Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν υπήρξε ένα ιστορικό γεγονός που μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς μόνο μέσα από το εσωτερικό ελληνικό πλαίσιο, ούτε να περιοριστεί σε μια εθνική αφήγηση στρατιωτικών συγκρούσεων, πολιτικών πράξεων και επαναστατικής αντοχής. Η βαθύτερη ιστορική της σημασία αναδεικνύεται όταν ενταχθεί στην ευρύτερη δομή των διεθνών σχέσεων της εποχής, δηλαδή στο μεταναπολεόντειο ευρωπαϊκό σύστημα, στη λογική της ισορροπίας δυνάμεων, στις αντιφάσεις της Ιερής Συμμαχίας, στην πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδίως στον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και της αποκαλούμενης Ανατολικής Υπόθεσης. Το ελληνικό ζήτημα δεν εξελίχθηκε σε διπλωματικό κενό· αντιθέτως, αναπτύχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιχειρούσε να σταθεροποιηθεί ύστερα από τους Ναπολεόντειους Πολέμους, να παγιώσει μια νέα αρχιτεκτονική νομιμότητας και να αποτρέψει την επιστροφή της επαναστατικής και πολεμικής αναταραχής. Για τον λόγο αυτόν, η ελληνική επανάσταση έθεσε εξαρχής ένα διπλό πρόβλημα στις Μεγάλες Δυνάμεις: από τη μία, αφορούσε έναν χριστιανικό πληθυσμό που στρεφόταν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γεγονός που μπορούσε να κινητοποιήσει θρησκευτικές, πολιτισμικές και φιλελεύθερες ευαισθησίες· από την άλλη, συνιστούσε επανάσταση, δηλαδή ακριβώς το είδος της πολιτικής ρήξης που το σύστημα του 1815 είχε οικοδομηθεί για να αποτρέπει. Αυτή η εσωτερική αντίφαση του διεθνούς πλαισίου αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικότερο κλειδί για την κατανόηση της πορείας του ελληνικού ζητήματος από περιφερειακή εξέγερση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ζήτημα πρώτης γραμμής της ευρωπαϊκής διπλωματίας.

Η Ευρώπη που προέκυψε από το Συνέδριο της Βιέννης δεν ήταν απλώς η Ευρώπη της αποκατάστασης των παλαιών δυναστειών, αλλά η Ευρώπη μιας συνειδητής απόπειρας θεσμικής και διπλωματικής οργάνωσης της σταθερότητας. Οι ηγεμονικές ελίτ της εποχής, έχοντας βιώσει τον διαλυτικό συνδυασμό γαλλικής επανάστασης, ιδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης, μαζικών στρατών και ναπολεόντειας επέκτασης, δεν ενδιαφέρονταν μόνο να επαναχαράξουν σύνορα, αλλά να ελέγξουν τις ίδιες τις πηγές της πολιτικής αστάθειας. Η νομιμότητα, η δυναστική συνέχεια, η αποτροπή της επαναστατικής μετάδοσης και η διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων αποτέλεσαν τις βασικές αρχές του μεταναπολεόντειου συστήματος. Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία λειτούργησε ως πλαίσιο διαβούλευσης και συλλογικής διαχείρισης των κρίσεων, ενώ η Ιερά Συμμαχία εξέφρασε την ιδεολογική και πολιτική προσήλωση των αυταρχικών μοναρχιών στην καταπολέμηση κάθε ανατρεπτικής δυναμικής. Μέσα σε αυτή τη λογική, οι εθνικές εξεγέρσεις δεν αντιμετωπίζονταν ως φορείς αυτοδιάθεσης, αλλά ως εστίες αποσύνθεσης. Η ελληνική εξέγερση, ανεξαρτήτως της ιστορικής της νομιμοποίησης στη συνείδηση των επαναστατημένων πληθυσμών, εμφανίστηκε στα μάτια των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πρωτίστως ως επικίνδυνο προηγούμενο.

