Η ευρωπαϊκή οικονομία έχει αποκτήσει υψηλό επίπεδο αλληλεξάρτησης, θεσμικής στρωμάτωσης, τεχνολογικής διασύνδεσης και πολυεπίπεδης ρύθμισης. Αυτό που στο παρελθόν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως επιμέρους διαταραχή σε μια σχετικά γραμμική αλυσίδα αιτίων και συνεπειών, σήμερα εμφανίζεται εντός ενός συστήματος στο οποίο κάθε μεταβολή ενεργοποιεί πολλαπλές, διασταυρούμενες και ενίοτε αντιφατικές επιπτώσεις. Η οικονομική ζωή της Ευρώπης δεν είναι απλώς πιο ανεπτυγμένη· είναι πιο πυκνή, πιο λεπτομερής και πιο δύσκολα κυβερνήσιμη ακριβώς επειδή ο βαθμός αλληλεξάρτησης έχει αυξηθεί τόσο ώστε οι αποφάσεις σε ένα πεδίο παράγουν συνέπειες σε πολλά άλλα σχεδόν ταυτόχρονα.

Η πολυπλοκότητα αυτή δεν είναι από μόνη της αρνητική. Αντιθέτως, αποτέλεσε για χρόνια πηγή ισχύος, παραγωγικότητας και θεσμικής ποιότητας. Όσο πιο σύνθετη γίνεται μια οικονομία, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει να παράγει γνώση, εξειδίκευση, πλούτο και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η ίδια η πολυπλοκότητα υπερβαίνει την ταχύτητα και την ικανότητα των μηχανισμών διακυβέρνησης να την καθοδηγούν με συνοχή υπό συνθήκες πίεσης. Τότε, το πλεονέκτημα της σύνθεσης μπορεί να μετατραπεί σε αδυναμία ελέγχου. Η σημερινή Ευρώπη βρίσκεται ακριβώς σε ένα τέτοιο όριο. Η αλληλεξάρτηση των αγορών, η διασύνδεση ενέργειας, μεταφορών, χρηματοδότησης, πληθωρισμού, κοινωνικής πίεσης και κανονιστικών περιορισμών δημιουργεί ένα τοπίο στο οποίο η κάθε απόφαση είναι ορθολογική μόνο αν αναγνωρίζει εξ αρχής το πολλαπλό και όχι το μονοδιάστατο αποτύπωμά της. Πρόκειται για πολύ πιο απαιτητική μορφή διακυβέρνησης από εκείνη που αρκούσε σε προηγούμενες φάσεις.

Η έννοια της κυβερνησιμότητας αποκτά έτσι νέα σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για τη δυνατότητα ενός κράτους ή ενός υπερεθνικού θεσμού να θεσπίζει κανόνες, αλλά για τη δυνατότητα να παρεμβαίνει σε συστήματα μεγάλης διασύνδεσης χωρίς να παράγει απρόβλεπτες ή δυσανάλογες παρενέργειες. Αυτό απαιτεί όχι μόνο γνώση και δεδομένα, αλλά και βαθιά αντίληψη της δομής των αλληλεπιδράσεων. Η δυσκολία της Ευρώπης είναι ότι η ίδια η θεσμική της οργάνωση προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Η λήψη αποφάσεων δεν γίνεται σε ενιαίο κρατικό πεδίο, αλλά διαμοιράζεται μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων, ευρωπαϊκών οργάνων, ανεξάρτητων αρχών, κεντρικής τράπεζας, αγορών και κοινωνικών πιέσεων. Κάθε κέντρο διαθέτει μέρος της αρμοδιότητας, κανένα όμως δεν ταυτίζεται με την πλήρη κυριαρχία πάνω στο πρόβλημα. Αυτό δημιουργεί ένα χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό φαινόμενο: υψηλή πυκνότητα εξουσίας χωρίς πλήρη συγκέντρωση ικανότητας.

Η κατάσταση αυτή δεν οδηγεί απαραίτητα σε αδυναμία, αλλά καθιστά τη διακυβέρνηση ενδογενώς πιο αργή, πιο σύνθετη και περισσότερο εξαρτημένη από τη διατήρηση εμπιστοσύνης μεταξύ επιπέδων. Όταν το περιβάλλον είναι σχετικά σταθερό, η ευρωπαϊκή πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά, επειδή ο χρόνος επιτρέπει συντονισμό, οι αγορές ανέχονται τις καθυστερήσεις και οι κοινωνίες δεν απαιτούν άμεση και ορατή διόρθωση. Όταν όμως το περιβάλλον γίνεται πιο επιθετικό ως προς τον χρόνο, το κόστος και τη μεταβλητότητα, τότε το ίδιο σύστημα εκτίθεται. Οι πολίτες ζητούν γρηγορότερη ανταπόκριση, οι αγορές απαιτούν καθαρότερα σήματα, οι κυβερνήσεις επιζητούν μεγαλύτερο χώρο κινήσεων και οι θεσμοί καλούνται να αποδείξουν ότι η πολυπλοκότητα δεν ισοδυναμεί με παράλυση. Η ένταση που δημιουργείται σε αυτή τη συνθήκη είναι το πραγματικό πρόβλημα της σύγχρονης ευρωπαϊκής κυβερνησιμότητας.

