικότητας, της «σκληρής» διαπραγμάτευσης και της αποκατάστασης του αμερικανικού κύρους, το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό, αλλά αφηγηματικό. Πρέπει να μπορεί να ισχυριστεί ότι απέσπασε από την άλλη πλευρά περισσότερα από όσα είχαν επιτύχει οι προκάτοχοί του, ότι μετέβαλε τους όρους του παιχνιδιού και ότι δεν περιορίστηκε σε μία προσωρινή διαχείριση της κρίσης, αλλά επέβαλε μία νέα πραγματικότητα. Το βάρος της σύγκρισης με προηγούμενα διπλωματικά πλαίσια είναι επομένως καθοριστικό. Αν το τελικό αποτέλεσμα εμφανιστεί ίσο ή κατώτερο από παλαιότερες ρυθμίσεις, τότε το κόστος μιας τόσο σοβαρής κλιμάκωσης θα μοιάζει πολιτικά δυσανάλογο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παράταση του τελεσιγράφου δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά εργαλείο ανασύνταξης. Παρέχει χρόνο σε τρία επίπεδα. Πρώτον, προσφέρει διπλωματικό χρόνο για να εξεταστεί εάν υπάρχει στοιχειώδες περιθώριο συμφωνίας ή, τουλάχιστον, ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης. Δεύτερον, προσφέρει στρατιωτικό χρόνο για την ολοκλήρωση αναπτύξεων, μετακινήσεων και προετοιμασιών, ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να μην υποχρεωθούν να κινηθούν με ανεπαρκές αποτύπωμα ισχύος ή χωρίς τις αναγκαίες εφεδρείες για ειδικές επιχειρήσεις. Τρίτον, προσφέρει επικοινωνιακό και πολιτικό χρόνο για την προετοιμασία της εσωτερικής κοινής γνώμης, καθώς και των συμμάχων, για το αφήγημα που θα συνοδεύσει είτε μια περιορισμένη κλιμάκωση είτε μια συμβιβαστική κατάληξη. Στις διεθνείς κρίσεις, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος παράγοντας· είναι πόρος ισχύος. Όποιος κερδίζει χρόνο χωρίς να εμφανίζεται ότι υποχωρεί, αποκτά τη δυνατότητα να μεταβάλει τη σχέση στρατιωτικής ετοιμότητας, διπλωματικής πίεσης και οικονομικής αντοχής. Αυτό ακριβώς επιδιώκει η αμερικανική στρατηγική.

Το «σημείο μηδέν» της κρίσης είναι αναμφίβολα τα Στενά του Ορμούζ. Εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας του προβλήματος, διότι στο συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διασταυρώνονται η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, η διεθνής αγορά ενέργειας και η συμβολική αξία της κυριαρχίας. Τα Στενά δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο υψηλής στρατηγικής αξίας· είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου μία περιφερειακή δύναμη μπορεί να επηρεάζει δυσανάλογα τη διεθνή οικονομία. Η δυνατότητα παρεμπόδισης ή ομηρείας της θαλάσσιας διέλευσης παρέχει στο Ιράν ένα εργαλείο ασύμμετρης πίεσης, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ την αμιγώς στρατιωτική ισορροπία. Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε συζήτηση για λήξη ή πάγωμα της σύγκρουσης που αφήνει άθικτο το πρόβλημα του Ορμούζ παραμένει εγγενώς ελλιπής. Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αποδεχθεί μία κατάληξη στην οποία το κρίσιμο πέρασμα θα εξακολουθεί να τελεί υπό την απειλή μονομερών ενεργειών. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι συνέπειες θα ξεπερνούσαν το επίπεδο της συγκεκριμένης κρίσης και θα εγγράφονταν ως μόνιμη βλάβη στην αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας.

