Η Αθήνα παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία το ενδεχόμενο μιας ραγδαίας και ποιοτικά διαφορετικής κλιμάκωσης της έντασης στον Περσικό Κόλπο, διότι αντιλαμβάνεται ότι το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ενός ακόμη περιφερειακού επεισοδίου στη Μέση Ανατολή. Η περιοχή αυτή δεν αποτελεί απλώς μία γεωγραφική ζώνη υψηλής στρατηγικής τριβής, αλλά έναν από τους κεντρικούς κόμβους του διεθνούς συστήματος ασφαλείας, της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας, της ναυσιπλοΐας και της ευρύτερης ισορροπίας ισχύος μεταξύ μεγάλων και περιφερειακών δρώντων. Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε μετάβαση από το επίπεδο των αεροπορικών πληγμάτων, των επιλεκτικών επιδείξεων ισχύος και των αποτρεπτικών διακηρύξεων σε ένα πιο σύνθετο σενάριο χερσαίας εμπλοκής δεν θα συνιστούσε απλώς μια αριθμητική αύξηση της έντασης, αλλά μια στρατηγική μεταβολή κατηγορίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές συνέπειες τις οποίες κανένα εμπλεκόμενο μέρος δεν θα μπορούσε πλέον να ελέγξει με βεβαιότητα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η ιστορική εμπειρία των εξωτερικών παρεμβάσεων στην ευρύτερη περιοχή δείχνει επανειλημμένα πως η εύκολη είσοδος σε μια σύγκρουση ουδέποτε εγγυάται μια εύκολη, σύντομη ή πολιτικά διαχειρίσιμη έξοδο.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνον η στρατιωτική ισχύς που μπορεί να συγκεντρωθεί, αλλά το ερώτημα αν αυτή η ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικά αξιοποιήσιμο στρατηγικό αποτέλεσμα. Στο επίπεδο της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, η διάκριση μεταξύ τακτικής επιτυχίας και στρατηγικής επιβολής είναι κομβική. Μια δύναμη μπορεί να κυριαρχεί στον αέρα, να διαθέτει συντριπτική υπεροχή σε μέσα ακριβείας, πληροφορίες, αισθητήρες, ναυτική ισχύ και δίκτυα διοίκησης, αλλά να αδυνατεί να επιβάλλει στο έδαφος ένα νέο πολιτικό και στρατιωτικό καθεστώς σταθερότητας. Η πιθανότητα περιορισμένης γεωγραφικής έκτασης χερσαίας επιχείρησης στον Περσικό Κόλπο ή σε παρακείμενα σημεία υψηλής επιχειρησιακής αξίας επανέρχεται ακριβώς επειδή ορισμένα κέντρα λήψης αποφάσεων φαίνεται να αναζητούν μια απτή, χειροπιαστή και στρατηγικά συμβολική επιτυχία, ικανή να πείσει ότι η πρωτοβουλία διατηρείται. Ωστόσο, ακριβώς εδώ εντοπίζεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος: όταν η αναζήτηση πολιτικού αποτελέσματος μέσω περιορισμένης στρατιωτικής δράσης προσκρούει σε ανθεκτικούς μηχανισμούς άμυνας, σε ασύμμετρες δομές αντίστασης και σε ένα περιβάλλον γεωγραφικά και επιχειρησιακά δυσχερές, η περιορισμένη δράση μπορεί να εξελιχθεί σε παγίδα διαρκείας.
