Η αξιολόγηση μιας θεσμικής μεταρρύθμισης αρχίζει από τη θέση που η μεταρρύθμιση αυτή καταλαμβάνει μέσα στη γενική οικονομία του πολιτεύματος. Αυτό ακριβώς ισχύει και για τη συζήτηση περί μείωσης του αριθμού των βουλευτών και καθιέρωσης ασυμβιβάστου ανάμεσα στην κοινοβουλευτική και στην υπουργική ιδιότητα. Η προσέγγιση τέτοιων επιλογών ως μεμονωμένων παρεμβάσεων είναι θεσμικά εσφαλμένη, διότι αποσιωπά ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία λειτουργεί ως ολότητα αλληλεξαρτώμενων μηχανισμών. Η Βουλή δεν είναι μόνο τόπος εκπροσώπησης, αλλά και τόπος νομιμοποίησης της διακυβέρνησης, σημείο άρθρωσης του πολιτικού ανταγωνισμού, θεσμικός μηχανισμός ελέγχου της εκτελεστικής ισχύος και πεδίο ενσωμάτωσης της κοινωνικής διαφωνίας σε οργανωμένη πολιτική μορφή. Όταν παρεμβαίνει κανείς στο μέγεθος ή στη σύνθεση αυτού του σώματος, παρεμβαίνει ταυτόχρονα στη διαδικασία σχηματισμού της κυβερνητικής πλειοψηφίας, στους όρους λογοδοσίας, στη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου και στη συνολική ανθεκτικότητα του πολιτεύματος απέναντι στις ροπές συγκέντρωσης της εξουσίας.
Η δημόσια γλώσσα τείνει συχνά να αντιμετωπίζει τη μείωση των βουλευτών ως μορφή εξορθολογισμού του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση παραμένει εξαιρετικά ανεπαρκής, διότι υποθέτει ότι η αποτελεσματικότητα ενός κοινοβουλευτικού κράτους είναι αντιστρόφως ανάλογη προς το εύρος της αντιπροσωπευτικής του βάσης. Η υπόθεση αυτή είναι περισσότερο ιδεολογική παρά θεσμικά τεκμηριωμένη. Το κοινοβούλιο δεν μετριέται με όρους απλής επιχειρησιακής οικονομίας. Δεν είναι διοικητικό συμβούλιο, αλλά πολιτειακό όργανο σύνθεσης. Η αξία του εξαρτάται όχι από το πόσο μικρό, λιτό ή διαχειρίσιμο είναι αριθμητικά, αλλά από το κατά πόσον μπορεί να επιτελεί όλες τις αποστολές του συγχρόνως: να νομιμοποιεί την κυβερνητική δράση, να απορροφά πολιτικές συγκρούσεις χωρίς αποσταθεροποίηση, να καθιστά ορατή την κοινωνική πολυφωνία, να στελεχώνει με επάρκεια τις επιτροπές και τις διαδικασίες ελέγχου, να επιτρέπει στα κόμματα να μετατρέπουν την εκλογική τους δύναμη σε ουσιαστική κοινοβουλευτική λειτουργία και να διατηρεί την αναγκαία απόσταση από μια πλήρως ηγεμονική εκτελεστική εξουσία. Όταν το ερώτημα τεθεί υπό αυτό το πρίσμα, η μείωση των εδρών παύει να φαίνεται ως αυτονόητη απλούστευση και εμφανίζεται ως πιθανή απομείωση της θεσμικής χωρητικότητας του κοινοβουλευτικού συστήματος.
Η θεσμική χωρητικότητα είναι έννοια κρίσιμη και συχνά υποτιμημένη. Αναφέρεται στην ικανότητα ενός κοινοβουλίου να υποδέχεται, να οργανώνει και να μετατρέπει σε λειτουργική διαδικασία έναν μεγάλο όγκο πολιτικών, κοινωνικών και κανονιστικών απαιτήσεων. Σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, το κοινοβούλιο δεν είναι απλώς βήμα πολιτικών αγορεύσεων. Είναι κόμβος ελέγχου περίπλοκων διοικητικών μηχανισμών, σημείο νομοθετικής επεξεργασίας σύνθετων και τεχνικών ρυθμίσεων, χώρος θεσμικής παρακολούθησης εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών εξελίξεων, πεδίο σύγκρουσης αλλά και σύνθεσης πολιτικών σχεδίων. Όλα αυτά απαιτούν όχι απλώς πολιτική βούληση αλλά και αριθμητική και οργανωτική επάρκεια. Ένα κοινοβούλιο με σημαντικά μειωμένη σύνθεση ενδέχεται να καταστεί πιο συμπαγές στην εικόνα του, αλλά ταυτόχρονα πιο ασθενές ως προς τις εσωτερικές του δυνατότητες. Η λειτουργική πυκνότητα ενός αντιπροσωπευτικού σώματος δεν αυξάνει αναγκαστικά όταν αυτό μικραίνει· συχνά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, διότι οι ίδιες και περισσότερες θεσμικές υποχρεώσεις καλούνται να καλυφθούν από λιγότερα πρόσωπα, με μικρότερη διαθεσιμότητα, λιγότερη εξειδίκευση και περιορισμένη δυνατότητα διαρκούς παρουσίας σε όλα τα επίπεδα της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας.