Από οικονομική άποψη, η σημασία των Στενών του Ορμούζ είναι τεράστια. Δεν πρόκειται μόνο για την ποσότητα των ενεργειακών ροών που διακινείται μέσω αυτού του περάσματος, αλλά και για τη λειτουργία του ως ψυχολογικού και χρηματοοικονομικού δείκτη παγκόσμιου κινδύνου. Ακόμη και όταν δεν διακόπτεται πλήρως η ροή, η αβεβαιότητα αρκεί για να αυξήσει ασφάλιστρα κινδύνου, να επηρεάσει τις προσδοκίες των αγορών, να συμπιέσει επενδυτικά σχέδια, να εντείνει τον πληθωρισμό και να μεταδώσει αστάθεια πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή. Χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ασίας, με υψηλή εξάρτηση από τις ενεργειακές εισαγωγές του Κόλπου, πλήττονται δυσανάλογα. Η Νότια Κορέα, η Ινδία και άλλες οικονομίες που στηρίζονται σε σταθερές θαλάσσιες ροές αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα όταν το Ορμούζ μετατρέπεται από διεθνή αρτηρία σε πεδίο στρατηγικής ομηρείας. Υπό αυτή τη συνθήκη, η κρίση παύει να αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή ή τις Ηνωμένες Πολιτείες και καθίσταται υπόθεση διεθνούς συλλογικής ασφάλειας. Γι’ αυτό και η επόμενη ημέρα, ανεξαρτήτως άμεσης έκβασης, θα φέρει αναπόφευκτα στην επιφάνεια το ερώτημα της μόνιμης θεσμικής ή στρατιωτικής ρύθμισης του καθεστώτος ναυσιπλοΐας στα Στενά.

Η αμερικανική στρατηγική, παρά την επιθετική ρητορική, δείχνει να επιλέγει προσεκτικά τους στόχους της. Οι ενεργειακές υποδομές του Ιράν, παρά την προφανή επιχειρησιακή τους σημασία, δεν συνιστούν εύκολο ή επιθυμητό αντικείμενο άμεσου πλήγματος από την αμερικανική πλευρά. Ο λόγος είναι διπλός. Πρώτον, η καταστροφή κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων θα πυροδοτούσε οξύτατη διεθνή αναστάτωση στις τιμές, κάτι που θα έπληττε συμμάχους, ουδέτερους εταίρους και την ίδια την αμερικανική οικονομία. Δεύτερον, η διατήρηση των υποδομών έχει σημασία όχι μόνο για το παρόν, αλλά και για το μεταπολεμικό ενδεχόμενο. Μια δύναμη που σκέφτεται σε όρους στρατηγικού ελέγχου και όχι στιγμιαίας τιμωρίας επιδιώκει να διατηρεί αξιοποιήσιμο το υλικό υπόστρωμα της ισχύος, ιδίως όταν αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικής επιρροής ή αναδιάταξης. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί να προκαλέσει μη αναστρέψιμη ενεργειακή απορρύθμιση, ούτε να εμφανιστεί ως ο κύριος παράγοντας αποσύνθεσης μιας ήδη εύθραυστης παγκόσμιας αγοράς.