Η κεντρική επιχειρησιακή δυσκολία έγκειται στο ότι, παρά την αδιαμφισβήτητη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβληθούν στον εναέριο χώρο, η αεροπορική υπεροχή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με καταστροφή του συνολικού επιθετικού δυναμικού του αντιπάλου. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν ο αμυνόμενος έχει οικοδομήσει την επιβίωσή του όχι γύρω από ένα αυστηρά ιεραρχικό και συγκεντρωτικό μοντέλο στρατιωτικής διοίκησης, αλλά γύρω από ένα αποκεντρωμένο, δικτυακό, πολυεστιακό σύστημα διάχυσης μέσων και αποφάσεων. Το ιρανικό αμυντικό πρότυπο, όπως έχει διαμορφωθεί σε βάθος δεκαετιών, στηρίζεται σε μια φιλοσοφία διασποράς, ανθεκτικότητας, επαναλαμβανόμενης ανασύνθεσης και επιβίωσης υπό καθεστώς συνεχούς πίεσης. Η οργανωτική λογική του λεγόμενου «μωσαϊκού» δεν είναι απλώς ένας τρόπος εσωτερικής διοίκησης της άμυνας, αλλά μια ολόκληρη στρατηγική κουλτούρα που στηρίζεται στην παραδοχή ότι το κέντρο μπορεί να υποστεί πλήγματα, χωρίς όμως να καταρρεύσει η περιφέρεια. Έτσι, η επιβίωση των περιφερειακών μονάδων, των κινητών εκτοξευτών, των αποκεντρωμένων αποθηκών, των μικρών ομάδων κρούσης και των διασπαρμένων δικτύων drone και πυραυλικών συστημάτων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δυσχερές πρόβλημα για κάθε αντίπαλο που επιδιώκει γρήγορο και οριστικό αποτέλεσμα.
Η ανθεκτικότητα αυτή έχει βαθύτερες πολιτικο-στρατιωτικές συνέπειες. Σε αντίθεση με τις κλασικές εκστρατείες εναντίον κρατών όπου η καταστροφή βασικών κέντρων διοίκησης και στρατηγικών υποδομών μπορούσε να παραλύσει την κρατική βούληση ή την ικανότητα συντονισμού, εδώ η λογική της αποκέντρωσης αυξάνει θεαματικά το κόστος πλήρους εξουδετέρωσης. Ακόμη και αν πληγεί ένα σημαντικό μέρος των υποδομών, το υπόλοιπο δίκτυο μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με μειωμένη αλλά επαρκή αποτελεσματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, δηλαδή πόσοι στόχοι παραμένουν ενεργοί, αλλά και ποιοτικό: εφόσον παραμένει ενεργή η ικανότητα πρόκλησης κόστους στον αντίπαλο, η πολιτική εικόνα της σύγκρουσης αλλάζει. Ο αντίπαλος που θεωρητικά κατέχει την πρωτοβουλία ενδέχεται να εμφανιστεί πολιτικά εκτεθειμένος, διότι, παρά τη συντριπτική ισχύ του, δεν κατορθώνει να ανακόψει πλήρως την εχθρική ικανότητα ανταπόδοσης. Σε αυτό το σημείο ακριβώς αναδύεται η λογική του πολέμου φθοράς: όχι απαραίτητα ως επιλογή πλήρους νίκης από την ασθενέστερη πλευρά, αλλά ως στρατηγική άρνησης της νίκης του ισχυρότερου.
Η θαλάσσια διάσταση της κρίσης είναι ίσως ακόμη πιο επικίνδυνη από την αεροπορική, διότι συνδέει το στρατιωτικό μέτωπο με την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα. Τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα στενό πέρασμα στρατηγικής αξίας, αλλά το κατεξοχήν σημείο όπου η γεωπολιτική συνδέεται άμεσα με τις ροές ενέργειας, τη διεθνή ασφάλιση μεταφορών, το κόστος ναυτιλίας, την τιμολόγηση κινδύνου και τελικά τη λειτουργία των αγορών. Ένα σενάριο επιβάρυνσης του θαλάσσιου θεάτρου επιχειρήσεων, με μεγαλύτερη εγγύτητα πολεμικών μονάδων προς το στενό, με αυξημένες περιπολίες, με χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων επιφανείας, με κινδύνους από παράκτια αντιπλοϊκά συστήματα και με απειλές από σμήνη ταχέων σκαφών, δημιουργεί ένα πλαίσιο στο οποίο ακόμη και ένα περιορισμένο επεισόδιο μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογες επιπτώσεις. Η ναυτική ιστορία έχει δείξει ότι σε περιορισμένους θαλάσσιους χώρους, όπου η γεωγραφία ευνοεί την άρνηση πρόσβασης και την πυκνότητα αισθητήρων και πυρών, η τεχνολογική ανωτερότητα δεν εξαλείφει τον κίνδυνο αιφνιδιασμού, κορεσμού ή πολιτικο-στρατηγικού σοκ.
