Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται στην διαδικασία μιας ιστορικής μετάβασης. Για πολλές δεκαετίες, η Ευρώπη έδρασε εντός ενός πλαισίου στο οποίο, παρά τις επιμέρους διακυμάνσεις, κυριαρχούσε η ιδέα ότι η οικονομική πορεία μπορούσε να οργανωθεί πάνω σε ένα βασικά προβλέψιμο ιστορικό υπόστρωμα: συγκριτικά σταθερές ενεργειακές και εμπορικές συνθήκες, γνωστές παραμέτρους νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, βαθμιαία εμβάθυνση της ολοκλήρωσης και σχετικά γραμμική προσδοκία προόδου. Η σημερινή περίοδος δείχνει ότι αυτό το υπόστρωμα δεν υπάρχει πλέον με την ίδια συνοχή.

Η σημασία αυτής της μεταβολής είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που φαίνεται σε μια πρώτη, περισσότερο εμπειρική ανάγνωση των εξελίξεων. Όταν αλλάζει η ίδια η κανονικότητα, αλλάζει και η φύση της οικονομικής λογικής. Η πολιτική, οι αγορές και οι κοινωνίες δεν λειτουργούν μόνο στη βάση των υλικών δεδομένων του παρόντος, αλλά και στη βάση της αίσθησης ότι το μέλλον θα κινείται περίπου μέσα σε ορισμένα γνωστά όρια. Αυτή η αίσθηση των ορίων είναι εκείνη που επιτρέπει τη συσσώρευση επενδύσεων, την ανοχή των κοινωνιών σε μεσοπρόθεσμα σχέδια, την αξιοπιστία των κρατικών προϋπολογισμών και την αποτελεσματικότητα των θεσμικών δεσμεύσεων. Όταν όμως τα όρια γίνονται δυσδιάκριτα, η οικονομική δράση δεν χάνει απλώς την ευκολία της· χάνει μέρος της ορθολογικής της βάσης, ακριβώς επειδή η προβλεπτική δυνατότητα αποδυναμώνεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι η οικονομία παύει να λειτουργεί, αλλά ότι λειτουργεί ολοένα περισσότερο σε όρους άμυνας, επιφύλαξης και αναστρέψιμης δέσμευσης, δηλαδή με πολύ χαμηλότερο βάθος ιστορικής αυτοπεποίθησης.

Η Ευρώπη επηρεάζεται ιδιαίτερα έντονα από αυτή τη μετάβαση, επειδή η δική της μορφή οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης στηρίχθηκε σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στην ιδέα ότι η ιστορία είχε εισέλθει σε μια φάση θεσμοποιημένης προβλεψιμότητας. Η ίδια η λογική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βασίστηκε σε μια σχεδόν πολιτισμική πεποίθηση ότι η οικονομική εξάρτηση, οι κανόνες, η κοινή αγορά, η νομισματική σταθερότητα και η συνεχής διαπραγμάτευση θα μείωναν δομικά το πεδίο των ακραίων ανατροπών. Σήμερα, η πεποίθηση αυτή δεν ακυρώνεται ολοκληρωτικά, αλλά αποδεικνύεται σαφώς ανεπαρκής. Η οικονομική ζωή δεν προστατεύεται πλέον μόνο από τους θεσμούς, επειδή οι θεσμοί λειτουργούν μέσα σε ιστορικό περιβάλλον πολύ πιο αβέβαιο από εκείνο που προϋπέθεταν όταν σχεδιάστηκαν. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με δυσμενείς εξελίξεις, αλλά με μια βαθύτερη διάψευση της υπόθεσης ότι η οικονομική διακυβέρνηση μπορεί να βασίζεται στην έμμεση σταθερότητα του διεθνούς πλαισίου.

Αυτή η διάψευση έχει σοβαρές συνέπειες για την έννοια της στρατηγικής. Σε περιβάλλον σταθερότερης κανονικότητας, η στρατηγική μπορεί να νοείται ως βελτιστοποίηση: πώς κατανέμονται καλύτερα οι πόροι, πώς βελτιώνονται οι δείκτες, πώς επιτυγχάνεται υψηλότερη αποδοτικότητα, πώς διευρύνεται η ευημερία. Σε περιβάλλον μεταβαλλόμενης κανονικότητας, η στρατηγική παύει να είναι πρωτίστως βελτιστοποιητική και γίνεται υπαρξιακά προσαρμοστική: πώς προστατεύεται η λειτουργία υπό αβεβαιότητα, πώς διατηρείται η συνοχή σε συνθήκες μεταβλητού κόστους, πώς οργανώνεται η συνέχεια χωρίς δεδομένη προβλεψιμότητα. Η διαφορά είναι κεφαλαιώδης. Μια οικονομία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποδοτική σε σταθερό περιβάλλον και βαθιά ευάλωτη σε μεταβαλλόμενο. Αυτό ακριβώς είναι το μάθημα που αναδύεται για την Ευρώπη. Η προηγούμενη φάση επιτυχίας της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει αντοχή σε μια εποχή όπου οι μεταβλητές που άλλοτε θεωρούνταν εξωτερικά σταθερές έχουν μετατραπεί σε μόνιμες πηγές διακινδύνευσης.

