Η τρέχουσα πολεμική κρίση στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει πρωτίστως μια βαθιά κρίση περιφερειακής διακυβέρνησης, δηλαδή μια κατάσταση κατά την οποία οι υπάρχοντες μηχανισμοί διαχείρισης εντάσεων, οι δίαυλοι αποκλιμάκωσης και οι άτυπες ισορροπίες που επί χρόνια συγκρατούσαν τη γενίκευση των συγκρούσεων αποδεικνύονται πλέον ανεπαρκείς. Το ουσιώδες στοιχείο της παρούσας συγκυρίας δεν είναι μόνο η ένταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά το γεγονός ότι η ίδια η διπλωματική αρχιτεκτονική της περιοχής εμφανίζει σαφή σημάδια αποσύνθεσης. Η κρίση δεν εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχουν σταθεροί θεσμοί ασφάλειας, αξιόπιστα συστήματα περιφερειακής διαμεσολάβησης ή μηχανισμοί άμεσης αποτροπής της διάχυσης. Αντιθέτως, εξελίσσεται μέσα σε μια περιοχή όπου η πολιτική τάξη στηρίχθηκε επί μακρόν περισσότερο σε συγκυριακές ισορροπίες ισχύος, σε εξωτερικές εγγυήσεις και σε εύθραυστες διπλωματικές συνεννοήσεις παρά σε εδραιωμένους συλλογικούς θεσμούς. Η αδυναμία ταχείας και πειστικής περιφερειακής απάντησης, η καθυστέρηση διαμόρφωσης κοινού πλαισίου αποκλιμάκωσης και η ανάγκη προσφυγής σε πολλαπλές, αποσπασματικές μεσολαβητικές πρωτοβουλίες αποδεικνύουν ότι η Μέση Ανατολή έχει εισέλθει σε φάση κατά την οποία η πολιτική διαχείριση της ασφάλειας υστερεί σημαντικά έναντι της ταχύτητας με την οποία παράγεται η αστάθεια. Οι πρωτοβουλίες του Πακιστάν, οι συναντήσεις με Τουρκία, Αίγυπτο και Σαουδική Αραβία, καθώς και η μεταγενέστερη κοινή κινεζοπακιστανική έκκληση για άμεση κατάπαυση του πυρός και αποκατάσταση της κανονικής ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, δείχνουν ότι αναζητείται επειγόντως πλαίσιο σταθεροποίησης, αλλά επίσης δείχνουν ότι το πλαίσιο αυτό δεν υπάρχει ήδη θεσμικά κατοχυρωμένο.

Το διπλωματικό πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή η παρούσα κρίση δεν έχει γραμμική δομή. Δεν πρόκειται για αναμέτρηση περιορισμένου αριθμού κρατών με σαφώς ορισμένη αλυσίδα απόφασης, σαφή στόχο τερματισμού και προβλέψιμο μηχανισμό αναζήτησης συμβιβασμού. Αντιθέτως, πρόκειται για κρίση με πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονης λειτουργίας: στρατιωτικό, θαλάσσιο, ενεργειακό, οικονομικό, συμβολικό και περιφερειακά θεσμικό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διπλωματία δεν υστερεί μόνο επειδή λείπει η πολιτική βούληση, αλλά και επειδή λείπει η αναλυτική απλότητα που θα επέτρεπε την ταχεία οριοθέτηση ενός βιώσιμου πλαισίου διαπραγμάτευσης. Όταν η ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ αποτελεί κεντρικό διακύβευμα, όταν η Ερυθρά Θάλασσα συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια του εμπορίου και όταν η οικονομική ζημία μεταδίδεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο στις αγορές, η διπλωματική ατζέντα δεν περιορίζεται στο πώς θα σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Περιλαμβάνει και το πώς θα αποκατασταθεί η ροή ενέργειας, πώς θα ασφαλιστούν τα θαλάσσια περάσματα, πώς θα αποφευχθεί νέα έξαρση πληθωρισμού και πώς θα αποκατασταθεί στοιχειώδης εμπιστοσύνη σε μια περιοχή όπου οι άτυπες ισορροπίες έχουν ήδη πληγεί. Ακριβώς γι’ αυτό, ακόμη και οι πιο δραστήριες διπλωματικές κινήσεις παραμένουν ατελείς: η κρίση έχει γίνει πολυτομεακή και η διαχείρισή της απαιτεί πολύ βαθύτερο βαθμό συντονισμού από αυτόν που η περιοχή είναι σήμερα σε θέση να παράγει.

Η ευρωπαϊκή εμπλοκή στην παρούσα φάση φωτίζει ιδιαίτερα καθαρά τα νέα όρια της περιφερειακής και διεθνούς σταθεροποίησης. Η απόφαση της Γαλλίας να ενισχύσει τη ναυτική της παρουσία με σχεδόν δώδεκα πολεμικά πλοία σε Μεσόγειο, Ερυθρά Θάλασσα και ευρύτερο περιβάλλον του Ορμούζ, όπως και η παράλληλη συζήτηση για μελλοντική αποστολή συνοδείας εμπορικών πλοίων, αποτυπώνουν τη μετάβαση από μια λογική παρακολούθησης της κρίσης σε μια λογική ενεργητικής προστασίας των θαλάσσιων κοινών. Την ίδια στιγμή, όμως, η προσεκτική γαλλική στάση ως προς τις επιχειρήσεις άμεσης αποκατάστασης της ναυσιπλοΐας εν μέσω ενεργών εχθροπραξιών δείχνει και το άλλο όριο: η διεθνής παρουσία μπορεί να μειώσει μέρος της αβεβαιότητας, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική επίλυση. Το γεγονός ότι περίπου 35 χώρες προσεγγίστηκαν από το Παρίσι για μελλοντική αποστολή ασφαλούς διέλευσης στο Ορμούζ, χωρίς ακόμη να έχει διαμορφωθεί σταθερή και λειτουργική φόρμουλα, αποκαλύπτει ότι η κρίση της ναυσιπλοΐας είναι ταυτόχρονα στρατιωτική, οικονομική και βαθιά διπλωματική. Δεν αρκεί η ύπαρξη μέσων· απαιτείται και κοινή βούληση, κοινή ερμηνεία του κινδύνου, κοινό αποδεκτό πολιτικό πλαίσιο. Και αυτά ακριβώς είναι που λείπουν ή παραμένουν ατελώς διαμορφωμένα.