Υπό αυτό το πρίσμα, η χρήση μικρών ταχέων σκαφών, μη επανδρωμένων επιφανειακών μέσων, παράκτιων εκτοξευτών και συνδυασμένων μορφών ασύμμετρης θαλάσσιας παρενόχλησης δεν πρέπει να θεωρείται δευτερεύουσα απειλή. Αντιθέτως, αποτελεί βασικό πυλώνα μιας λογικής anti-access/area denial, δηλαδή άρνησης πρόσβασης και περιορισμού ελευθερίας κινήσεων σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Ενώ σε ανοιχτό ωκεάνιο περιβάλλον τα πλεονεκτήματα του αμερικανικού ναυτικού είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητα, στα στενά, στις παράκτιες περιοχές και στα σημεία όπου η απόσταση μεταξύ ακτής και ναυτικής δύναμης μειώνεται δραστικά, ο αμυνόμενος αποκτά μέσα πολλαπλασιασμού του κινδύνου. Δεν χρειάζεται να βυθίσει μεγάλο αριθμό μονάδων για να επιτύχει στρατηγικό αποτέλεσμα. Αρκεί να αυξήσει το αίσθημα αβεβαιότητας, να επιβραδύνει τη ναυσιπλοΐα, να εκτοξεύσει τα ασφάλιστρα κινδύνου, να επιβάλει πρόσθετα μέτρα προστασίας και να δημιουργήσει την αίσθηση ότι η θαλάσσια οδός δεν είναι πλέον πλήρως ασφαλής. Η ίδια η έννοια της «μερικής διατάραξης» μπορεί να αρκεί ώστε η οικονομική ζημία να υπερβεί την άμεση στρατιωτική ζημία.
Στο πλαίσιο αυτό, οι σκέψεις για μια περιορισμένη χερσαία επιχείρηση αποκτούν ιδιαίτερο βάρος, αλλά και σοβαρή στρατηγική αμφισημία. Μια τέτοια επιχείρηση δεν μπορεί να νοηθεί ως αυτοσκοπός. Χρειάζεται συγκεκριμένο, μετρήσιμο και πολιτικά αξιοποιήσιμο στρατηγικό στόχο. Το ζήτημα είναι ότι οι διαθέσιμοι στόχοι, όσο επιχειρησιακά σημαντικοί και αν είναι, δεν εγγυώνται κατ’ ανάγκην την επίτευξη του ευρύτερου πολιτικού σκοπού. Η πιθανή στοχοποίηση σημείων υψηλής ενεργειακής αξίας, όπως το νησί Χαργκ, ή η δημιουργία σημείων ελέγχου σχετικών με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, θα μπορούσαν να αποσκοπούν στην αναβάθμιση της πίεσης προς την Τεχεράνη, στην αποκατάσταση ασφαλών διαύλων για τα δεξαμενόπλοια ή στην επίδειξη ικανότητας επιβολής. Όμως ακόμη και αν επιτευχθεί η κατάληψη ή ο προσωρινός έλεγχος ενός τέτοιου στόχου, παραμένει ανοιχτό το κρίσιμο ερώτημα: τι ακριβώς αλλάζει σε στρατηγικό επίπεδο; Μειώνεται καθοριστικά η δυνατότητα του αντιπάλου να συνεχίσει; Καταρρέει η πολιτική του βούληση; Περιορίζεται η ικανότητά του να μεταφέρει το κόστος στον αντίπαλο; Ή μήπως η επιχείρηση απλώς εγκαινιάζει ένα νέο και δυσμενέστερο στάδιο σύγκρουσης;
Η δυσκολία αυτή συνδέεται με έναν θεμελιώδη κανόνα της στρατηγικής σκέψης: καμία χερσαία επιχείρηση δεν είναι πραγματικά περιορισμένη από τη στιγμή που ο αμυνόμενος επιλέξει να τη μετατρέψει σε αγώνα φθοράς. Η ιστορία των πολέμων στη Μέση Ανατολή και στην ευρύτερη Ασία είναι γεμάτη παραδείγματα όπου φαινομενικά περιορισμένες επεμβάσεις εξελίχθηκαν σε σύνθετες, χρονικά παρατεταμένες και πολιτικά επώδυνες δεσμεύσεις. Η γεωγραφία, οι τοπικές κοινωνικές δομές, η ιδεολογική κινητοποίηση, το θρησκευτικό υπόστρωμα, η εθνική συσπείρωση έναντι εξωτερικής απειλής και η ικανότητα του αμυνόμενου να ενσωματώνει κρατικά, παρακρατικά και κοινωνικά στοιχεία σε μια κοινή αμυντική αφήγηση, καθιστούν ιδιαίτερα επισφαλή κάθε πρόβλεψη περί σύντομης επιχείρησης. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η υλική ανισορροπία είναι τεράστια, το πολιτικό αποτέλεσμα δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους συσχετισμούς πυρός. Συχνά κρίνεται από το ποια πλευρά μπορεί να αντέξει περισσότερο, να νομιμοποιήσει το κόστος της σύγκρουσης ενώπιον του εσωτερικού της ακροατηρίου και να παρουσιάσει την ίδια την επιβίωση ως μορφή νίκης.
Στην περίπτωση του Ιράν, το εσωτερικό αμυντικό σύστημα δεν περιορίζεται σε μια συμβατική δομή ενόπλων δυνάμεων, αλλά επεκτείνεται σε ένα πολύπλοκο πλέγμα θεσμικής, παραστρατιωτικής και κοινωνικής κινητοποίησης. Οι Φρουροί της Επανάστασης συνιστούν κάτι πολύ περισσότερο από έναν απλό στρατιωτικό σχηματισμό. Αποτελούν κρίσιμο πυλώνα του καθεστώτος ασφαλείας, της ιδεολογικής επιτήρησης, της εσωτερικής συνοχής και της επιχειρησιακής προσαρμοστικότητας. Η οργανωτική τους φιλοσοφία τούς επιτρέπει να λειτουργούν όχι μόνο ως κλασική στρατιωτική δύναμη, αλλά και ως μηχανισμός πολιτικής επιβίωσης του συστήματος. Η ύπαρξη ευρείας δεξαμενής εφέδρων, η δυνατότητα ταχείας κινητοποίησης και η σχέση με τις παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές Μπασίτζ δημιουργούν ένα ιδιαίτερο φαινόμενο αμυντικού βάθους. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα αριθμών, αλλά για ζήτημα κοινωνικής διείσδυσης της άμυνας στο σώμα της κοινωνίας. Σε καταστάσεις εξωτερικής πίεσης, τέτοιες δομές μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός ανασύνταξης, επιμελητειακής υποστήριξης, εσωτερικού ελέγχου και τοπικής αντίστασης.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η θεωρητική αναλογία δυνάμεων υπέρ του επιτιθέμενου, που παραδοσιακά θεωρείται απαραίτητη για την επιτυχή κάμψη οχυρωμένων θέσεων, αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Ακόμη κι αν οι σύγχρονες τεχνολογίες, η αεροπορική ακρίβεια και η δικτυοκεντρική διοίκηση έχουν τροποποιήσει ορισμένα κλασικά δόγματα, ο βασικός πυρήνας παραμένει: η επιτυχία μιας χερσαίας επιχείρησης προϋποθέτει είτε σαρωτική υπεροχή σε δυνάμεις, είτε πλήρη αποδιάρθρωση του αμυνόμενου, είτε πολύ περιορισμένο αντικειμενικό σκοπό, με σαφή δυνατότητα άμεσης απεμπλοκής. Εδώ, όμως, δεν φαίνεται να συντρέχουν εύκολα αυτές οι προϋποθέσεις. Οι δυνάμεις που μεταφέρονται προς την περιοχή, ακόμη και αν είναι επιχειρησιακά αξιόλογες και πολιτικά συμβολικές, δεν συνιστούν από μόνες τους μάζα ικανή να εγγυηθεί αποφασιστικό αποτέλεσμα επί ενός τόσο σύνθετου θεάτρου. Η παρουσία στοιχείων της 82ης Αερομεταφερόμενης, της 10ης Ορεινής Μεραρχίας, ειδικών δυνάμεων και πεζοναυτών υποδηλώνει σαφώς προετοιμασία για πολλαπλά σενάρια: ενίσχυση αποτροπής, ταχεία κατάληψη κρίσιμων σημείων, επιχειρήσεις περιορισμένου βάθους, προστασία υποδομών ή κάλυψη θαλάσσιων αξόνων. Δεν συνιστά, όμως, από μόνη της ένδειξη ότι υπάρχει εύκολος δρόμος προς σταθερή και βιώσιμη στρατηγική επιβολή.