Υπό αυτήν την οπτική, η μείωση των βουλευτών δεν αφορά μόνο την εξωτερική εικόνα της Βουλής αλλά την εσωτερική ισορροπία μεταξύ κυβερνησιμότητας και ελέγχου. Σε κάθε κοινοβουλευτικό σύστημα υπάρχει ένας λεπτός συσχετισμός ανάμεσα στην ανάγκη σταθερής κυβέρνησης και στην ανάγκη ουσιαστικού κοινοβουλευτικού αντιβάρου. Αν το κοινοβούλιο μικρύνει υπέρμετρα, η κυβέρνηση δεν γίνεται απλώς περισσότερο λειτουργική· γίνεται συχνά συγκριτικά ισχυρότερη, διότι αντιμετωπίζει πιο περιορισμένη, πιο υποστελεχωμένη και συχνά πιο κατακερματισμένη αντιπολίτευση, ενώ και η ίδια η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στερείται ευρύ ανθρώπινο δυναμικό για να επεξεργάζεται με εσωτερική επάρκεια τα νομοθετικά και ελεγκτικά φορτία. Έτσι, η κλασική επίφαση περί «ελαφρύτερου κοινοβουλίου» ενδέχεται να καταλήξει σε βαρύτερη εκτελεστική επικυριαρχία. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει, άλλωστε, ότι η αποδυνάμωση των ενδιάμεσων θεσμών σπανίως μεταφράζεται σε καλύτερη δημοκρατία. Συνήθως σημαίνει μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος στο επίπεδο που ήδη διαθέτει τη μεγαλύτερη διοικητική ισχύ, δηλαδή στην κυβέρνηση.
Αυτή ακριβώς η μετατόπιση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής αν εξεταστεί η δομική λειτουργία των κοινοβουλευτικών ομάδων. Τα κόμματα στη Βουλή δεν αποτελούν μόνο αριθμητικά σύνολα για την παραγωγή πλειοψηφιών. Συνιστούν οργανωτικές μονάδες μέσω των οποίων διαχέεται και αναπαράγεται η κοινοβουλευτική εργασία. Στις ομάδες αυτές επιμερίζονται θέσεις σε επιτροπές, αρμοδιότητες παρακολούθησης τομέων πολιτικής, ευθύνη για επεξεργασία νομοσχεδίων, παρεμβάσεις στον έλεγχο της κυβέρνησης, θεσμική εκπροσώπηση και εσωτερική κομματική σύνθεση. Όταν ο συνολικός αριθμός των εδρών μειώνεται, το πρόβλημα δεν εξαντλείται στην κατανομή κάποιων θέσεων λιγότερων. Το ουσιώδες είναι ότι περιορίζεται η ελάχιστη κρίσιμη μάζα που απαιτείται ώστε μια κοινοβουλευτική ομάδα να είναι λειτουργικά αυτάρκης. Ειδικά για τα μικρότερα κόμματα, η αριθμητική συμπίεση μπορεί να σημαίνει ότι από ένα σημείο και μετά η κοινοβουλευτική παρουσία τους χάνει μέρος της επιχειρησιακής της αξίας. Μπορεί να διαθέτουν φωνή, αλλά όχι επαρκή θεσμική διακλάδωση για να μετατρέπουν τη φωνή αυτή σε συστηματικό και διαρκές κοινοβουλευτικό έργο.