Η αυστριακή πολιτική υπό τον Μέττερνιχ υπήρξε η πιο συνεπής και θεωρητικά συγκροτημένη έκφραση αυτής της αντίληψης. Ο Μέττερνιχ δεν αντιμετώπιζε την ελληνική επανάσταση ως ιδιαίτερη περίπτωση άξιας εξαίρεσης, αλλά ως δοκιμασία αρχής. Για την πολυεθνική Αυστριακή Αυτοκρατορία, η οποία περιλάμβανε πληθυσμούς με διαφορετικές γλώσσες, ιστορικές παραδόσεις και δυνητικές εθνικές αξιώσεις, κάθε επιτυχημένη εξέγερση στο όνομα της εθνότητας ή της πολιτικής ελευθερίας αποτελούσε κίνδυνο άμεσης στρατηγικής σημασίας. Η Ελλάδα, από αυστριακή σκοπιά, δεν ήταν απλώς η χώρα του αρχαίου πολιτισμού ή ένα χριστιανικό έθνος υπό μουσουλμανική κυριαρχία· ήταν ένα ενδεχόμενο προηγούμενο. Εάν γινόταν δεκτό ότι μια εθνική κοινότητα μπορούσε να εξεγερθεί εναντίον μιας νομιμοποιημένης αυτοκρατορικής εξουσίας και, μάλιστα, να διεκδικήσει ευρωπαϊκή συμπάθεια ή διπλωματική παρέμβαση υπέρ της, τότε η ίδια λογική μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλους χώρους. Το ιταλικό, το γερμανικό, το ουγγρικό και τα διάφορα βαλκανικά ζητήματα δεν ήταν για τον Μέττερνιχ αφηρημένες δυνατότητες αλλά υπαρκτοί κίνδυνοι. Γι’ αυτό και η αυστριακή εχθρότητα προς το ελληνικό κίνημα είχε βαθιά συστημικό χαρακτήρα. Δεν στρεφόταν μόνο εναντίον των Ελλήνων, αλλά εναντίον της ίδιας της αρχής ότι μια επανάσταση θα μπορούσε να καταστεί πολιτικά νόμιμη στη διεθνή τάξη.

Η ρωσική στάση υπήρξε πολύ πιο σύνθετη και ακριβώς γι’ αυτό ιδιαίτερα κρίσιμη. Η Ρωσία βρισκόταν σε μακρά ιστορική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διεκδικούσε διαρκώς ενισχυμένο ρόλο στα Βαλκάνια και θεωρούσε ότι η επιρροή της επί των ορθόδοξων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της παρείχε πολιτικό και ηθικό έρεισμα για παρέμβαση. Το ζήτημα της πρόσβασης στις θερμές θάλασσες, του ελέγχου της εξόδου προς τη Μεσόγειο και της διεύρυνσης της ρωσικής ισχύος στον νότο αποτελούσε σταθερό στρατηγικό στόχο της Αγίας Πετρούπολης. Από αυτή την άποψη, η ελληνική επανάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδανική ευκαιρία για αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και για νομιμοποίηση αυξημένης ρωσικής παρουσίας στην Ανατολή. Ωστόσο, ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ δεν λειτούργησε εξαρχής με τόσο απλό και γραμμικό τρόπο. Είχε επενδύσει πολιτικά στο σύστημα της μεταναπολεόντειας συντηρητικής συνεργασίας και δεν ήταν πρόθυμος να εμφανιστεί ως ο ηγεμόνας που θα υπέσκαπτε πρώτος τις ίδιες αρχές τις οποίες είχε συμβάλει να εγκαθιδρυθούν. Η Φιλική Εταιρεία, η εμπλοκή του Υψηλάντη, η σύνδεση της εξέγερσης με επαναστατική πρωτοβουλία και όχι με θεσμικά διαμορφωμένη διεθνή διαδικασία, δημιουργούσαν επιπλέον λόγους επιφύλαξης. Η Ρωσία, συνεπώς, δεν μπορούσε να κινηθεί αμέσως ως ανοιχτή προστάτιδα της ελληνικής υπόθεσης, παρά τη θρησκευτική και γεωπολιτική εγγύτητα.

