Η επαναφορά στη δημόσια σφαίρα της συζήτησης για τη μείωση του αριθμού των βουλευτών και για τη θέσπιση ασυμβιβάστου ανάμεσα στη βουλευτική ιδιότητα και στη συμμετοχή στην κυβέρνηση αφορά, στον σκληρό του πυρήνα, τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η δημοκρατική αντιπροσώπευση, τον τρόπο με τον οποίο η λαϊκή κυριαρχία μετουσιώνεται σε κοινοβουλευτική σύνθεση και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο δομείται η σχέση ανάμεσα στη νομοθετική και στην εκτελεστική λειτουργία στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Πρόκειται, συνεπώς, για ζήτημα θεσμικό με πλήρη έννοια του όρου, για ζήτημα που δεν επιτρέπει ούτε επικοινωνιακές προσεγγίσεις ούτε ελαφρές απλουστεύσεις, ακριβώς επειδή ακουμπά τις ουσιώδεις εγγυήσεις του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Σε τέτοια ζητήματα η συνταγματική επιτρεπτότητα είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν μία τέτοια μεταβολή μπορεί να νομοθετηθεί, αλλά αν, νομοθετούμενη, σέβεται την εσωτερική λογική της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη δημοκρατική ισότητα, τη λειτουργική επάρκεια του κοινοβουλίου και την απαίτηση η Βουλή να παραμένει γνήσιο και ουσιαστικό πεδίο έκφρασης του πολιτικού και κοινωνικού πλουραλισμού.

Η πρώτη και κρισιμότερη παρατήρηση είναι ότι ο αριθμός των βουλευτών δεν αποτελεί ένα ουδέτερο διοικητικό δεδομένο, που μπορεί να μεταβάλλεται χωρίς συστημικές συνέπειες. Το μέγεθος του αντιπροσωπευτικού σώματος δεν είναι απλή αριθμητική μεταβλητή· αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει άμεσα το βάθος της αντιπροσώπευσης, το εύρος της πολιτικής έκφρασης, τη δυνατότητα αποτύπωσης των εδαφικών και κοινωνικών διαφοροποιήσεων, αλλά και τη συνολική λειτουργική αντοχή του κοινοβουλευτικού μηχανισμού. Το Σύνταγμα, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, δεν αφήνει το ζήτημα πλήρως ελεύθερο στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη. Η πρόβλεψη κατώτατου και ανώτατου ορίου δεν είναι μια απλή τεχνική περίφραξη. Αποτυπώνει τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη να προστατεύσει την ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη λειτουργικότητας και στην ανάγκη επάρκειας της αντιπροσώπευσης. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη δυνατότητας μείωσης των εδρών μέχρι ένα κατώτατο όριο δεν σημαίνει ούτε ότι η επιλογή αυτή είναι πολιτειακά ουδέτερη ούτε ότι συνιστά καθαυτή θεσμική βελτίωση. Σημαίνει μόνο ότι υπάρχει περιθώριο θεσμικής επέμβασης, το οποίο όμως πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, με σαφή συνείδηση των συνεπειών και με απόλυτη προσήλωση στις θεμελιώδεις αρχές του αντιπροσωπευτικού συστήματος.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο καθίσταται αναγκαίο να απορριφθεί ως νομικά και πολιτειολογικά εσφαλμένη κάθε προσέγγιση που απομονώνει το ζήτημα του αριθμού των βουλευτών από το εκλογικό σύστημα. Η Βουλή δεν υπάρχει στο κενό. Συγκροτείται μέσω ενός πλέγματος κανόνων που καθορίζουν τις εκλογικές περιφέρειες, την κατανομή των εδρών, τον τρόπο μετατροπής της ψήφου σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, τη σχέση αναλογικότητας και κυβερνησιμότητας, καθώς και τις ειδικές μορφές εκπροσώπησης που προβλέπει η έννομη τάξη. Αν μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός των εδρών, δεν αλλάζει μόνο ένας αριθμός στο άνω μέρος ενός θεσμικού διαγράμματος. Μεταβάλλεται υποχρεωτικά η εσωτερική γεωμετρία του εκλογικού δικαίου. Αλλάζει το εκλογικό μέτρο, αλλάζει η πρακτική δυνατότητα λειτουργίας αναλογικών μηχανισμών, αλλάζει η στάθμιση των περιφερειών, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο μικρότερες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να αποκτήσουν ή να διατηρήσουν κοινοβουλευτική παρουσία. Συνεπώς, η μείωση των βουλευτικών εδρών αποτελεί, στην ουσία της, ζήτημα εκλογικού νόμου και όχι μια απλή εσωτερική αναδιάταξη της Βουλής. Από τη στιγμή που η μεταβολή αυτή επηρεάζει τον ίδιο τον μηχανισμό συγκρότησης του αντιπροσωπευτικού σώματος, η θεσμική της ανάγνωση οφείλει να είναι αυστηρή, συστηματική και πλήρως ενταγμένη στο πλαίσιο των εγγυήσεων που διέπουν το εκλογικό δίκαιο.