Στο ίδιο πλαίσιο, η συζήτηση για τη μείωση των εδρών δεν μπορεί να αποκοπεί από τη γενική θεωρία της πολιτικής νομιμοποίησης. Η Βουλή επιτελεί στην κοινοβουλευτική δημοκρατία μία διπλή λειτουργία: αφενός παράγει κυβέρνηση, αφετέρου περιορίζει τη μονοπώληση της πολιτικής νομιμοποίησης από την κυβέρνηση. Αυτό το δεύτερο στοιχείο είναι απολύτως καθοριστικό. Η κυβέρνηση νομιμοποιείται μέσω της Βουλής, αλλά η Βουλή δεν υπάρχει για να μετατραπεί σε απλό δίαυλο επικύρωσης κυβερνητικών επιλογών. Υπάρχει και για να θυμίζει διαρκώς ότι η εντολή της πλειοψηφίας δεν αναιρεί την παρουσία της μειοψηφίας, ούτε εξαλείφει τις περιφερειακές, κοινωνικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις που συνθέτουν το εθνικό σώμα. Όσο η Βουλή διατηρεί επαρκές εύρος, αυτή η λειτουργία εξισορρόπησης και αποσυμπίεσης επιτελείται με σχετική πληρότητα. Αν όμως το σώμα συρρικνωθεί σε βαθμό που ενισχύει δυσανάλογα την κυβερνητική βαρύτητα και περιορίζει τα περιθώρια παρουσίας των εναλλακτικών πολιτικών ρευμάτων, τότε το πολίτευμα τείνει να χάνει ένα τμήμα της εσωτερικής του αυτορρύθμισης.
Η ίδια λογική οδηγεί και στο ζήτημα της εκλογικής γεωγραφίας, αλλά υπό διαφορετική σκοπιά από αυτή της στενής αριθμητικής αντιστοίχισης. Η εκλογική περιφέρεια δεν είναι μόνο μηχανισμός κατανομής εδρών. Είναι και θεσμικό φίλτρο μέσω του οποίου ο εθνικός χώρος αποκτά πολιτική αναπαράσταση. Όταν οι έδρες μειώνονται, δεν αλλοιώνεται μόνο η ισότητα του μέτρου εκπροσώπησης. Αλλοιώνεται και ο τρόπος με τον οποίο ο εθνικός χώρος αναγνωρίζεται μέσα στο κοινοβουλευτικό σώμα. Οι μητροπολιτικές και πολυπληθείς περιοχές διαθέτουν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη αντοχή σε μια αριθμητική συρρίκνωση, διότι ακόμη και με λιγότερες έδρες διατηρούν σχετική πολυφωνία. Οι μικρότερες ή περιφερειακές περιοχές, αντιθέτως, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να μετατραπούν σε ζώνες περιορισμένης και μονοσήμαντης παρουσίας. Αυτό δεν είναι μόνο πρόβλημα ισότητας. Είναι πρόβλημα πολιτειακής ενσωμάτωσης. Διότι ένα κοινοβούλιο που δεν κατορθώνει να φέρει στο κέντρο του κράτους την πολυμορφία του γεωγραφικού σώματος της χώρας καθίσταται φτωχότερο ως όργανο εθνικής σύνθεσης.
Επιπλέον, η μείωση των εδρών επηρεάζει και τη γενικότερη σχέση μεταξύ κομματικού ανταγωνισμού και κοινοβουλευτικής σταθερότητας. Σε ένα πιο περιορισμένο σώμα, οι διακυμάνσεις του εκλογικού αποτελέσματος συχνά μεταφράζονται σε εντονότερες κοινοβουλευτικές ανισορροπίες. Μικρές εκλογικές μετακινήσεις μπορεί να έχουν μεγαλύτερη επίπτωση στην κατανομή των εδρών, ενώ μικρότερα κόμματα μπορεί να εισέρχονται οριακά ή να υποεκπροσωπούνται δυσανάλογα. Το φαινόμενο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιβάλλον αυξημένης εκλογικής ρευστότητας, όπου τα παραδοσιακά κομματικά μερίδια δεν εμφανίζουν την παλαιότερη σταθερότητα. Όταν ένα σύστημα καλείται να αποτυπώσει μια κοινωνία πολιτικά ευμετάβλητη, η συρρίκνωση του αντιπροσωπευτικού του χώρου δεν το καθιστά κατ’ ανάγκην πιο σταθερό· μπορεί να το καταστήσει περισσότερο ευάλωτο σε απότομες δυσανάλογες μεταβολές. Και αυτό με τη σειρά του επηρεάζει την αντίληψη των πολιτών για τη δικαιοσύνη του εκλογικού αποτελέσματος και, εν τέλει, για τη νομιμοποίηση του ίδιου του πολιτικού συστήματος.