Αυτή η ρωσική επιφυλακτικότητα των πρώτων ετών δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αδιαφορία, αλλά ως στρατηγική αναμονή. Η Αγία Πετρούπολη παρακολουθούσε την εξέλιξη της κρίσης, εκτιμούσε τον συσχετισμό δυνάμεων και, κυρίως, αξιολογούσε το πώς θα μπορούσε να επέμβει χωρίς να βρεθεί απομονωμένη από τις υπόλοιπες Δυνάμεις. Η Ρωσία δεν επιθυμούσε απλώς την αποδυνάμωση της Πύλης· επιθυμούσε η διαδικασία αυτή να γίνει κατά τρόπο που να ενισχύει τη δική της διεθνή θέση και όχι να προκαλεί συλλογική ευρωπαϊκή αντίδραση εναντίον της. Εδώ ακριβώς αναδύεται ο κεντρικός άξονας του διεθνούς πλαισίου της Ελληνικής Επανάστασης: η βρετανορωσική αντιπαράθεση για τον έλεγχο της κρίσης. Το ελληνικό ζήτημα, ιδίως από το 1823 και εξής, μετασχηματίστηκε σταδιακά από επαναστατική αναμέτρηση στην Οθωμανική περιφέρεια σε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στη Ρωσία, που ήθελε να αξιοποιήσει τη συγκυρία για να ενισχύσει την επιρροή της, και στη Βρετανία, που ήθελε να αποτρέψει ακριβώς αυτή τη μονομερή ρωσική ενίσχυση.

Η βρετανική πολιτική καθοριζόταν από ένα σύνολο παραγόντων που δεν ήταν αμιγώς ιδεολογικοί αλλά βαθιά γεωστρατηγικοί. Η Βρετανία μετά το 1815 υπήρξε η κατεξοχήν ναυτική δύναμη του διεθνούς συστήματος. Η Μεσόγειος, ως χώρος θαλάσσιων επικοινωνιών, εμπορικής διασύνδεσης και στρατηγικής διείσδυσης προς την Εγγύς Ανατολή και την Ινδική διαδρομή, είχε κομβική σημασία για τα βρετανικά συμφέροντα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρότι αδύναμη και συχνά προβληματική, αποτελούσε για το Λονδίνο χρήσιμο ανάχωμα απέναντι στη ρωσική κάθοδο προς τον νότο. Επομένως, η Βρετανία δεν επιθυμούσε την κατάρρευση της Πύλης, ούτε μια λύση του ελληνικού ζητήματος που θα έθετε την Ανατολική Μεσόγειο υπό δυσανάλογη ρωσική επιρροή. Αυτή η στρατηγική λογική εξηγεί γιατί η βρετανική πολιτική κινήθηκε αρχικά με μεγάλη επιφύλαξη. Το Λονδίνο δεν ήταν διατεθειμένο να στηρίξει πρόωρα μια επανάσταση, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης γενικότερης αστάθειας και, ταυτόχρονα, να ανοίξει τον δρόμο για ρωσική επέμβαση.

Η στάση του Castlereagh υπήρξε χαρακτηριστική αυτής της λογικής. Η Βρετανία δεν αποδεχόταν ανεπιφύλακτα τη θεωρία των ηπειρωτικών μοναρχιών περί συλλογικής στρατιωτικής επέμβασης κατά κάθε επανάστασης. Η διαφωνία της με τα πρωτόκολλα και τη γενικότερη λογική του Τροππάου και του Λάιμπαχ μαρτυρεί την αντίστασή της στη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας σε διαρκή μηχανισμό αυταρχικής διαχείρισης της ηπείρου. Όμως η διαφωνία αυτή δεν σήμαινε υποστήριξη των επαναστάσεων. Σήμαινε κυρίως ότι η Βρετανία ήθελε να διατηρήσει την αυτονομία της εξωτερικής της πολιτικής, να μην εγκλωβιστεί σε ένα ηπειρωτικό συντηρητικό δόγμα και να αποφασίζει κατά περίπτωση με γνώμονα το βρετανικό συμφέρον. Στην ελληνική υπόθεση, αυτή η στάση μεταφράστηκε αρχικά σε στάση επιφυλακτικής ουδετερότητας. Η Βρετανία παρακολουθούσε, ανέμενε, επεδίωκε να μη δώσει αφορμή για ρωσική διπλωματική υπεροχή και, παράλληλα, δεν ήθελε να νομιμοποιήσει μια επανάσταση που θα έφερνε το σύστημα της Βιέννης αντιμέτωπο με τις ίδιες του τις αντιφάσεις.