Η σοβαρότερη και αμεσότερη επίπτωση μιας τέτοιας ενδεχόμενης μεταβολής αφορά την εκλογική γεωγραφία της χώρας. Σε ένα κράτος με έντονες περιφερειακές ασυμμετρίες, με ισχυρή μητροπολιτική συγκέντρωση αλλά και με ιστορικά, νησιωτικά, ακριτικά και μικροαστικά κέντρα που διατηρούν διακριτό κοινωνικό και πολιτικό βάρος, η αντιπροσώπευση δεν μπορεί να εξετάζεται αποκλειστικά σε επίπεδο εθνικού αθροίσματος. Το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσοι βουλευτές εκλέγονται συνολικά, αλλά και πώς κατανέμονται, ποιες περιοχές αποκτούν ή χάνουν θεσμική πυκνότητα, ποιες κοινωνικές δυναμικές καθίστανται ορατές και ποιες αποδυναμώνονται μέσα στην κοινοβουλευτική σκηνή. Η μείωση των συνολικών εδρών οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε πίεση επί των μικρότερων και μεσαίων περιφερειών, οι οποίες τείνουν να χάνουν δυνατότητες πολυπρόσωπης εκπροσώπησης και να μεταπίπτουν σε σχήματα στενής, ολιγοεδρικής ή ακόμη και μονοεδρικής λογικής. Όμως η πολυεδρικότητα δεν αποτελεί πολυτέλεια του συστήματος. Αποτελεί προϋπόθεση εσωτερικού πλουραλισμού. Όσο περισσότερες έδρες διαθέτει μια περιφέρεια, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα να αποτυπωθούν όχι μόνο η κυρίαρχη τοπική πολιτική τάση, αλλά και οι δευτερεύουσες ή μειοψηφικές δυνάμεις, οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της κοινωνίας, οι ιδεολογικές αποκλίσεις και οι εναλλακτικές κομματικές προτάσεις. Όταν αυτή η δυνατότητα συρρικνώνεται, η περιφέρεια δεν χάνει απλώς αριθμητική ισχύ. Χάνει θεσμικό βάθος.

Η λεγόμενη υποεκπροσώπηση της περιφέρειας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως γενικόλογη πολιτική διατύπωση. Πρόκειται για σαφώς προσδιορίσιμο θεσμικό κίνδυνο. Υποεκπροσώπηση σημαίνει ότι ορισμένες περιοχές του εθνικού χώρου θα εξακολουθούν τυπικά να εκπροσωπούνται, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε να περιορίζεται δραστικά η εσωτερική τους πολιτική πολυφωνία. Σημαίνει ότι η κοινοβουλευτική τους παρουσία θα γίνεται ολοένα και πιο μονοσήμαντη, πιο πλειοψηφική, πιο φτωχή ως προς την αποτύπωση της κοινωνικής και ιδεολογικής τους σύνθεσης. Σημαίνει, επίσης, ότι η Βουλή θα κινδυνεύει να καταστεί περισσότερο κεντροβαρής, περισσότερο φιλική στις μεγάλες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις και λιγότερο ικανή να λειτουργήσει ως πεδίο ισόρροπης εθνικής αντιπροσώπευσης. Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, όμως, η περιφέρεια δεν είναι ανεκτή μόνο ως διοικητική υποδιαίρεση του κράτους. Πρέπει να είναι παρούσα και ως θεσμικός φορέας διαφοροποιημένης πολιτικής εμπειρίας. Αν η παρουσία αυτή συμπιεστεί, δεν βλάπτεται μόνο μια κατηγορία εκλογικών περιφερειών. Βλάπτεται η ίδια η ποιότητα της εθνικής αντιπροσώπευσης.