Αντιθέτως, το πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να αναζητηθεί κλιμάκωση είναι περισσότερο εκείνο των στοχευμένων, περιορισμένης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων υψηλής στρατηγικής απόδοσης. Μια εκτεταμένη χερσαία εισβολή κατά τα πρότυπα παλαιότερων πολέμων είναι εξαιρετικά απίθανη, όχι μόνο λόγω του πολιτικού κόστους, αλλά και λόγω της επιχειρησιακής πολυπλοκότητας, της κοινωνικής κόπωσης από μακρές επεμβάσεις και της απουσίας διαθέσιμου χρόνου για τέτοιο εγχείρημα. Αντ’ αυτού, η λογική φαίνεται να προσανατολίζεται σε ειδικές επιχειρήσεις που θα επιδίωκαν τρεις βασικούς σκοπούς: πρώτον, τον περιορισμό της ιρανικής δυνατότητας ελέγχου των Στενών μέσω κατάληψης ή ουδετεροποίησης κρίσιμων νησιωτικών θέσεων· δεύτερον, την πίεση επί των πετρελαϊκών εξαγωγικών δυνατοτήτων του Ιράν χωρίς την ολοσχερή καταστροφή τους· και, τρίτον, τον έλεγχο ή την εξουδετέρωση στρατηγικού υλικού που θα μπορούσε να επηρεάσει το μεταπολεμικό τοπίο ασφαλείας. Τέτοιου τύπου επιχειρήσεις θεωρούνται πιο «διαχειρίσιμες» πολιτικά, ιδίως αν οι αμερικανικές απώλειες παραμείνουν περιορισμένες και αν μπορούν να ενταχθούν σε ένα σαφές αφήγημα τακτικής επιτυχίας.

Ιδιαιτέρως κρίσιμη είναι η συζήτηση γύρω από τα μικρά νησιά που επιτρέπουν τον έλεγχο του περάσματος. Η στρατηγική τους αξία υπερβαίνει το μέγεθός τους, διότι λειτουργούν ως κόμβοι επιτήρησης, παρεμπόδισης και προβολής ισχύος. Όποιος ελέγχει ή επηρεάζει αποφασιστικά αυτά τα σημεία μπορεί να επηρεάζει τη ροή της ναυσιπλοΐας δυσανάλογα προς το μέγεθος των χερσαίων δυνάμεών του. Γι’ αυτό και σε μία κρίση όπως η τρέχουσα, τα συγκεκριμένα νησιά μετατρέπονται σε εν δυνάμει θέατρο ειδικών επιχειρήσεων. Η κατάληψη ή η ουδετεροποίησή τους θα μπορούσε να αποσυνδέσει εν μέρει το ζήτημα του Ορμούζ από την ευρύτερη έκβαση της σύγκρουσης, επιτρέποντας στις Ηνωμένες Πολιτείες να διακηρύξουν ότι διασφάλισαν τον πυρήνα της διεθνούς ναυσιπλοΐας ακόμη και χωρίς οριστική συνολική διευθέτηση. Ωστόσο, μια τέτοια επιχείρηση δεν θα ήταν χωρίς κόστος. Θα σήμαινε άμεση προσβολή ευαίσθητου συμβόλου κυριαρχίας και ενδεχομένως θα πυροδοτούσε νέα αντίδραση, είτε στρατιωτική είτε υβριδική.

Μία δεύτερη επιχειρησιακή κατεύθυνση θα ήταν η άσκηση πίεσης επί του βασικού πετρελαϊκού κόμβου εξαγωγών του Ιράν. Η λογική εδώ δεν θα ήταν η καταστροφή της ενεργειακής βάσης, αλλά η δυνατότητα προσωρινού ελέγχου, αποκλεισμού ή εξουδετέρωσης της λειτουργίας της, ώστε να παραχθεί οξύ οικονομικό κόστος για το καθεστώς. Σε συνθήκες πολέμου, η συμπίεση των κρατικών εσόδων αποκτά τεράστια σημασία, διότι επηρεάζει όχι μόνο τη στρατιωτική αντοχή, αλλά και τη δυνατότητα διατήρησης εσωτερικής συνοχής, πατρωνίας και διοικητικής συνέχειας. Μια τέτοια κίνηση, εάν συνδυαζόταν με ταυτόχρονη διατήρηση ανοικτών των θαλασσίων οδών για τις υπόλοιπες εξαγωγές της περιοχής, θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιχείρηση χειρουργικής πίεσης και όχι γενικευμένης απορρύθμισης. Ωστόσο, ακόμη και τότε, οι κίνδυνοι θα παρέμεναν σημαντικοί, ιδίως αν η ιρανική αντίδραση εκτεινόταν σε κρίσιμες εγκαταστάσεις γειτονικών χωρών ή σε ασύμμετρες θαλάσσιες απειλές.