Το ελληνικό ζήτημα, όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτικό και σύνθετο απ’ όσο είχαν προβλέψει οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η επανάσταση δεν κατεστάλη γρήγορα. Οι Έλληνες κατόρθωσαν να διατηρήσουν ενεργό μέτωπο, να συγκροτήσουν πολιτικούς θεσμούς, να προσδώσουν στην υπόθεσή τους διάρκεια και ορατότητα και, παρά τους εμφύλιους διχασμούς και τις εσωτερικές αδυναμίες, να πείσουν ότι δεν επρόκειτο για παροδική αναταραχή. Αυτή η διάρκεια ήταν καθοριστική. Στη διεθνή πολιτική, η επιβίωση ενός κινήματος μεταβάλλει σταδιακά και τον τρόπο πρόσληψής του. Όσο η ελληνική επανάσταση διαρκούσε, τόσο δυσκολότερο γινόταν να παρουσιάζεται ως απλή ανταρσία· τόσο ευκολότερο γινόταν να αντιμετωπίζεται ως εμπόλεμη πραγματικότητα που απαιτούσε διεθνή εκτίμηση. Επιπλέον, η ανάπτυξη φιλελληνικών ρευμάτων στη δυτική Ευρώπη, η ηθική αγανάκτηση που προκάλεσαν σφαγές και καταστροφές, η πολιτισμική δύναμη της ελληνικής αρχαιότητας ως συμβολικού κεφαλαίου και η αυξανόμενη κινητοποίηση κύκλων του Τύπου και των γραμμάτων πίεζαν τις κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν το ζήτημα όχι μόνο με ψυχρό κρατικό υπολογισμό αλλά και με όρους δημόσιας νομιμοποίησης.

Η αλλαγή πορείας της βρετανικής πολιτικής συνδέεται αποφασιστικά με τον George Canning. Η σημασία του δεν έγκειται στο ότι υπήρξε άνευ όρων φιλέλληνας, αλλά στο ότι διέγνωσε εγκαίρως την κεντρική στρατηγική αλήθεια της συγκυρίας: η Ελλάδα είχε μετατραπεί σε πεδίο στο οποίο η Βρετανία κινδύνευε να απολέσει την πρωτοβουλία προς όφελος της Ρωσίας. Ο Canning κατάλαβε ότι μια αδιάλλακτη προσήλωση στην προηγούμενη γραμμή θα οδηγούσε σε ένα αποτέλεσμα αντίθετο προς τα βρετανικά συμφέροντα. Αν το Λονδίνο αρνιόταν να αναγνωρίσει τη νέα πραγματικότητα, η Αγία Πετρούπολη θα αποκτούσε τον ρόλο της μόνης δύναμης που μπορούσε να παρέμβει αποτελεσματικά στο όνομα είτε της θρησκευτικής προστασίας είτε της σταθεροποίησης της Ανατολής. Η πολιτική του Canning, επομένως, δεν ήταν πρωτίστως πολιτική ελληνικής ευμένειας· ήταν πολιτική αποτροπής της ρωσικής διπλωματικής μονοπώλησης. Στο πλαίσιο αυτό, η αναγνώριση των Ελλήνων ως εμπολέμων το 1823 απέκτησε εξαιρετική σημασία. Δεν συνιστούσε αναγνώριση κράτους ούτε πλήρη υποστήριξη της ανεξαρτησίας, αλλά αναγνώριζε ότι η ελληνική πλευρά διέθετε πλέον τέτοιο βαθμό στρατιωτικής και πολιτικής συγκρότησης ώστε να μην είναι δυνατόν να αγνοηθεί στο πεδίο του διεθνούς δικαίου και της ναυτικής πρακτικής.