Η ανάπτυξη οπλικών συστημάτων όπως τα Α-10 Warthog και η ευρύτερη αξιοποίηση μη επανδρωμένων μέσων υπογραμμίζουν ότι η επιχειρησιακή προετοιμασία δεν είναι θεωρητική. Τα Α-10 είναι κατεξοχήν συνδεδεμένα με την έννοια της εγγύς αεροπορικής υποστήριξης, δηλαδή της προστασίας και ενίσχυσης χερσαίων τμημάτων σε περιβάλλον όπου απαιτείται προσβολή τεθωρακισμένων, εχθρικών συγκεντρώσεων, μικρών ναυτικών στόχων ή παράκτιων σχηματισμών. Η παρουσία τους έχει συνεπώς ισχυρό συμβολικό και ουσιαστικό χαρακτήρα: καταδεικνύει ότι εξετάζονται σενάρια στα οποία θα χρειαστεί υποστήριξη χερσαίων ή αμφίβιων κινήσεων σε ζώνες άμεσης επαφής. Παράλληλα, τα μη επανδρωμένα συστήματα επιφανείας και η εντατικοποίηση θαλάσσιων περιπολιών δείχνουν ότι η προσπάθεια απόκτησης τακτικής υπεροχής στα Στενά του Ορμούζ δεν περιορίζεται στη συμβατική ναυτική παρουσία, αλλά επιδιώκει διαρκή επιτήρηση, έγκαιρη προειδοποίηση και ταχύτερη απόκριση σε ένα κορεσμένο και επιχειρησιακά ασταθές περιβάλλον.
Ωστόσο, η στρατιωτική διάσταση, όσο καθοριστική κι αν είναι, δεν μπορεί να αναγνωσθεί αποκομμένα από την πολιτική λογική της Ουάσιγκτον. Κάθε αμερικανική διοίκηση που θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια τέτοια κλιμάκωση θα έχει ουσιαστικά μπροστά της ένα δίλημμα υψηλού πολιτικού κόστους. Από τη μία πλευρά, η συνέχιση της εμπλοκής σε περίπτωση αυξανόμενων απωλειών θα μπορούσε να επιβάλει μια λογική κλιμακούμενου εγκλωβισμού. Από την άλλη πλευρά, μια απότομη αλλαγή πορείας ή αναδίπλωση χωρίς σαφές στρατηγικό αποτέλεσμα θα εξέθετε σοβαρά το κύρος της αμερικανικής αποτροπής, θα έθετε ερωτήματα αξιοπιστίας έναντι συμμάχων και αντιπάλων και θα δημιουργούσε στο εσωτερικό πεδίο μια δυσχερή εικόνα αναποφασιστικότητας ή αποτυχίας. Αυτή ακριβώς η παγίδα εξηγεί γιατί η μετάβαση από τον αέρα στο έδαφος θεωρείται τόσο κρίσιμη. Η αεροπορική ισχύς επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία αποκλιμάκωσης. Η χερσαία εμπλοκή, αντιθέτως, παράγει μεγαλύτερο κόστος εξόδου. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πώς αρχίζει μια τέτοια επιχείρηση, αλλά κυρίως πώς τελειώνει.
