Η Ευρώπη υπήρξε ,ιστορικά, ο κατεξοχήν χώρος στον οποίο η ιδέα της ορθολογικής διακυβέρνησης, της ρύθμισης μέσω κανόνων, της θεσμικής επιτήρησης και της προσήλωσης σε μετρήσιμους στόχους απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική και νομιμοποιητική βαρύτητα. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα οικοδόμησε σε μεγάλο βαθμό το κύρος του στην υπόσχεση ότι σύνθετα προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω κανόνων, ανεξάρτητων θεσμών, αξιόπιστων προβλέψεων και προσεκτικού συντονισμού. Ωστόσο, η σημερινή πίεση καθιστά ορατό ότι υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η τεχνοκρατική επάρκεια παραμένει αναγκαία αλλά παύει να είναι επαρκής, διότι η ίδια η πραγματικότητα γίνεται ταχύτερη, πιο σύνθετη και πολιτικά πυκνότερη από τα σχήματα με τα οποία αυτή συνήθως ερμηνεύεται και διοικείται.

Το ουσιώδες πρόβλημα δεν είναι ότι οι θεσμοί στερούνται γνώσης ή εργαλείων, αλλά ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να ενεργήσουν έχουν μεταβληθεί ποιοτικά. Σε ένα σχετικά σταθερό περιβάλλον, η διαχείριση μέσω κανόνων και δεικτών μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Όταν όμως το εξωτερικό περιβάλλον γίνεται ασταθές, οι τιμές βασικών εισροών μεταβάλλονται απότομα, οι αγορές αντιδρούν νευρικά, οι κοινωνίες πιέζονται και οι κυβερνήσεις οφείλουν να απαντούν ταχύτατα σε ζητήματα που δεν χωρούν εύκολα σε προδιατυπωμένα πλαίσια, τότε η ίδια η λογική της διακυβέρνησης αλλάζει. Το πρόβλημα γίνεται λιγότερο πρόβλημα εφαρμογής γνωστών κανόνων και περισσότερο πρόβλημα κρίσης, ιεράρχησης και πολιτικής ευθύνης. Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται ένα ευρωπαϊκό έλλειμμα: η ισχυρή θεσμική της κουλτούρα ευνοεί τη ρύθμιση, αλλά συχνά δυσκολεύεται όταν απαιτείται γρήγορη σύνθεση ανταγωνιστικών αναγκών χωρίς την ασφάλεια μιας καθαρής τεχνικής απάντησης.

Η σημερινή συγκυρία δείχνει ότι η οικονομική πολιτική δεν είναι ποτέ αποκλειστικά τεχνικό ζήτημα. Όταν το κόστος ζωής αυξάνεται, όταν η ενέργεια επιβαρύνει τον παραγωγικό ιστό, όταν τα δημοσιονομικά περιθώρια περιορίζονται και όταν η αγορά αξιολογεί αυστηρότερα το χρέος και τη σταθερότητα, η όποια επιλογή εμπεριέχει αναπόφευκτα πολιτικό καταμερισμό βαρών. Δεν υπάρχει ουδέτερη τεχνική απόφαση ως προς το ποιος θα επιβαρυνθεί περισσότερο, ποια δαπάνη θα διατηρηθεί, ποια θα περιοριστεί, ποια κοινωνική κατηγορία θα στηριχθεί, ποια παραγωγική δραστηριότητα θα θεωρηθεί στρατηγική και ποια αντοχή θα θεωρηθεί θεσμικά αποδεκτή. Η τεχνοκρατική γλώσσα συχνά επιχειρεί να αποκρύψει αυτή τη διάσταση, παρουσιάζοντας τις επιλογές ως σχεδόν φυσικές συνέπειες των δεδομένων. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για βαθιά πολιτικές αποφάσεις, ακόμη κι όταν ντύνονται με τον μανδύα της τεχνικής αναγκαιότητας. Η κρίση της τεχνοκρατικής διαχείρισης δεν έγκειται, επομένως, στην ανεπάρκεια των ειδικών, αλλά στο ότι οι ειδικοί δεν μπορούν να άρουν τον πολιτικό χαρακτήρα των αποφάσεων που καλούνται να στηρίξουν.