Η κίνηση αυτή είχε πολλαπλές συνέπειες. Πρώτον, παρείχε στους Έλληνες στοιχειώδη διεθνή ορατότητα ως εμπολέμου μέρους. Δεύτερον, διευκόλυνε τη μεταφορά της σύγκρουσης από το καθαρά εσωτερικό οθωμανικό πεδίο στο πεδίο των ευρωπαϊκών υπολογισμών. Τρίτον, ενίσχυσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Έλληνες μπορούσαν να αναζητήσουν οικονομικούς πόρους και πολιτική υποστήριξη από τη Δύση. Στο σημείο αυτό πρέπει να ενταχθούν και τα βρετανικά δάνεια. Παρότι η πρακτική τους απόδοση για την επανάσταση ήταν μερική και συχνά προβληματική, η συμβολική και πολιτική τους βαρύτητα υπήρξε μεγάλη. Η δυνατότητα σύναψης δανείων από βρετανικές αγορές κεφαλαίου υποδήλωνε ότι η ελληνική επαναστατική διοίκηση είχε αρχίσει να αντιμετωπίζεται από μερίδα του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος ως φορέας πολιτικής συνέχειας. Η οικονομική πίστωση, ιδίως σε μια εποχή όπου η χρηματοπιστωτική αξιοπιστία συνδεόταν στενά με την κρατική ή πρωτοκρατική υπόσταση, λειτουργούσε ως μορφή έμμεσης νομιμοποίησης.

Η Γαλλία προσέγγισε την ελληνική κρίση μέσα από διαφορετικό, αλλά συμπληρωματικό, πρίσμα. Ως δύναμη που προσπαθούσε να επανενταχθεί πλήρως στην ευρωπαϊκή ισορροπία μετά τη συντριβή του 1815, δεν είχε συμφέρον να παραμένει αδρανής σε ένα ζήτημα που απειλούσε να εξελιχθεί σε αποκλειστικό πεδίο βρετανικής και ρωσικής επιρροής. Η γαλλική κυβέρνηση όφειλε να συνυπολογίσει και τις παραδοσιακές της σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και την ισχυρή δυναμική του φιλελληνισμού στο εσωτερικό της χώρας. Η ελληνική υπόθεση συγκινούσε τη γαλλική κοινωνία, τους διανοούμενους, τους καλλιτέχνες και μεγάλο μέρος των πολιτικών ελίτ. Αυτή η κοινωνική και πολιτισμική πίεση δεν ήταν από μόνη της επαρκής για να καθορίσει την εξωτερική πολιτική, αλλά παρείχε στη γαλλική διπλωματία ένα ηθικό και συμβολικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορούσε να στηρίξει μια ενεργότερη εμπλοκή. Για το Παρίσι, το ελληνικό ζήτημα εξελίχθηκε σε ευκαιρία επανεμφάνισης ως Μεγάλης Δύναμης με ρόλο στην Ανατολή, ως ευκαιρία ανάκτησης κύρους και ως μέσο αποτροπής της δικής του περιθωριοποίησης στην ευρωπαϊκή διαχείριση της κρίσης.

Εν τω μεταξύ, η Αυστρία επέμενε στην απορριπτική της στάση, αλλά η δυνατότητά της να επιβάλει αυτή τη γραμμή σε ολόκληρο το σύστημα εξασθενούσε σταδιακά. Η ένταση ανάμεσα στις αρχές της νομιμότητας και στους ανταγωνισμούς συμφερόντων γινόταν όλο και πιο εμφανής. Το ελληνικό ζήτημα φανέρωνε ότι η Ευρωπαϊκή Συμφωνία δεν ήταν ένα μονολιθικό σώμα ιδεολογικής συναίνεσης, αλλά ένα πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε δυνάμεις με κοινό φόβο της ανατροπής αλλά διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις. Η μεταβολή αυτή είναι καθοριστική για την ιστορία των διεθνών σχέσεων, διότι δείχνει ότι ήδη από τη δεκαετία του 1820 το σύστημα της Βιέννης άρχιζε να μετακινείται από μια λογική σχεδόν ομοφωνημένης αντιεπαναστατικής αρχής προς μια λογική περισσότερο πραγματιστική, στην οποία τα κρατικά συμφέροντα υπερίσχυαν της ιδεολογικής καθαρότητας. Η ελληνική επανάσταση δεν κατέρριψε από μόνη της το μεταναπολεόντειο σύστημα, αλλά αποκάλυψε τις ρωγμές του και επιτάχυνε την εσωτερική του διαφοροποίηση.