Η Αθήνα έχει ισχυρούς λόγους να αξιολογεί το ενδεχόμενο αυτό με ιδιαίτερη σοβαρότητα. Η ελληνική οπτική δεν περιορίζεται σε μια γενική ανησυχία για τη διεθνή σταθερότητα, αλλά συνδέεται με πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα: την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, τις θαλάσσιες μεταφορές, τη ναυτιλιακή έκθεση της χώρας, τις τιμές των καυσίμων, τις επιπτώσεις στον πληθωρισμό, καθώς και την πιθανότητα μιας νέας φάσης περιφερειακής αποσταθεροποίησης που θα μπορούσε να διαχυθεί από τον Κόλπο στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα, ως χώρα με ισχυρό ναυτιλιακό αποτύπωμα και ταυτόχρονα ως μέλος δυτικών θεσμών ασφαλείας, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον Περσικό Κόλπο ως μακρινό θέατρο χωρίς άμεσες συνέπειες. Οποιαδήποτε διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει τις διεθνείς ροές ενέργειας και μεταφορών, αλλά και τις ευρύτερες γεωοικονομικές παραμέτρους μέσα στις οποίες κινείται η ελληνική οικονομία. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει συμφέρον να αποφεύγεται κάθε νέα περιφερειακή ανάφλεξη που αυξάνει τη συνολική αστάθεια του θαλάσσιου άξονα από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η προοπτική κλιμάκωσης στον Περσικό Κόλπο είναι εξίσου προβληματική διότι η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι δομικά εκτεθειμένη σε εξωγενείς ενεργειακές αναταράξεις. Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων, η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει ευάλωτη σε διεθνή σοκ τιμών, σε αστάθεια ναύλων και σε μεταβολές των ασφαλίστρων κινδύνου. Ένα παρατεταμένο επεισόδιο στο Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει όχι απλώς αύξηση τιμών, αλλά ευρύτερη αναθεώρηση προσδοκιών στις αγορές, επιβάρυνση της βιομηχανικής παραγωγής και ενίσχυση πληθωριστικών πιέσεων σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία πολλές οικονομίες δεν διαθέτουν σημαντικά περιθώρια αντοχής. Με άλλα λόγια, ο Περσικός Κόλπος δεν είναι μόνο πρόβλημα ασφάλειας. Είναι και πρόβλημα μακροοικονομικής σταθερότητας. Κάθε στρατιωτική απόφαση που λαμβάνεται εκεί αντανακλά σχεδόν αμέσως στην ενέργεια, στο εμπόριο, στη ναυτιλία, στην ασφαλιστική αγορά και στην πολιτική διαχείριση του κόστους ζωής.
Υπάρχει, επιπλέον, και η διάσταση της διεθνούς νομιμοποίησης. Μια χερσαία επιχείρηση, ακόμη και αν παρουσιαστεί ως περιορισμένη, δεν αξιολογείται μόνο με βάση τη στρατιωτική της σκοπιμότητα, αλλά και με βάση τη νομικοπολιτική της ερμηνεία. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η επίκληση της αυτοάμυνας, της ελευθερίας ναυσιπλοΐας ή της προστασίας κρίσιμων υποδομών αποτελεί αντικείμενο έντονου ανταγωνισμού αφηγήσεων, η νομιμοποιητική βάση της επέμβασης γίνεται τμήμα της ίδιας της σύγκρουσης. Ο αμυνόμενος επιχειρεί να παρουσιάσει την εξωτερική πίεση ως επιθετική παραβίαση της κυριαρχίας του και να συσπειρώσει εσωτερικά και εξωτερικά ακροατήρια γύρω από αυτή την εικόνα. Ο επιτιθέμενος, αντιστρόφως, επιδιώκει να εμφανίσει τη δράση του ως αναγκαία, στοχευμένη και περιορισμένη. Όσο όμως αυξάνεται η διάρκεια, το κόστος και το εύρος της εμπλοκής, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθεί το αφήγημα της ελεγχόμενης επιχείρησης. Η διεθνής πολιτική εμπειρία έχει δείξει ότι η νομιμοποίηση είναι απολύτως κρίσιμος παράγοντας ισχύος, ιδίως όταν μια δύναμη επιδιώκει όχι απλώς να πλήξει, αλλά να πείσει ότι το πράττει στο πλαίσιο ενός σταθεροποιητικού σκοπού.