Η νέα αυτή ιστορική συνθήκη επηρεάζει επίσης τον χρόνο της πολιτικής. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και οι θεσμοί είχαν συνηθίσει να σκέφτονται εντός ενός ρυθμού κατά τον οποίο η προσαρμογή μπορούσε να είναι σχετικά βαθμιαία, η διαπραγμάτευση εκτεταμένη και η διόρθωση πολιτικών επιλογών χρονικά εφικτή χωρίς δραματικές απώλειες. Όταν όμως η κανονικότητα μετατρέπεται σε κινητό πεδίο, ο χρόνος της πολιτικής συμπιέζεται. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίζουν με μικρότερη βεβαιότητα και ταχύτερα. Οι κοινωνίες αναμένουν πιο άμεσα αποτελέσματα. Οι αγορές προεξοφλούν νωρίτερα κινδύνους. Οι καθυστερήσεις κοστίζουν περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι η διακυβέρνηση γίνεται δυσκολότερη. Σημαίνει ότι οι ίδιες οι πολιτικές αρετές που είχαν αναδειχθεί ως ευρωπαϊκά πλεονεκτήματα, όπως η συναίνεση, η κανονιστική σχολαστικότητα και η βραδεία θεσμική ωρίμανση, χρειάζεται πλέον να συνδυαστούν με μεγαλύτερη ικανότητα λειτουργίας υπό συνθήκες συμπιεσμένου χρόνου. Η πρόκληση αυτή είναι βαθιά ιστορική, διότι αφορά τη μετάβαση από έναν πολιτισμό σταθερής διαχείρισης σε έναν πολιτισμό δομημένης αβεβαιότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της οικονομικής ωριμότητας οφείλει να επαναπροσδιοριστεί. Η ωριμότητα δεν μπορεί πια να ορίζεται μόνο ως προσήλωση σε κανόνες, συγκράτηση ελλειμμάτων ή ορθολογική στάθμιση κόστους και οφέλους εντός ενός γνωστού πλαισίου. Πρέπει να σημαίνει και ικανότητα ιστορικής ανάγνωσης, δηλαδή ικανότητα να αναγνωρίζεται έγκαιρα ότι το περιβάλλον έχει πάψει να είναι εκείνο για το οποίο σχεδιάστηκαν οι υπάρχοντες μηχανισμοί. Η ανωριμότητα σήμερα δεν είναι τόσο η έλλειψη κανόνων όσο η επιμονή να κυβερνά κανείς σαν να μην έχει αλλάξει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο λειτουργούν οι κανόνες. Η Ευρώπη κινδυνεύει ακριβώς από αυτή τη μορφή καθυστερημένης επίγνωσης: να επιχειρεί να προστατεύσει ένα μοντέλο σταθερότητας που οικοδομήθηκε σε παλαιότερες ιστορικές συνθήκες, χωρίς να αναγνωρίζει επαρκώς ότι οι συνθήκες αυτές έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί.

Το ουσιαστικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι απλώς αν η Ευρώπη θα απορροφήσει μια ακόμη περίοδο έντασης, αλλά αν θα μπορέσει να συγκροτήσει νέα κατανόηση της ιστορικής της θέσης. Μια τέτοια κατανόηση δεν συνεπάγεται μοιρολατρία ούτε υπερβολή. Συνεπάγεται ρεαλισμό: αναγνώριση ότι η οικονομική κανονικότητα δεν είναι πια φυσικό δεδομένο αλλά προϊόν συνεχούς παραγωγής σταθερότητας μέσα σε περιβάλλον μεγαλύτερου κόστους και μειωμένης βεβαιότητας. Αν αυτή η αναγνώριση μεταφραστεί σε θεσμική προσαρμογή, στρατηγικό βάθος και σοβαρότερη σχέση μεταξύ οικονομίας και ιστορικού χρόνου, η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει την παρούσα φάση σε στιγμή ωρίμανσης. Αν όχι, θα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια επαναλαμβανόμενη εμπειρία αιφνιδιασμού, στην οποία κάθε νέα πίεση θα εμφανίζεται ως εξαίρεση, ενώ στην πραγματικότητα θα αποτελεί έκφραση της νέας ιστορικής συνθήκης μέσα στην οποία έχει ήδη εισέλθει.