Το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης του 1826 υπήρξε αποτέλεσμα αυτής της ωρίμανσης. Η βρετανορωσική συνεννόηση δεν σήμαινε ταύτιση σκοπών, αλλά αναγνώριση ότι η κρίση έπρεπε να ενταχθεί σε επίσημο πλαίσιο διαμεσολάβησης. Η προτεινόμενη λύση της ελληνικής αυτονομίας υπό οθωμανική επικυριαρχία ήταν τυπικός συμβιβασμός της εποχής: αρκετά προωθημένη ώστε να αναγνωρίζει ότι το προ του 1821 καθεστώς δεν μπορούσε να αποκατασταθεί πλήρως, αλλά αρκετά συγκρατημένη ώστε να μην παρουσιάζεται ως πλήρης διάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας. Η σημασία αυτού του πρωτοκόλλου ήταν τεράστια, διότι ενέτασσε για πρώτη φορά το ελληνικό ζήτημα στην επίσημη ευρωπαϊκή διπλωματική ατζέντα ως αντικείμενο κοινής ρύθμισης. Παράλληλα, η ίδια η ύπαρξη του πρωτοκόλλου μαρτυρούσε ότι η Βρετανία και η Ρωσία, παρά την αντιπαλότητά τους, είχαν συμφέρον να δεσμεύσουν η μία την άλλη σε ένα σχήμα συνεργασίας. Η Βρετανία ήθελε να αποτρέψει τη ρωσική μονομέρεια· η Ρωσία ήθελε να αποκτήσει νομιμοποιημένο ρόλο και να μην παρουσιάζεται ως απομονωμένος αναθεωρητής της τάξης.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ωστόσο, δεν ήταν διατεθειμένη να δεχθεί εύκολα τη διεθνοποίηση ενός ζητήματος που θεωρούσε εσωτερικό. Η άρνηση της Υψηλής Πύλης να αποδεχθεί διαμεσολάβηση είχε λογική από την οπτική της κυριαρχίας της. Εάν αναγνώριζε στους Ευρωπαίους δικαίωμα παρέμβασης στην ελληνική υπόθεση, θα άνοιγε τον δρόμο για διαρκή διεθνή επιτήρηση επί των εσωτερικών της κρίσεων. Η αδιαλλαξία αυτή, όμως, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη σύγκρουση και την όλο και πιο βαριά αιγυπτιακή εμπλοκή υπό τον Ιμπραήμ, μετέτρεπαν την κατάσταση σε μείζονα ευρωπαϊκή ανησυχία. Η καταστροφική διάσταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο και αλλού ενίσχυε τις ανθρωπιστικές και φιλελληνικές πιέσεις, αλλά και τη στρατηγική πεποίθηση ότι το ελληνικό ζήτημα έπρεπε να ρυθμιστεί πριν το εκμεταλλευτεί μονομερώς κάποια δύναμη. Με τον τρόπο αυτό, η αδιαλλαξία της Πύλης δεν απέτρεψε αλλά αντιθέτως επιτάχυνε την εξωτερική παρέμβαση.

Η Συνθήκη του Λονδίνου του 1827 αποτελεί την πληρέστερη έκφραση της μεταβολής αυτής. Η Βρετανία, η Ρωσία και η Γαλλία συμφώνησαν πλέον σε συλλογική δράση για την επιβολή ανακωχής και τη διαμεσολάβηση στο ελληνικό ζήτημα. Η τριμερής αυτή συμφωνία είχε τεράστια σημασία, διότι σηματοδοτούσε ότι οι Δυνάμεις είχαν περάσει από τη φάση της επιφυλακτικής παρατήρησης στη φάση της ενεργού διαχείρισης. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παρερμηνευθεί ως πράξη ενιαίας βούλησης. Κάθε δύναμη εισερχόταν στη συμφωνία με διακριτή στρατηγική στόχευση. Η Βρετανία ήθελε να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας και να αποκλείσει τη ρωσική μονοπώληση. Η Ρωσία ήθελε να νομιμοποιήσει την αυξημένη συμμετοχή της στο Ανατολικό Ζήτημα. Η Γαλλία ήθελε να κατοχυρώσει ενεργό ρόλο και να αποκτήσει μερίδιο επιρροής στην επερχόμενη ρύθμιση. Ακριβώς γι’ αυτό η Συνθήκη του Λονδίνου έχει τόσο μεγάλη σημασία για την ιστορία των διεθνών σχέσεων: δεν ήταν μόνο φιλελληνική κίνηση, αλλά έκφραση μιας σύνθετης εξισορρόπησης μέσα στον ανταγωνισμό των Δυνάμεων.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές ότι η μεταγενέστερη ναυτική σύγκρουση δεν αποτελεί το κυρίως θέμα της ιστορικής ανάλυσης. Η σημασία της έγκειται μόνο στο ότι υπήρξε συνέπεια μιας ήδη διαμορφωμένης διπλωματικής μετάθεσης. Το κρίσιμο ιστορικό γεγονός δεν είναι μόνο ότι κατεστράφη ο οθωμανοαιγυπτιακός στόλος, αλλά ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν φθάσει στο σημείο να αποστείλουν κοινή ναυτική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο με αποστολή επιβολής της πολιτικής τους βούλησης. Αυτό σήμαινε ότι η ελληνική επανάσταση είχε μετατραπεί σε υπόθεση ευρωπαϊκής τάξης, ισορροπίας ισχύος και συλλογικής διπλωματικής παρέμβασης. Το στρατιωτικό επεισόδιο υπήρξε η τελική εκτόνωση μιας συσσωρευμένης πολιτικής και διπλωματικής έντασης. Αν απομονωθεί από αυτό το πλαίσιο, χάνει το πραγματικό του ιστορικό βάθος. Αντιθέτως, όταν ενταχθεί σε αυτό, γίνεται σαφές ότι η ναυτική αναμέτρηση ήταν το ορατό αποτέλεσμα μιας ευρύτερης κρίσης του συστήματος της Βιέννης, μιας κρίσης στην οποία η αρχή της διατήρησης της τάξης συμβιβάστηκε τελικά με μια ελεγχόμενη αναθεώρηση.