Το δυσκολότερο, και ταυτόχρονα στρατηγικά πιο βαρύ, πεδίο αφορά τον έλεγχο του υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου και ευρύτερα των στοιχείων εκείνων του πυρηνικού προγράμματος που μπορούν να καθορίσουν τη μεταπολεμική ισορροπία ισχύος. Εδώ η λογική υπερβαίνει την τρέχουσα σύγκρουση. Αφορά την αποτροπή ενός μελλοντικού σεναρίου στο οποίο είτε ένα αποδυναμωμένο αλλά επιβιώσαν καθεστώς είτε ένα ασταθές μεταβατικό περιβάλλον θα μπορούσε να καταστήσει κρίσιμο πυρηνικό υλικό ευάλωτο σε αδιαφανείς χρήσεις, διασπορά ή κατάληψη από μη κρατικούς δρώντες. Όμως τέτοιου είδους επιχειρήσεις είναι από τις πιο σύνθετες και επικίνδυνες. Απαιτούν ακριβή πληροφόρηση, επιχειρησιακή υπεροχή, ταχύτητα εκτέλεσης και ικανότητα ασφαλούς αποχώρησης, ενώ ταυτόχρονα ενέχουν τεράστια πολιτική βαρύτητα. Μία αποτυχία ή έστω μια μερική επιτυχία με υψηλό κόστος θα μπορούσε να μετατρέψει την αμερικανική στρατηγική από επιχείρηση επιβολής σε επιχείρηση εγκλωβισμού.

Η εικόνα στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος παραμένει ασαφής και ακριβώς αυτή η αοριστία αυξάνει τον βαθμό κινδύνου. Σε καθεστώτα με πολλαπλά κέντρα ισχύος, παραστρατιωτικές δομές, ιδεολογικούς μηχανισμούς και αλληλεπικαλυπτόμενες ιεραρχίες, η εξωτερική συμπεριφορά δεν προκύπτει πάντα από ενιαίο, διαφανές κέντρο λήψης αποφάσεων. Η διάκριση μεταξύ τακτικής σκληρής ρητορικής και ουσιαστικής βούλησης για διαπραγμάτευση γίνεται ακόμη δυσκολότερη όταν μέρος της εσωτερικής ισχύος εδράζεται ακριβώς στην εικόνα αδιαλλαξίας. Το ενδεχόμενο εσωτερικών διαφοροποιήσεων ή ανταγωνισμών γύρω από το ποιος διαχειρίζεται τον δίαυλο με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να αποκλειστεί. Και αυτό έχει άμεσες συνέπειες: ακόμη και αν υπάρξουν ανεπίσημες συγκλίσεις σε κάποιο επίπεδο, δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε δεσμευτική κρατική θέση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αβεβαιότητα δεν είναι απλώς αναλυτικό πρόβλημα· είναι παράγοντας κρίσης, γιατί αυξάνει την πιθανότητα λανθασμένης εκτίμησης, ασυντόνιστης κλιμάκωσης ή αμοιβαίας παρερμηνείας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στάση των κρατών του Κόλπου. Αρχικά, αρκετές από τις αραβικές μοναρχίες αντιμετώπισαν με επιφύλαξη το ενδεχόμενο ευρείας στρατιωτικής κλιμάκωσης, επειδή γνωρίζουν ότι είναι οι πρώτες που θα υποστούν τις συνέπειες μιας διαταραχής στην ασφάλεια, στις επενδύσεις, στα ασφάλιστρα κινδύνου, στις θαλάσσιες μεταφορές και στη διεθνή εικόνα τους ως σταθερών οικονομικών κόμβων. Η σταθερότητα δεν αποτελεί για τα κράτη αυτά μόνο ζήτημα ασφάλειας, αλλά θεμέλιο του αναπτυξιακού και επενδυτικού τους μοντέλου. Ωστόσο, καθώς η κρίση βαθαίνει, η λογική της επιφύλαξης μπορεί να μετασχηματίζεται σε λογική αποφασιστικής επίλυσης. Ένα αποδυναμωμένο αλλά διαρκώς απρόβλεπτο ιρανικό καθεστώς θα μπορούσε να λειτουργεί ως μόνιμη πηγή περιφερειακής φθοράς, δηλαδή ως «πληγωμένο θηρίο» που, χωρίς να έχει την ισχύ για ευρεία ανατροπή των ισορροπιών, θα διατηρεί την ικανότητα να παράγει περιοδικές κρίσεις. Για τα κράτη του Κόλπου, μια τέτοια ενδιάμεση κατάσταση ίσως είναι χειρότερη από μια καθαρή, έστω σκληρή, επαναχάραξη των όρων ασφαλείας.