Περαιτέρω, μια τέτοια συρρίκνωση των εδρών, αν δεν συνοδευθεί από πλήρη ανασχεδίαση των εκλογικών περιφερειών, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές στρεβλώσεις ως προς τη βαρύτητα της ψήφου. Η ισότητα της ψήφου, μολονότι δεν μπορεί πρακτικά να λάβει απόλυτα μαθηματική μορφή, παραμένει μία από τις βασικές κανονιστικές απαιτήσεις της σύγχρονης δημοκρατίας. Η ψήφος ενός πολίτη δεν μπορεί να αποκτά ουσιωδώς διαφορετική βαρύτητα από την ψήφο ενός άλλου μόνο και μόνο επειδή το σύστημα επιλέγει να διατηρήσει ανόμοιες περιφέρειες σε συνθήκες μικρότερου αριθμού εδρών. Αν περιοχές με εξαιρετικά διαφορετικό πληθυσμιακό βάρος καταλήξουν να εκπροσωπούνται με τον ίδιο ή σχεδόν τον ίδιο αριθμό βουλευτών, η αρχή της ισοτιμίας της πολιτικής συμμετοχής υφίσταται σοβαρό πλήγμα. Η στρέβλωση αυτή δεν είναι αφηρημένη. Παράγει πραγματικές ανισότητες, διότι μεταβάλλει το ποια ψήφος μετρά περισσότερο για την παραγωγή κοινοβουλευτικού αποτελέσματος. Ένα σύστημα που οδηγεί σε δραματικά άνισες μονοεδρικές ή ολιγοεδρικές περιφέρειες δεν αντιμετωπίζει απλώς τεχνικές δυσχέρειες. Θέτει ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας. Διότι η αντιπροσώπευση παύει να είναι ισόρροπη και η σχέση ανάμεσα στο εκλογικό σώμα και στο κοινοβουλευτικό σώμα καθίσταται προβληματική.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της λειτουργίας του εκλογικού συστήματος και ιδίως της αναλογικότητας. Η αναλογική εκπροσώπηση δεν είναι μόνο προϊόν νομικής διατύπωσης. Είναι και προϊόν διαθέσιμου θεσμικού χώρου. Για να λειτουργήσει ένα αναλογικό ή έστω αναλογικώς διορθωμένο σύστημα, απαιτείται επαρκής αριθμός εδρών προς κατανομή. Όσο ο αριθμός αυτός μειώνεται, τόσο πιο σκληρό καθίσταται το εκλογικό μέτρο, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα μικρότερων κομμάτων να μετατρέπουν εκλογική επιρροή σε έδρα, και τόσο ισχυρότερη γίνεται η έμμεση ή άμεση πλειοψηφική κλίση του συστήματος. Εδώ έγκειται μια ουσιώδης αντίφαση που συχνά συγκαλύπτεται στη δημόσια συζήτηση: μπορεί τυπικά να διατηρείται μια αναφορά στην αναλογική εκπροσώπηση, αλλά στην πράξη η αριθμητική συρρίκνωση του κοινοβουλίου να καθιστά όλο και δυσκολότερη την πραγματική εφαρμογή της. Το πολιτικό σύστημα μπορεί έτσι να εμφανίζεται εξωτερικά ως ανοικτό στον πλουραλισμό, ενώ ουσιαστικά γίνεται ολοένα πιο στενό και πιο εχθρικό προς τη λεπτομερή αποτύπωση της εκλογικής βούλησης. Η αναλογικότητα, συνεπώς, δεν προστατεύεται μόνο με την επιλογή ενός συγκεκριμένου λεκτικού τύπου στον εκλογικό νόμο. Προστατεύεται και με τη διατήρηση τέτοιας θεσμικής χωρητικότητας ώστε να καθίσταται πράγματι εφαρμόσιμη.