Οι εξελίξεις μετά το 1827 επιβεβαίωσαν αυτή τη διάγνωση. Η Ρωσία μπόρεσε πλέον να κινηθεί αποφασιστικότερα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οδηγώντας στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1828–1829. Η Γαλλία, με την Εκστρατεία του Μορέως, εξασφάλισε άμεση και απτή παρουσία στην έκβαση του ελληνικού ζητήματος. Η Βρετανία, αν και συχνά αμήχανη απέναντι στις ίδιες τις συνέπειες της παρέμβασής της, είχε κατορθώσει να εμποδίσει τη μονομερή ρωσική πρωτοβουλία και να διατηρήσει τη θέση της ως βασικού ρυθμιστή. Με άλλα λόγια, το ελληνικό ζήτημα δεν έπαψε να είναι ελληνικό· έγινε, όμως, ταυτόχρονα και ευρωπαϊκό με την πιο αυστηρή έννοια. Η τελική πορεία προς την ελληνική ανεξαρτησία δεν εξαρτήθηκε αποκλειστικά από την εσωτερική επαναστατική δυναμική, ούτε αποκλειστικά από εξωτερική επιβολή. Εξαρτήθηκε από τη συνάντηση της ελληνικής αντοχής με τη διεθνή αναδιάταξη συμφερόντων. Οι Έλληνες κατόρθωσαν, με τη διάρκεια του αγώνα τους, να καταστήσουν την υπόθεσή τους αδύνατο να αγνοηθεί. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, από την πλευρά τους, κατέληξαν να παρέμβουν όχι μόνο επειδή πείστηκαν από το ηθικό δίκαιο του αγώνα, αλλά επειδή η ίδια η διαχείρισή του είχε μετατραπεί σε κρίσιμο στοιχείο της μεταξύ τους ισορροπίας.