Η στάση τους, βέβαια, δεν είναι ταυτόσημη. Άλλες χώρες έχουν μακρά παράδοση αντιπαλότητας με το Ιράν, άλλες επέλεξαν διαχρονικά στάση ισορροπίας ή ουδετερότητας, ενώ άλλες επένδυσαν κατά περιόδους στη διαμεσολάβηση και στη λειτουργική συνύπαρξη. Παρ’ όλα αυτά, η τρέχουσα κρίση τείνει να παράγει ένα κοινό συμπέρασμα: η μέχρι πρότινος πρακτική του περιορισμού της έντασης μέσω αμφίσημων ισορροπιών έχει εξαντλήσει μέρος της αποτελεσματικότητάς της. Όταν η ίδια η έννοια του ασφαλούς εμπορικού και ενεργειακού διαδρόμου τίθεται υπό αίρεση, οι οικονομίες του Κόλπου δεν μπορούν να παραμείνουν αδιάφορες ως προς την έκβαση. Η ουδετερότητα αποδίδει όταν η κρίση είναι ελέγξιμη και αναστρέψιμη· αποδίδει πολύ λιγότερο όταν η αστάθεια αποκτά δομικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και οι αραβικές μοναρχίες μπορεί να μην επιθυμούν απεριόριστη στρατιωτική σύγκρουση, αλλά δεν επιθυμούν πλέον ούτε μια λύση που θα διαιωνίζει την απειλή υπό νέα μορφή.

Στο σημείο αυτό εισέρχεται στο κάδρο η Κίνα ως πιθανός, αν και πολιτικά δύσκολος, παράγοντας. Η αναφορά στο Πεκίνο δεν είναι δευτερεύουσα. Η Κίνα διαθέτει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την απρόσκοπτη ροή ενέργειας από την περιοχή και ταυτόχρονα έχει κάθε λόγο να εμφανίζεται ως δύναμη σταθεροποίησης σε έναν χώρο όπου φιλοδοξεί να ενισχύσει τη διπλωματική της βαρύτητα χωρίς άμεση στρατιωτική ανάμειξη. Μια κινεζική παρέμβαση για το ζήτημα του Ορμούζ θα είχε πολύπλευρες συνέπειες. Από τη μία, θα μπορούσε να προσφέρει έναν δρόμο αποκλιμάκωσης, ιδίως εάν η Τεχεράνη έκρινε ότι μια συμφωνία υπό κινεζική παρότρυνση είναι πολιτικά πιο αποδεκτή από μια υποχώρηση έναντι της Ουάσιγκτον. Από την άλλη, θα συνεπαγόταν σημαντικά ανταλλάγματα. Η Κίνα δεν θα αναλάμβανε τέτοιο ρόλο μόνο για να προσφέρει μια υπηρεσία σταθεροποίησης· θα επιδίωκε πολιτική αναγνώριση, θεσμική εδραίωση της παρουσίας της στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας και ενδεχομένως ευρύτερες συνεννοήσεις στο πεδίο του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.