Το πρόβλημα αυτό αγγίζει άμεσα τον ρόλο των μικρότερων κομμάτων και, ευρύτερα, τη δομική θέση της αντιπολίτευσης μέσα στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Χρειάζεται και ουσιαστική δυνατότητα ελέγχου της κυβέρνησης. Χρειάζεται κοινοβουλευτική αντιπολίτευση που να μπορεί να παρακολουθεί, να παρεμβαίνει, να ελέγχει, να καταγγέλλει, να επεξεργάζεται εναλλακτικές, να ασκεί πίεση, να διαμορφώνει διαφορετικές γραμμές νομοθετικής σκέψης. Αν η μείωση των εδρών οδηγεί τα μικρότερα κόμματα σε κοινοβουλευτικές ομάδες εξαιρετικά μικρής κλίμακας, τότε η τυπική παρουσία τους στη Βουλή κινδυνεύει να καταστεί ουσιαστικά άνευ βάρους. Δεν αρκεί ένα κόμμα να περνά το κατώφλι της κοινοβουλευτικής εισόδου. Πρέπει να διαθέτει και την πρακτική δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά του. Σε διαφορετική περίπτωση, η δημοκρατία γίνεται φτωχότερη ακόμη και αν διατηρεί το εξωτερικό περίβλημα της πολυκομματικότητας. Μικρές, ασθενείς και υποστελεχωμένες κοινοβουλευτικές ομάδες αδυνατούν να καλύψουν επαρκώς τις επιτροπές, να ασκήσουν συστηματικό έλεγχο, να παρακολουθήσουν τον όγκο της νομοθετικής παραγωγής και να σταθούν με ουσιαστικούς όρους απέναντι στη διογκωμένη ισχύ της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Έτσι, μια μεταβολή που εμφανίζεται ως ουδέτερη ή εξορθολογιστική, μπορεί στην πράξη να μεταβάλει δυσμενώς τους όρους του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού.

Σε αυτήν τη συζήτηση εισέρχεται αναπόφευκτα και το ειδικό ζήτημα της εκπροσώπησης των εκτός επικρατείας εκλογέων. Η ύπαρξη ιδιαίτερης πρόβλεψης για έδρες που αντιστοιχούν στον Απόδημο Ελληνισμό δεν συνιστά περιθωριακή πτυχή του προβλήματος, αλλά ουσιώδη παράμετρο της συνολικής κατανομής. Όταν το σύνολο του κοινοβουλευτικού σώματος μεταβάλλεται, κάθε ειδική κατηγορία εδρών αποκτά διαφορετική σχετική βαρύτητα. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες θα είναι οι συνολικές έδρες, αλλά και πώς θα ενσωματωθούν σε αυτό το νέο σχήμα οι ειδικές μορφές αντιπροσώπευσης που έχουν ήδη νομοθετηθεί. Η αφαίρεση εδρών από τις εσωτερικές περιφέρειες προκειμένου να διατηρηθούν σταθερές άλλες κατηγορίες δημιουργεί επιπλέον πίεση στη δομή του συστήματος και οξύνει περαιτέρω τα ζητήματα ισότητας, αναλογικότητας και περιφερειακής εκπροσώπησης. Συνεπώς, μια σοβαρή μεταρρυθμιστική επεξεργασία δεν μπορεί να αγνοεί αυτήν τη διάσταση. Αν το πράξει, θα καταλήξει σε λύση ελλιπή, μερική και πολιτειακά επισφαλή.

Από το ζήτημα της μείωσης των βουλευτικών εδρών η προβληματική μετατοπίζεται στην έτερη σοβαρή πτυχή της συζήτησης, δηλαδή στο ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας. Και εδώ απαιτείται εξίσου αυστηρή θεσμική προσέγγιση. Το κοινοβουλευτικό σύστημα δεν βασίζεται σε έναν πλήρη και αδιάτρητο διαχωρισμό νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας, όπως συμβαίνει σε άλλα μοντέλα οργάνωσης της εξουσίας. Βασίζεται, αντιθέτως, σε οργανική συνάρθρωση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στη Βουλή, υπό τον διαρκή όρο της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης και της πολιτικής ευθύνης. Η κυβέρνηση δεν είναι εξωτερική προς τη Βουλή. Αναδύεται μέσα από τη Βουλή, στηρίζεται σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και νομιμοποιείται πολιτικά από τη σχέση αυτή. Υπό αυτήν την έννοια, η συμμετοχή βουλευτών στην κυβέρνηση δεν αποτελεί κάποια θεσμική παθολογία που χρήζει αυτονόητης θεραπείας. Αποτελεί ιστορικά και λειτουργικά στοιχείο του ίδιου του κοινοβουλευτισμού. Η προοπτική ασυμβιβάστου, επομένως, δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλή βελτίωση της «καθαρότητας» του συστήματος. Συνιστά εν δυνάμει βαθιά παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο νοείται η κυβερνητική λογοδοσία και η οργανική σύνδεση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