Από ιστοριογραφική άποψη, η ουσιαστικότερη συνέπεια όλων αυτών είναι ότι η Ελληνική Επανάσταση πρέπει να ερμηνεύεται ταυτόχρονα ως εθνική επανάσταση και ως διεθνής κρίση. Το ελληνικό κράτος δεν προέκυψε ως απλή παραχώρηση των Δυνάμεων ούτε ως αυτάρκες προϊόν μιας αποκομμένης εσωτερικής διαδικασίας. Προέκυψε μέσα από μια διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ εσωτερικού αγώνα και εξωτερικού συστήματος. Η μεταναπολεόντεια Ευρώπη επιχείρησε να εμποδίσει τις επαναστάσεις, αλλά δεν ήταν σε θέση να το πράξει με απόλυτη συνέπεια όταν αυτές αλληλεπλέκονταν με ζωτικά συμφέροντα ισχύος. Η Αυστρία προσπάθησε να υπερασπιστεί τη συντηρητική καθαρότητα του συστήματος και απέτυχε να καθορίσει μόνη της την πορεία του. Η Ρωσία επιδίωξε να επωφεληθεί γεωπολιτικά, αλλά αναγκάστηκε να κινηθεί εντός συμβιβαστικών σχημάτων. Η Βρετανία επενέβη όχι για να καταστρέψει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά για να διαχειριστεί ελεγχόμενα την κρίση και να αναχαιτίσει τη ρωσική άνοδο. Η Γαλλία αξιοποίησε την ευκαιρία για να ανακτήσει βαρύτητα και κύρος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ελληνικό ζήτημα λειτούργησε ως επιταχυντής της μετάβασης από μια Ευρώπη αυστηρής αντεπαναστατικής ομοφωνίας σε μια Ευρώπη πιο ρευστών, πραγματιστικών και ανταγωνιστικών διπλωματικών σχηματισμών.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η κεντρική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης στην ιστορία των διεθνών σχέσεων δεν έγκειται στο ότι προκάλεσε μόνο τη γέννηση ενός νέου κράτους, αλλά στο ότι ανέδειξε, ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά μετά το 1815, τα όρια της μεταναπολεόντειας τάξης. Το σύστημα της Βιέννης είχε οικοδομηθεί πάνω στην παραδοχή ότι η σταθερότητα μπορούσε να προστατευθεί μέσω της συνεργασίας των δυναστειών και της καταστολής της επαναστατικής αμφισβήτησης. Το ελληνικό ζήτημα απέδειξε ότι αυτή η παραδοχή ήταν ασταθής όταν συναντούσε τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, την αντοχή ενός εθνικού κινήματος, τη διαμεσολάβηση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και τη στρατηγική βαρύτητα της Ανατολής. Υπό αυτή την έννοια, η ελληνική επανάσταση προανάγγειλε τον 19ο αιώνα των εθνικών ζητημάτων, της διαρκούς εμπλοκής των Μεγάλων Δυνάμεων στις εσωτερικές κρίσεις αυτοκρατοριών και της σταδιακής μεταβολής της ευρωπαϊκής νομιμότητας. Δεν κατήργησε την πολιτική της ισορροπίας δυνάμεων· αντιθέτως, την επιβεβαίωσε. Αλλά έδειξε ότι η ισορροπία αυτή δεν μπορούσε πλέον να λειτουργεί ανεξάρτητα από την πίεση των εθνικών κινημάτων και των περιφερειακών κρίσεων.

Το τελικό συμπέρασμα είναι, επομένως, σαφές. Η ορθότερη και ποιοτικά ανώτερη προσέγγιση της Ελληνικής Επανάστασης δεν είναι εκείνη που αφηγείται πρωτίστως τη στρατιωτική εξέλιξη της ναυτικής σύγκρουσης στο Ναυαρίνο, αλλά εκείνη που αναδεικνύει το ελληνικό ζήτημα ως πεδίο δοκιμασίας και αναδιάταξης του ευρωπαϊκού διεθνούς συστήματος. Η ουσία βρίσκεται στη διπλωματία, όχι στην τακτική· στην ισορροπία δυνάμεων, όχι στην επιμέρους πολεμική λεπτομέρεια· στον ανταγωνισμό Βρετανίας, Ρωσίας, Γαλλίας και Αυστρίας, όχι στην απομονωμένη περιγραφή ενός στρατιωτικού επεισοδίου. Η ελληνική υπόθεση έγινε σημαντική επειδή ανάγκασε τις Μεγάλες Δυνάμεις να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους απέναντι στην επανάσταση, στη νομιμότητα, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην ίδια τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας. Η ναυμαχία, από αυτή τη σκοπιά, είχε σημασία μόνο επειδή επιβεβαίωσε ότι το ελληνικό ζήτημα είχε ήδη περάσει από τη σφαίρα της περιφερειακής αμφισβήτησης στη σφαίρα της διεθνούς αναγκαιότητας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό ιστορικό της βάρος: όχι ως αυτόνομο πολεμικό γεγονός, αλλά ως κατάληξη και σύμβολο μιας βαθύτερης μετάβασης στην ευρωπαϊκή διπλωματία και στην ιστορία των διεθνών σχέσεων του 19ου αιώνα.