Για την αμερικανική πλευρά, η προσφυγή σε κινεζική συνδρομή θα ήταν στρατηγικά αμφίσημη. Θα μπορούσε βραχυπρόθεσμα να προσφέρει λύση σε ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα, αλλά μακροπρόθεσμα θα νομιμοποιούσε ακριβώς αυτό που η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει: την ανάδειξη της Κίνας σε αναγνωρισμένο παράγοντα ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Επιπλέον, μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας, θα υπήρχε ο κίνδυνος έμμεσης νομιμοποίησης και του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος ως συνομιλητή ενός νέου πλαισίου ισορροπιών. Γι’ αυτό και μια τέτοια επιλογή θα ήταν περισσότερο λύση έσχατης ανάγκης παρά στρατηγική προτίμηση. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η πιθανότητα συζήτησής της αποκαλύπτει το βάθος του προβλήματος. Όταν τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύονται σε παγκόσμιο ζήτημα, η γεωπολιτική δεν περιορίζεται στους άμεσους αντιπάλους, αλλά ανοίγει τον χώρο για παρεμβολή τρίτων δυνάμεων που επιδιώκουν να μετατρέψουν την κρίση άλλων σε δική τους ευκαιρία επιρροής.

Ανεξαρτήτως της άμεσης έκβασης, ένα είναι βέβαιο: η επόμενη ημέρα στα Στενά του Ορμούζ δεν μπορεί να είναι ίδια με την προηγούμενη. Η κρίση έχει ήδη αποδείξει ότι το υφιστάμενο καθεστώς ασφαλείας είναι ανεπαρκές, διότι επιτρέπει σε ένα περιφερειακό κέντρο ισχύος να απειλεί μία θαλάσσια οδό παγκόσμιας σημασίας. Επομένως, μετά το τέλος της θερμής φάσης, το διεθνές σύστημα θα βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα θεσμικής ή στρατιωτικής αναδιάταξης. Η μία δυνατότητα είναι η διαμόρφωση μιας νέας διεθνούς συνθήκης που θα καθορίζει με σαφέστερους και πιο δεσμευτικούς όρους τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τα όρια των παράκτιων κρατών σε σχέση με τη ναυσιπλοΐα στο συγκεκριμένο πέρασμα. Μια τέτοια λύση θα ήταν νομικά και θεσμικά πιο σταθερή, αλλά προϋποθέτει τουλάχιστον στοιχειώδη συναίνεση από το Ιράν, άρα παραμένει πολιτικά δύσκολη. Η δεύτερη δυνατότητα είναι η συγκρότηση μόνιμης διεθνούς ναυτικής δύναμης επιτήρησης, με συμμετοχή μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων, η οποία θα αναλάβει την πρακτική εγγύηση της ελεύθερης και ασφαλούς διέλευσης. Αυτό το σενάριο είναι επιχειρησιακά πιο άμεσο, αλλά ενέχει τον κίνδυνο μονιμοποίησης μιας στρατιωτικοποιημένης ισορροπίας στο ίδιο το πέρασμα.

Σε κάθε περίπτωση, η Ευρώπη δεν θα μπορεί να παραμείνει στο περιθώριο. Η εξάρτηση από την ομαλή λειτουργία των ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων, η σημασία της ναυτιλίας, η ανάγκη σταθεροποίησης του ευρύτερου νότιου γεωπολιτικού περιβάλλοντος και η φιλοδοξία διατήρησης διεθνούς ρόλου επιβάλλουν ευρωπαϊκή συμμετοχή σε όποιο μελλοντικό σχήμα προκύψει. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη έχει άμεσο ενδιαφέρον, αλλά αν διαθέτει την αναγκαία πολιτική βούληση, θεσμική συνοχή και στρατηγική αυτοσυνείδηση για να αναλάβει μέρος του βάρους. Εάν δεν το πράξει, το πεδίο θα μείνει ακόμη περισσότερο ανοιχτό στη διαμόρφωση κανόνων από άλλους, με όρους που ίσως δεν θα συνάδουν με τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες για σταθερότητα, πολυμέρεια και ασφάλεια θαλάσσιων οδών.