Υπάρχει, ασφαλώς, ένα επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ ενός τέτοιου ασυμβιβάστου. Υποστηρίζεται ότι η αποσύνδεση της υπουργικής από τη βουλευτική ιδιότητα θα μπορούσε να ενισχύσει τον θεσμικό αυτοέλεγχο της Βουλής, να επιτρέψει στους βουλευτές να ασκούν πιο ανεξάρτητα κοινοβουλευτικό έλεγχο και να καταστήσει τους υπουργούς περισσότερο αφοσιωμένους στο διοικητικό τους έργο. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό παραμένει ελλιπές αν δεν εξεταστεί μέσα στο συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Διότι εκεί η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης απέναντι στη Βουλή δεν είναι εξωτερική και χαλαρή. Είναι άμεση, διαρκής και οργανικά συνδεδεμένη με τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Αν οι υπουργοί πάψουν να έχουν άμεση βουλευτική παρουσία, το σύστημα δεν καθίσταται αυτομάτως πιο ελεγκτικό. Ενδέχεται να μεταβληθεί η μορφή της σχέσης κυβέρνησης και Βουλής χωρίς να ενισχυθεί πραγματικά η ουσία της λογοδοσίας. Και τούτο διότι η λογοδοσία στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα δεν στηρίζεται μόνο σε τυπικές διαδικασίες ελέγχου, αλλά και στη διαρκή πολιτική συνάφεια κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής βάσης.

Το κρισιμότερο, εντούτοις, ζήτημα είναι το πρακτικό και θεσμικά βαρύ πρόβλημα της αναπλήρωσης των εδρών. Αν ένας εκλεγμένος βουλευτής αναλαμβάνει κυβερνητικό αξίωμα και, εξ αυτού, παύει να ασκεί τη βουλευτική του ιδιότητα, τότε ανακύπτει αμέσως το ερώτημα ποιος καταλαμβάνει τη θέση του στη Βουλή. Η πλέον προφανής λύση είναι η αναπλήρωση από επιλαχόντα. Όμως μια τέτοια λύση δεν είναι καθόλου αθώα. Εισάγει έναν ενδιάμεσο μηχανισμό ανάμεσα στην πρωτογενή εκλογική βούληση και στην τελική κοινοβουλευτική σύνθεση. Οι πολίτες εκλέγουν ένα συγκεκριμένο αντιπροσωπευτικό σώμα· αν η σύνθεση αυτού του σώματος μεταβάλλεται εκ των υστέρων λόγω κυβερνητικών επιλογών, τότε η Βουλή παύει σε έναν βαθμό να είναι η άμεση, σταθερή και οριστική αντανάκλαση της εκλογικής κρίσης. Η σύνθεσή της αρχίζει να εξαρτάται όχι μόνο από το τι αποφάσισε το εκλογικό σώμα, αλλά και από το ποιους βουλευτές η κυβέρνηση θα επιλέξει να εντάξει στη δομή της.

Αυτή η παράμετρος είναι εξαιρετικά σοβαρή από πλευράς θεωρίας της αντιπροσώπευσης. Η σταθερότητα της κοινοβουλευτικής σύνθεσης δεν είναι τυπικό διακοσμητικό στοιχείο. Είναι εγγύηση δημοκρατικής αμεσότητας. Οι πολίτες δεν εκλέγουν απλώς ποσοστά ή αφηρημένες κομματικές μονάδες. Εκλέγουν και πρόσωπα, πολιτικές παρουσίες, ιεραρχήσεις κοινωνικής και πολιτικής νομιμοποίησης. Ο επιλαχών, μολονότι ανήκει στην ίδια κομματική δεξαμενή, δεν είναι κατ’ ανάγκην ισοδύναμος με τον αρχικά εκλεγέντα. Δεν φέρει πάντοτε το ίδιο επίπεδο αναγνώρισης, το ίδιο συμβολικό φορτίο, την ίδια τοπική νομιμοποίηση ή το ίδιο πολιτικό εκτόπισμα. Επομένως, η αντικατάσταση ενός εκλεγμένου βουλευτή από έναν επιλαχόντα δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως ουδέτερη πράξη. Μεταβάλλει πραγματικά το περιεχόμενο της εκπροσώπησης. Αν, μάλιστα, η διαδικασία αυτή γίνει επαναλαμβανόμενη λόγω διαδοχικών υπουργοποιήσεων ή ανασχηματισμών, τότε η Βουλή αποκτά εσωτερική κινητικότητα που δεν απορρέει από νέα λαϊκή εντολή αλλά από τη λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο μια φαινομενικά τεχνική θεσμική καινοτομία παράγει βαθύτερες πολιτειακές παρενέργειες.