Η πολυπλοκότητα επιδρά επίσης στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια κατανόηση των προβλημάτων. Σε πιο απλές οικονομικές φάσεις, τα αίτια και οι συνέπειες μπορούσαν να περιγραφούν με μεγαλύτερη καθαρότητα και να συνδεθούν με ευκρινείς πολιτικές απαντήσεις. Σήμερα, η ίδια η δομή των προβλημάτων είναι πολύ πιο δυσνόητη για τη δημόσια σφαίρα. Η ενεργειακή πίεση δεν αφορά μόνο την ενέργεια, η αύξηση του κόστους δανεισμού δεν αφορά μόνο το χρέος, η δημοσιονομική στενότητα δεν αφορά μόνο τους αριθμούς, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αφορά μόνο την κατανάλωση. Όλα συνδέονται και αλληλοενισχύονται. Αυτή η συνθήκη δυσχεραίνει τη δημοκρατική λογοδοσία, διότι καθιστά όλο και πιο δύσκολο για τον πολίτη να εντοπίσει πού ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη, ποιος έχει πραγματικά τη δυνατότητα παρέμβασης και ποια απόφαση θα μπορούσε πράγματι να αλλάξει την κατάσταση. Όταν η αιτιότητα γίνεται θολότερη, η εμπιστοσύνη γίνεται εύθραυστη και ο δημόσιος λόγος κινδυνεύει να καταφύγει σε υπεραπλουστεύσεις.

Αυτό ακριβώς καθιστά την πολυπλοκότητα όχι μόνο διοικητικό αλλά και δημοκρατικό πρόβλημα. Οι σύγχρονες κοινωνίες χρειάζονται διακυβέρνηση ικανή να λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα χωρίς να αποκόπτεται από την κοινωνική κατανόηση. Αν η οικονομική πραγματικότητα γίνει υπερβολικά σύνθετη για να γίνει πολιτικά εξηγήσιμη, τότε η σχέση μεταξύ θεσμών και πολιτών διαβρώνεται. Η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε αυτόν τον κίνδυνο, επειδή η ίδια η θεσμική της πολυπλοκότητα απαιτεί ήδη υψηλό βαθμό αφηρημένης εμπιστοσύνης. Εάν η εμπιστοσύνη αυτή κλονιστεί, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο η δυσκολία λήψης αποφάσεων, αλλά και η δυσκολία κοινωνικής αποδοχής τους. Η κυβερνησιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάρχει τυπική αρμοδιότητα, αλλά από το αν η άσκησή της παραμένει νοητή, νομιμοποιημένη και αποτελεσματική μέσα στα μάτια της κοινωνίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της απλοποίησης αποκτά στρατηγική σημασία. Δεν πρόκειται για απλοϊκότητα, ούτε για υποτίμηση της πραγματικότητας, αλλά για την ανάγκη οι θεσμοί να παράγουν μορφές δράσης, πληροφόρησης και σχεδιασμού που καθιστούν τη σύνθετη οικονομία περισσότερο κυβερνήσιμη. Αυτό σημαίνει καλύτερη ιεράρχηση στόχων, καθαρότερη κατανομή αρμοδιοτήτων, ταχύτερη διοικητική μετάφραση αποφάσεων, λιγότερη περιττή κανονιστική βαρύτητα και μεγαλύτερη ικανότητα μετατροπής της γνώσης σε πολιτική πράξη. Η Ευρώπη δεν μπορεί να μειώσει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, αλλά μπορεί να βελτιώσει τους μηχανισμούς με τους οποίους αυτή η πολυπλοκότητα γίνεται διαχειρίσιμη. Αυτή ίσως είναι μια από τις πιο καθοριστικές προϋποθέσεις της επόμενης φάσης της.

Το βαθύτερο συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή οικονομική πίεση αποκαλύπτει κάτι πιο ουσιαστικό από την επιδείνωση ορισμένων μεγεθών: αποκαλύπτει ότι η κλίμακα και η πολυπλοκότητα της σύγχρονης ευρωπαϊκής οικονομίας έχουν αρχίσει να πλησιάζουν τα όρια εκείνα στα οποία η κυβερνησιμότητα γίνεται η κεντρική μεταβλητή σταθερότητας. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να ληφθούν οι σωστές αποφάσεις, αλλά να καταστεί το ίδιο το σύστημα ικανό να παράγει και να εφαρμόζει σωστές αποφάσεις με ρυθμό και σαφήνεια αντίστοιχους της εποχής