Στρατηγικά, το Ιράν δεν χρειάζεται να επιτύχει απόλυτη νίκη για να θεωρήσει επιτυχή την άμυνά του. Αρκεί να ανεβάσει το κόστος, να παρατείνει τη σύγκρουση, να διατηρήσει ζωντανές βασικές δυνατότητες ανταπόδοσης και να καταστήσει δυσανάλογη οποιαδήποτε επιδίωξη ανατροπής του ισοζυγίου εις βάρος του. Αυτή είναι η βαθύτερη έννοια του «πήχυ της επιβίωσης». Σε ασύμμετρες ή υβριδικές αντιπαραθέσεις, η επιβίωση του καθεστώτος, η λειτουργική συνέχεια του συστήματος διοίκησης και η διατήρηση ελάχιστης επιχειρησιακής ικανότητας μπορεί να παρουσιαστούν εσωτερικά ως στρατηγική νίκη, ακόμη κι αν οι υλικές απώλειες είναι σοβαρές. Αντίστροφα, ο αντίπαλος που επιδίωκε σαφές αποτέλεσμα μπορεί να βρεθεί εγκλωβισμένος στη δυσκολία να εξηγήσει γιατί η ανωτερότητά του δεν οδήγησε σε οριστική μεταβολή. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του πολέμου φθοράς: μετατοπίζει το ερώτημα από το ποιος διαθέτει περισσότερη ισχύ στο ποιος μπορεί να μετατρέψει τη διάρκεια σε πλεονέκτημα.
Η πιθανότητα επέκτασης της σύγκρουσης από τον Περσικό Κόλπο προς ευρύτερες ζώνες είναι επίσης υπαρκτή. Καμία μεγάλη στρατιωτική κλιμάκωση στην περιοχή δεν μένει απομονωμένη. Ενεργοποιεί δίκτυα συμμαχιών, παρακρατικών ή προσκείμενων δρώντων, δημιουργεί αντανακλαστικές κινήσεις περιφερειακών κρατών, μεταβάλλει τη στάση εξωτερικών δυνάμεων και επηρεάζει τη συμπεριφορά των παγκόσμιων παικτών. Η Ρωσία και η Κίνα, για παράδειγμα, δεν θα προσέγγιζαν το ζήτημα μόνο ως περιφερειακή κρίση, αλλά και ως πεδίο στο οποίο δοκιμάζονται τα όρια της αμερικανικής ισχύος, η αξιοπιστία των δυτικών δομών και οι δυνατότητες γεωπολιτικής ανακατανομής. Ακόμη και χωρίς άμεση στρατιωτική παρέμβαση, οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν να επηρεάσουν το περιβάλλον μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, οικονομικών διασυνδέσεων, τεχνολογικής υποστήριξης ή ευρύτερης πολιτικής κάλυψης. Έτσι, ο Περσικός Κόλπος λειτουργεί ως περιφερειακός κόμβος ενός πολύ μεγαλύτερου συστήματος ανταγωνισμών.