Η πιθανότητα συγκρότησης μιας άτυπης κατηγορίας βουλευτών που εισέρχονται στο κοινοβούλιο ως συνέπεια κυβερνητικών επιλογών και όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αρχικής κοινοβουλευτικής διαμόρφωσης, εγείρει έναν σοβαρό προβληματισμό για την ακεραιότητα της λαϊκής αντιπροσώπευσης. Ακόμη και αν η τεχνική της επιλαχούσας διαδοχής είναι γνωστή και ενίοτε ανεκτή σε επιμέρους περιπτώσεις, η μετατροπή της σε συστημικό κανόνα αλλάζει τη φυσιογνωμία της Βουλής. Η κοινοβουλευτική σύνθεση δεν θα είναι πλέον πλήρως σταθερή. Θα εξαρτάται εν μέρει από τη στελέχωση της κυβέρνησης, δηλαδή από επιλογές της εκτελεστικής λειτουργίας. Έτσι, το κυβερνητικό κέντρο αποκτά έμμεση επιρροή επί της προσωπικής συγκρότησης του νομοθετικού σώματος. Θεσμικά, αυτό δεν είναι αμελητέο. Διότι μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη βούληση του εκλογικού σώματος προς μια δευτερογενή διαδικασία αναπλήρωσης, η οποία, μολονότι νομοθετικά προβλέψιμη, δεν παύει να είναι εννοιολογικά υποδεέστερη από την άμεση λαϊκή επιλογή.

Η δυσκολία αυτή συνδέεται και με την ουσιαστική λειτουργία της κοινοβουλευτικής εργασίας. Ένα κοινοβούλιο δεν είναι απλώς τόπος ομιλιών στην Ολομέλεια. Είναι σύνθετος μηχανισμός νομοθετικής επεξεργασίας, ελέγχου της διοίκησης, συμμετοχής σε επιτροπές, παρακολούθησης ευρωπαϊκών και διεθνών εξελίξεων, επεξεργασίας εξειδικευμένων νομοθετικών κειμένων, λογοδοσίας υπουργών και επαφής με την εκλογική περιφέρεια. Όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των βουλευτών, τόσο μεγαλύτερο το φορτίο που επιμερίζεται σε κάθε μέλος του σώματος. Όσο μικρότερες γίνονται οι κοινοβουλευτικές ομάδες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να καλύψουν επαρκώς τις θεσμικές τους υποχρεώσεις. Αν σε αυτήν τη συνθήκη προστεθεί και η κινητικότητα των εδρών λόγω ασυμβιβάστου, η θεσμική συνέχεια του κοινοβουλευτικού έργου καθίσταται ακόμη πιο εύθραυστη. Το ενδεχόμενο, συνεπώς, δεν είναι να προκύψει ένα ισχυρότερο και περισσότερο ελεγκτικό κοινοβούλιο, αλλά ένα κοινοβούλιο στενότερο, βεβαρημένο, λιγότερο πλουραλιστικό και κατά συνέπεια λιγότερο ικανό να αντισταθμίσει την ισχύ της εκτελεστικής εξουσίας.

Στον δημόσιο λόγο, τέτοιες παρεμβάσεις συχνά εμφανίζονται ως μέτρα απλούστευσης, εξυγίανσης ή θεσμικού εκσυγχρονισμού. Η γλώσσα αυτή είναι πολιτικά ελκυστική, διότι απευθύνεται σε ένα υπαρκτό κοινωνικό αίσθημα κόπωσης απέναντι στο πολιτικό σύστημα και προβάλλει ως εύκολη απάντηση η μείωση του αριθμού των εκπροσώπων ή η αυστηροποίηση των διαχωρισμών ρόλων. Όμως οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν σχεδιάζονται με κριτήριο την εντυπωσιακή απλότητα ούτε με βάση τη συναισθηματική οικονομία της στιγμής. Σχεδιάζονται με κριτήριο την αντοχή τους στον χρόνο, την ισορροπία τους απέναντι στη συγκέντρωση ισχύος, την επάρκειά τους να ενσωματώνουν κοινωνική πολυπλοκότητα και την ικανότητά τους να διασφαλίζουν ουσιαστική λογοδοσία. Η αντιπροσώπευση είναι πάντοτε πιο περίπλοκη από τη διακυβέρνηση. Το κοινοβούλιο είναι πάντοτε λιγότερο «κομψό» από την εκτελεστική εξουσία. Αλλά ακριβώς αυτή η δημοκρατική πολυπλοκότητα είναι όρος ελευθερίας και όχι δυσλειτουργίας. Μια πολιτεία που επιδιώκει να απλουστεύσει υπέρμετρα την αντιπροσώπευση στο όνομα της λειτουργικότητας συχνά δεν καταλήγει περισσότερο αποτελεσματική· καταλήγει περισσότερο άνιση και περισσότερο συγκεντρωτική.