Η κρίση, συνεπώς, δεν είναι μόνο κρίση αποτροπής, αλλά και κρίση διπλωματικής ιεράρχησης. Τα κράτη της περιοχής και οι βασικοί εξωτερικοί παίκτες δεν αντιμετωπίζουν απλώς ένα κοινό πρόβλημα με διαφορετικές λύσεις· αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα ταυτόχρονα, τα οποία ιεραρχούν με διαφορετικό τρόπο. Για ορισμένους, προέχει η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και των εμπορικών ροών. Για άλλους, προέχει η αποφυγή ευρύτερης χερσαίας εμπλοκής. Για άλλους, η προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων και η σταθεροποίηση των τιμών. Για άλλους, η πολιτική επιβίωση και η αποτροπή μιας νέας περιφερειακής ανακατανομής ισχύος. Αυτή η πολυδιάσπαση προτεραιοτήτων εξηγεί γιατί ακόμη και κράτη που αναγνωρίζουν τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης δυσκολεύονται να παραγάγουν συγκροτημένη κοινή δράση. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας είναι ενδεικτικές: η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εξετάσει το ενδεχόμενο επανενεργοποίησης μέτρων αντίστοιχων με εκείνα της ενεργειακής κρίσης του 2022, ενώ οι υπουργοί Ενέργειας των κρατών-μελών κινούνται προς συντονισμό, ακριβώς επειδή η κρίση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μακρινό ζήτημα ασφάλειας αλλά ως άμεσος κίνδυνος για την εσωτερική οικονομική σταθερότητα. Η διπλωματία, λοιπόν, δεν λειτουργεί εδώ σε κενό. Επιβαρύνεται από το γεγονός ότι η περιφερειακή αστάθεια έχει ήδη μετατραπεί σε ζήτημα εσωτερικής διακυβέρνησης για τρίτα κράτη και οργανισμούς.

Από θεσμική άποψη, η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει και κάτι ακόμη βαθύτερο: τη διαρκή αδυναμία της Μέσης Ανατολής να συγκροτήσει ένα βιώσιμο, ενδοπεριφερειακό σύστημα συλλογικής ασφάλειας. Η περιοχή παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο όπου οι κρίσεις αντιμετωπίζονται κατά κανόνα εκ των υστέρων, μέσω ad hoc διπλωματικών παρεμβάσεων, προσωρινών συμμαχικών ανασυντάξεων και εξωτερικής στρατιωτικής εγγύησης. Αυτό το μοντέλο ίσως μπορούσε να λειτουργήσει σχετικώς αποτελεσματικά σε περιβάλλον χαμηλότερης διασύνδεσης και μικρότερης ταχύτητας διάχυσης της κρίσης. Σήμερα, όμως, δεν επαρκεί. Όταν οι επιπτώσεις της σύγκρουσης μεταφέρονται μέσα σε ημέρες ή και ώρες από το πεδίο της μάχης στις τιμές πετρελαίου, στις προβλέψεις ανάπτυξης, στις ασφαλιστικές αποτιμήσεις και στα ευρωπαϊκά υπουργεία ενέργειας, η απουσία μόνιμων θεσμών ασφάλειας καθίσταται στρατηγικό έλλειμμα πρώτου μεγέθους. Η περιφερειακή τάξη αποδεικνύεται θεσμικά φτωχή σε μια εποχή όπου οι κρίσεις είναι λειτουργικά πλούσιες, δηλαδή παράγουν επιπτώσεις σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Αυτή η αναντιστοιχία είναι ίσως η ουσιαστικότερη όψη της σημερινής διπλωματικής απορρύθμισης.

Συνολικά, η νέα φάση του πολέμου αποκαλύπτει ότι η Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με μία ακόμη περιφερειακή σύγκρουση, αλλά με μια κρίση της ίδιας της ικανότητάς της να παράγει σταθερότητα, προβλεψιμότητα και διαχειρίσιμη τάξη. Η στρατιωτική κλιμάκωση είναι μόνο η επιφάνεια. Κάτω από αυτήν αναδύεται μια πολύ βαθύτερη ρωγμή: η αποδυνάμωση των διπλωματικών αντανακλαστικών, η απουσία αξιόπιστης θεσμικής αρχιτεκτονικής, η δυσκολία ιεράρχησης κοινών συμφερόντων και η αδυναμία γρήγορης συλλογικής αντίδρασης σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια, η ενέργεια, η θάλασσα και η οικονομία έχουν συγχωνευθεί σε ενιαίο πεδίο κρίσης. Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή κατάσταση δεν είναι μόνο επικίνδυνη επειδή κλιμακώνεται, αλλά και επειδή επιβεβαιώνει ότι η περιφερειακή τάξη έχει εισέλθει σε φάση βαθιάς θεσμικής ανεπάρκειας, όπου η αποκλιμάκωση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτόματη συνέπεια της κόπωσης των αντιπάλων, αλλά απαιτεί ανασυγκρότηση ολόκληρου του πλαισίου μέσα στο οποίο η περιοχή αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται την ασφάλειά της