Η Ευρώπη είναι ιδιαιτέρως ευάλωτη σε αυτή τη δυσκολία, επειδή η αρχιτεκτονική της έχει ιστορικά μεταθέσει μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής της στην αποτελεσματικότητα, στην αξιοπιστία και στην ορθολογικότητα των θεσμών της. Όταν αυτοί οι θεσμοί αποδίδουν, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ως μοντέλο σταθερής, πειθαρχημένης και προηγμένης διακυβέρνησης. Όταν όμως το περιβάλλον γίνεται τέτοιο ώστε ακόμη και οι πιο προσεκτικά σχεδιασμένοι κανόνες δεν επαρκούν για να παράγουν κοινωνικά πειστικά αποτελέσματα, τότε ανακύπτει πρόβλημα νομιμοποίησης. Οι πολίτες δεν αξιολογούν τους θεσμούς μόνο με βάση την εσωτερική τους συνοχή, αλλά με βάση τα αποτελέσματα που παράγουν στην καθημερινότητα. Εάν η διακυβέρνηση εμφανίζεται ως συνεχής παραγωγή περιορισμών, χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα προστασίας, τότε η τεχνοκρατική επάρκεια μετατρέπεται σε πολιτική αδυναμία. Αυτό είναι ίσως το σοβαρότερο θεσμικό δίδαγμα της σημερινής περιόδου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σχέση ανάμεσα στην πρόβλεψη και στην απόφαση. Η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στη δυνατότητα πρόβλεψης, σε μοντέλα σταθερότητας, σε μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις και σε πλαισιωμένες τροχιές αποκλιμάκωσης ή προσαρμογής. Όταν όμως η πραγματικότητα γίνεται πιο ευμετάβλητη, οι προβλέψεις αποκτούν μικρότερη διάρκεια ζωής, οι τροχιές ανατρέπονται και η τεχνική βεβαιότητα εξασθενεί. Σε αυτή τη συνθήκη, η πολιτική απόφαση δεν μπορεί να αναβάλλεται μέχρι να αποσαφηνιστούν πλήρως τα δεδομένα, διότι τότε θα είναι ήδη αργά. Το πρόβλημα είναι ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συχνά λειτουργούν καλύτερα όταν αποφασίζουν πάνω σε πλήρως επεξεργασμένα δεδομένα και λιγότερο καλά όταν απαιτείται προληπτική δράση υπό συνθήκες υψηλής αβεβαιότητας. Η διαφορά αυτή μεταξύ κανονικής και πιεστικής διακυβέρνησης είναι καθοριστική. Η σημερινή συγκυρία μοιάζει να ευνοεί το δεύτερο, ενώ η ευρωπαϊκή θεσμική κουλτούρα παραμένει ισχυρότερη στο πρώτο.

Γι’ αυτό και η παρούσα δοκιμασία δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και θεσμική με την πιο ουσιαστική έννοια. Θέτει το ερώτημα κατά πόσον η Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί από ένωση υψηλής κανονιστικής επάρκειας σε ένωση υψηλότερης στρατηγικής ευελιξίας. Η ευελιξία αυτή δεν πρέπει να νοηθεί ως εγκατάλειψη κανόνων ή ως αδιαφορία για τη σταθερότητα. Πρέπει να νοηθεί ως ικανότητα συνδυασμού πειθαρχίας και κρίσης, τεχνικής γνώσης και πολιτικής βούλησης, προβλεψιμότητας και ταχύτητας. Αν δεν επιτευχθεί αυτή η σύνθεση, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κινδυνεύουν να εμφανίζονται όλο και συχνότερα ως ακριβείς στη διάγνωση αλλά αργοί ή ανεπαρκείς στη θεραπεία. Σε έναν κόσμο αυξημένων πιέσεων, αυτό το έλλειμμα δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι πρόβλημα εξουσίας, εμπιστοσύνης και τελικά μακροχρόνιας βιωσιμότητας της ίδιας της ευρωπαϊκής μορφής διακυβέρνησης.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη χρειάζεται πλέον όχι λιγότερη τεχνοκρατία, αλλά διαφορετική τεχνοκρατία: λιγότερο αυτάρεσκη, περισσότερο συνειδητή ως προς τα όριά της, περισσότερο ανοιχτή στη λογική της πολιτικής επιλογής και πιο έτοιμη να λειτουργήσει σε περιβάλλον όπου η ακρίβεια των μοντέλων δεν εξαλείφει την ανάγκη θαρραλέας κρίσης. Η αποτελεσματική διακυβέρνηση της επόμενης περιόδου θα εξαρτηθεί από το αν οι θεσμοί θα κατορθώσουν να μεταβούν από τη διαχείριση μέσω βεβαιοτήτων στη διαχείριση μέσω ώριμης αβεβαιότητας.