Γι’ αυτό και η μόνη θεσμικά υπεύθυνη προσέγγιση είναι η συνολική και όχι η αποσπασματική. Αν πρόκειται να τεθεί ζήτημα μείωσης των βουλευτών, οφείλει να προηγηθεί πλήρης χαρτογράφηση των συνεπειών στην εκλογική ισότητα, στις περιφέρειες, στη λειτουργία της αναλογικότητας, στην εκπροσώπηση της περιφέρειας, στη θέση των αποδήμων και στις πραγματικές δυνατότητες κοινοβουλευτικής δράσης των μικρότερων κομμάτων. Αν πρόκειται να τεθεί ζήτημα ασυμβιβάστου υπουργού και βουλευτή, οφείλει να προηγηθεί πλήρης απάντηση ως προς τον τρόπο αναπλήρωσης, τη σταθερότητα της σύνθεσης της Βουλής, τη μορφή της κυβερνητικής λογοδοσίας, την οργανική σχέση κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τις επιπτώσεις στη λειτουργία του ελέγχου. Οτιδήποτε λιγότερο δεν θα συνιστά ολοκληρωμένη μεταρρυθμιστική σκέψη, αλλά αποσπασματική παρέμβαση, με σημαντικό κίνδυνο να διαταράξει την ισορροπία του πολιτεύματος χωρίς να παράγει ισοδύναμο θεσμικό όφελος.

Το κριτήριο με το οποίο οφείλει να αξιολογηθεί κάθε τέτοια πρόταση είναι ένα και απολύτως σαφές: ενισχύει ή αποδυναμώνει την ποιότητα της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης; Αν περιορίζει τον περιφερειακό πλουραλισμό, αν καθιστά άνιση τη βαρύτητα της ψήφου, αν δυσχεραίνει τη λειτουργία αναλογικών μηχανισμών, αν συμπιέζει την ουσιαστική λειτουργία της αντιπολίτευσης, αν μετατρέπει τη σύνθεση της Βουλής σε περισσότερο κινητή και λιγότερο άμεση αντανάκλαση της λαϊκής βούλησης, τότε η όποια μεταρρύθμιση, ακόμη και αν είναι τυπικά επιτρεπτή, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί θεσμικά επαρκής. Η τυπική νομιμότητα δεν εξαντλεί την έννοια της συνταγματικής ορθότητας. Σε ζητήματα αντιπροσώπευσης απαιτείται και ουσιαστική κανονιστική επάρκεια. Απαιτείται η βεβαιότητα ότι η μεταβολή δεν αποδυναμώνει τη δημοκρατία στο όνομα μιας παραπλανητικής απλούστευσης.

Η Βουλή δεν είναι αριθμητική δεξαμενή ούτε διοικητικός πίνακας προς αναδιάταξη κατά τη συγκυριακή πολιτική προτίμηση. Είναι ο κατεξοχήν τόπος στον οποίο το πολιτικό έθνος παρίσταται θεσμικά ως πολλαπλό, διαφοροποιημένο και αντιπροσωπευόμενο σώμα. Το μέγεθός της, η κατανομή της, η εσωτερική της πολυφωνία και η σταθερότητα της σύνθεσής της δεν είναι λεπτομέρειες του συστήματος. Είναι συστατικά στοιχεία της δημοκρατικής του ταυτότητας. Κάθε παρέμβαση σε αυτά τα στοιχεία πρέπει, συνεπώς, να αντιμετωπίζεται με εξαιρετική σοβαρότητα και συνταγματική ακρίβεια