Από την πλευρά του Ιράν, το βασικό πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική του εργαλειακής πίεσης μέσω του Ορμούζ, ενώ προσφέρει βραχυπρόθεσμη διαπραγματευτική αξία, παράγει μακροπρόθεσμα ένα όλο και πιο δυσμενές περιβάλλον. Ενδέχεται να επιτυγχάνει στιγμιαία αύξηση του κόστους για τους αντιπάλους του, όμως ταυτόχρονα επιταχύνει τη συσπείρωση περιφερειακών και εξωπεριφερειακών δρώντων υπέρ μίας πιο μόνιμης αναδιάταξης ασφαλείας που θα περιορίζει ακριβώς αυτό το πλεονέκτημα. Με άλλα λόγια, η ασύμμετρη απειλή μπορεί να λειτουργεί ως μέσο αποτροπής, αλλά όταν χρησιμοποιείται επανειλημμένα μετατρέπεται σε επιχείρημα για τη δημιουργία συστημάτων μόνιμης ανάσχεσης. Αυτή είναι μία από τις βαθύτερες αντιφάσεις της παρούσας κρίσης: το ίδιο το εργαλείο που προσδίδει στο Ιράν ισχύ ίσως επιταχύνει τους μηχανισμούς που θα περιορίσουν στο μέλλον αυτή την ισχύ.

Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η ανάγκη εξόδου παραμένει επιτακτική, αλλά δεν είναι άμεση υπό την έννοια μιας βεβιασμένης λήξης. Εκείνο που επιδιώκει είναι ένας απεγκλωβισμός υπό όρους που να επιτρέπουν τη διακήρυξη επιτυχίας. Η πολιτική πίεση που ασκεί η οικονομία, η επίδραση των ενεργειακών τιμών, η εσωτερική αμφισβήτηση και ο ορίζοντας των εκλογών καθιστούν την παρατεταμένη αβεβαιότητα ιδιαίτερα επικίνδυνη. Την ίδια στιγμή, η άτακτη λήξη θα ερμηνευόταν ως ένδειξη ασυνέπειας ή ανεπάρκειας. Συνεπώς, αυτό που χρειάζεται κατ’ ελάχιστο είναι μία συνθήκη στην οποία θα μπορεί να υποστηρίξει ότι πέτυχε ουσιωδώς αυστηρότερους ή αποτελεσματικότερους όρους από όσους υπήρχαν στο παρελθόν, ότι περιόρισε την ιρανική δυνατότητα εκβιασμού στα Στενά και ότι απέτρεψε μείζονες ανατροπές στην παγκόσμια οικονομία. Χωρίς αυτό το τρίπτυχο, η λήξη της κρίσης δεν θα μπορούσε εύκολα να ενταχθεί σε πειστικό αφήγημα νίκης.

Συνολικά, η παρούσα κρίση αποκαλύπτει με εντυπωσιακή καθαρότητα τρεις θεμελιώδεις αλήθειες της σύγχρονης γεωπολιτικής. Πρώτον, ότι η στρατιωτική ισχύς, όσο καθοριστική και αν παραμένει, δεν αρκεί από μόνη της για την επίτευξη πολιτικά βιώσιμης λύσης· χρειάζεται να μεταφραστεί σε θεσμικούς και αφηγηματικούς όρους που να παγιώνουν το αποτέλεσμα. Δεύτερον, ότι οι θαλάσσιοι δίαυλοι και τα στρατηγικά περάσματα επανέρχονται στο προσκήνιο ως κομβικοί μηχανισμοί ισχύος σε έναν κόσμο αλληλεξάρτησης, όπου ακόμη και τοπικές κρίσεις μπορούν να μετατρέπονται άμεσα σε παγκόσμιες οικονομικές δονήσεις. Τρίτον, ότι η περιφερειακή ασφάλεια στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί πλέον να ιδωθεί ως αποκλειστικά περιφερειακή υπόθεση, αλλά ως πεδίο στο οποίο διασταυρώνονται οι στρατηγικές των Ηνωμένων Πολιτειών, των αραβικών κρατών, της Κίνας, της Ευρώπης και άλλων εξαρτημένων από την ενεργειακή σταθερότητα δρώντων.

Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει πρόσκαιρη αποκλιμάκωση ή νέα κλιμάκωση μέσα στις επόμενες ημέρες. Το βαθύτερο ερώτημα είναι ποια αρχιτεκτονική ασφαλείας θα αναδυθεί μετά την κρίση, ποιος θα ορίσει τους κανόνες της ναυσιπλοΐας και της αποτροπής στην περιοχή και με ποιους όρους θα αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ κρατικής κυριαρχίας και διεθνούς συλλογικού συμφέροντος. Τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύονται έτσι όχι μόνο σε σημείο έντασης, αλλά σε εργαστήριο του νέου γεωπολιτικού κόσμου: ενός κόσμου στον οποίο η ισχύς δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των όπλων ή το εύρος των κυρώσεων, αλλά από την ικανότητα επιβολής κανόνων σε κομβικά περάσματα, από τη δυνατότητα διαχείρισης αλληλεξαρτήσεων και από την επιτυχία μετατροπής της στιγμιαίας υπεροχής σε διαρκή στρατηγική τάξη. Σε αυτή ακριβώς τη λογική πρέπει να ενταχθεί και η ανάγνωση του αμερικανικού τελεσιγράφου, της παράτασής του, της ιρανικής στάσης, της ανησυχίας του Κόλπου και της δυνητικής εμπλοκής της Κίνας. Δεν πρόκειται για αποσπασματικά επεισόδια, αλλά για επιμέρους όψεις μιας ευρύτερης αναμέτρησης γύρω από το ποιος θα καθορίσει το πλαίσιο ασφάλειας, νομιμότητας και ροής ισχύος σε μία από τις πιο κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές του πλανήτη.

Εάν αναζητήσει κανείς την ουσία σε μία μόνο φράση, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η σημερινή κρίση είναι λιγότερο ένας πόλεμος καθαρά στρατιωτικός και περισσότερο μια σύγκρουση για τους όρους της επόμενης τάξης πραγμάτων στον Περσικό Κόλπο. Η μάχη αφορά την αξιοπιστία της αποτροπής, την ασφάλεια των ροών, το μέλλον της περιφερειακής ισορροπίας, τη θέση των μεγάλων δυνάμεων και την ικανότητα των διεθνών μηχανισμών να ανταποκρίνονται σε κρίσεις υψηλής πυκνότητας. Γι’ αυτό και η λύση, όταν και όπως προκύψει, δεν θα είναι απλώς αποτέλεσμα στρατιωτικής πίεσης ή διπλωματικής διαπραγμάτευσης, αλλά προϊόν συνδυασμού ισχύος, χρόνου, οικονομικού υπολογισμού και πολιτικής αφήγησης. Και γι’ αυτό ακριβώς η επόμενη ημέρα θα είναι αναπόφευκτα διαφορετική: είτε με νέα διεθνή ρύθμιση, είτε με μόνιμο μηχανισμό επιτήρησης, είτε με ένα υβριδικό σχήμα που θα αντικατοπτρίζει τον νέο συσχετισμό δυνάμεων. Το βέβαιο είναι ότι η εποχή κατά την οποία το Ορμούζ μπορούσε να θεωρείται μια δεδομένη θαλάσσια αρτηρία χωρίς ανάγκη συνολικής επαναξιολόγησης έχει πλέον τερματιστεί.