Η γεωπολιτική σημασία της κρίσης δεν εξαντλείται, επομένως, στη στενή αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η περιοχή εισέρχεται σε μια φάση κατά την οποία η ισορροπία που στηριζόταν στην αποτροπή, στην αμοιβαία επίγνωση κόστους και στις περιοδικές, ελεγχόμενες εξάρσεις έντασης, αντικαθίσταται από ένα πιο ρευστό, απρόβλεπτο και πολυεπίπεδο σύστημα αναμετρήσεων. Αν συμβεί αυτό, τότε η παγκόσμια ασφάλεια θα εισέλθει σε μια νέα φάση όπου τα όρια μεταξύ περιφερειακής σύγκρουσης, ενεργειακού πολέμου, ναυτιλιακής αποσταθεροποίησης και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων θα γίνουν ακόμη πιο δυσδιάκριτα. Και ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση περί «περιορισμένης χερσαίας επιχείρησης» οφείλει να αντιμετωπίζεται με εξαιρετική επιφυλακτικότητα. Στη θεωρία μπορεί να ακούγεται ως μετρημένη, στοχευμένη και ελεγχόμενη απάντηση. Στην πράξη, όμως, μπορεί να αποτελέσει το σημείο μετάβασης από την κρίση στη στρατηγική ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Για την ελληνική και ευρωπαϊκή στρατηγική σκέψη, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν αρκεί η παρακολούθηση των στρατιωτικών κινήσεων. Απαιτείται σύνθετη ανάγνωση των προθέσεων, των περιορισμών και των πολιτικών αδιεξόδων όλων των εμπλεκομένων. Η Ευρώπη και η Ελλάδα δεν έχουν την πολυτέλεια να υποτιμήσουν το ενδεχόμενο παρατεταμένης αποσταθεροποίησης στον Περσικό Κόλπο, ούτε να θεωρήσουν ότι μια ενδεχόμενη στρατιωτική κίνηση θα αποφέρει γρήγορα σταθεροποιητικά αποτελέσματα. Το πιθανότερο είναι ότι μια χερσαία εμπλοκή θα αύξανε το επίπεδο αβεβαιότητας, θα επιβάρυνε τις αγορές, θα πολλαπλασίαζε τις περιφερειακές παρενέργειες και θα καθιστούσε ακόμη δυσκολότερη την επιστροφή σε ένα πλαίσιο ελεγχόμενης αποτροπής. Το δίδαγμα της σύγχρονης στρατηγικής ιστορίας είναι σαφές: η ανωτερότητα μέσων δεν ισοδυναμεί με εγγυημένη πολιτική επιτυχία, ιδιαίτερα όταν ο αμυνόμενος έχει οργανώσει την επιβίωσή του πάνω στη διασπορά, στην κοινωνική κινητοποίηση και στην ικανότητα μετατροπής του πολέμου σε μακρόχρονη δοκιμασία βούλησης.
Εν τέλει, ο Περσικός Κόλπος συνιστά σήμερα ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία του πλανήτη όχι επειδή επίκειται αναγκαστικά μια ολοκληρωτική περιφερειακή έκρηξη, αλλά επειδή εκεί συμπυκνώνονται όλοι οι παράγοντες που ευνοούν τη στρατηγική παρεκτροπή: υψηλή συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος, ασαφείς κόκκινες γραμμές, πυκνή ενεργειακή διασύνδεση, έντονος ανταγωνισμός αφηγήσεων, περιορισμένος γεωγραφικός χώρος ελιγμών και αντιπαράθεση μεταξύ συμβατικών και ασύμμετρων μορφών ισχύος. Μια λανθασμένη εκτίμηση, ένας υπερβολικός υπολογισμός αυτοπεποίθησης, μια αποτυχημένη επιχείρηση ταχείας επίδειξης ισχύος ή μια υποτίμηση της αμυντικής ανθεκτικότητας του αντιπάλου θα μπορούσαν να επιταχύνουν εξελίξεις που καμία πλευρά δεν επιθυμεί πλήρως, αλλά καμία ίσως δεν θα μπορεί εύκολα να ανακόψει. Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχει τεχνική δυνατότητα στρατιωτικής κλιμάκωσης. Αυτή προφανώς υπάρχει. Η ουσία είναι αν υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα πολιτικού ελέγχου των συνεπειών της. Και ακριβώς στο ερώτημα αυτό εντοπίζεται η βαθύτερη πηγή της ανησυχίας: σε έναν τόσο σύνθετο και εύφλεκτο γεωπολιτικό χώρο, η έναρξη μιας περιορισμένης χερσαίας επέμβασης μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο εύκολη από τον τερματισμό της, ενώ το στρατηγικό, οικονομικό και θεσμικό κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα στενά όρια της περιοχής, επηρεάζοντας συνολικά τη διεθνή ασφάλεια, την ευρωπαϊκή σταθερότητα και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις αντιλαμβάνονται πλέον τη χρήση ισχύος
Πρόσφατα σχόλια