Από τη μείωση των εδρών, η συζήτηση μετακινείται αναπόφευκτα και στο ασυμβίβαστο ανάμεσα στην υπουργική και τη βουλευτική ιδιότητα. Το θέμα αυτό δεν πρέπει να προσεγγίζεται πρωτίστως ως ζήτημα ηθικής καθαρότητας των ρόλων, αλλά ως ερώτημα για τη δομή της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης. Σε ένα αμιγώς προεδρικό σχήμα, η απόσταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στη νομοθετική εξουσία θεωρείται συστατικό στοιχείο της ισορροπίας. Στο κοινοβουλευτικό σύστημα, όμως, το υπόδειγμα είναι διαφορετικό. Η κυβέρνηση δεν στέκεται απέναντι στη Βουλή ως αυτόνομος φορέας εξουσίας με ανεξάρτητη άμεση νομιμοποίηση. Στηρίζεται στη Βουλή και λογοδοτεί ενώπιόν της ακριβώς επειδή αποτελεί πολιτική προέκταση της πλειοψηφίας της. Υπό αυτήν τη θεσμική παραδοχή, η παρουσία βουλευτών στην κυβέρνηση δεν είναι ατέλεια που απαιτεί εκκαθάριση, αλλά βασικός μηχανισμός συνάφειας μεταξύ της κυβερνητικής πράξης και της κοινοβουλευτικής ευθύνης.
Ασφαλώς, μπορεί να διατυπωθεί η άποψη ότι ένα ασυμβίβαστο θα ενίσχυε τη σαφήνεια των αρμοδιοτήτων, θα περιόριζε το φαινόμενο της κοινοβουλευτικής εξάρτησης από την κυβερνητική ιεραρχία και θα επέτρεπε σε όσους παραμένουν βουλευτές να ασκούν ελεύθερα και αυστηρότερα τον ρόλο του ελεγκτή. Όμως η εικόνα αυτή παραμένει εν μέρει θεωρητική. Διότι σε ένα σύστημα όπως το ελληνικό, η πολιτική ευθύνη δεν κατανέμεται με βάση καθαρούς διοικητικούς ρόλους, αλλά με βάση τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η πλειοψηφία και αναπαράγεται η κυβερνητική συνοχή. Η αποσύνδεση των υπουργών από το βουλευτικό σώμα μπορεί να παραγάγει μεγαλύτερη τυπική διάκριση, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα παραγάγει ισχυρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Μπορεί απλώς να μειώσει το επίπεδο άμεσης κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης της κυβέρνησης, χωρίς να αναβαθμίσει ουσιαστικά την αυτοτέλεια της Βουλής.
Το αποφασιστικότερο πρακτικό πρόβλημα, πάντως, είναι η αναπλήρωση των εδρών. Εφόσον ο υπουργοποιημένος βουλευτής παύει να μετέχει στο κοινοβουλευτικό σώμα, η έδρα του ανατίθεται στον επόμενο του συνδυασμού. Η ρύθμιση αυτή μπορεί να μοιάζει τεχνικά εύλογη, στην πραγματικότητα όμως εισάγει μια δομική αλλοίωση στην ιδέα της σταθερής κοινοβουλευτικής σύνθεσης. Η Βουλή, αντί να αποτελεί ορισμένο και άμεσο αποτέλεσμα της εκλογικής ετυμηγορίας, μετατρέπεται εν μέρει σε σώμα μεταβλητό, του οποίου η τελική προσωπική φυσιογνωμία εξαρτάται από τις ανάγκες στελέχωσης της κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι η εκτελεστική λειτουργία επενεργεί, έστω έμμεσα, στη σύνθεση της νομοθετικής. Η διαπίστωση αυτή έχει βαρύνουσα σημασία. Διότι στο κοινοβουλευτικό κράτος η οργανική σύνδεση κυβέρνησης και Βουλής είναι αναγκαία, αλλά άλλο πράγμα είναι η πολιτική σύνδεση και άλλο η έμμεση αναδιαμόρφωση της σύνθεσης του κοινοβουλίου μέσω κυβερνητικών αποφάσεων.
Η αλλοίωση αυτή δεν είναι μόνον εννοιολογική. Είναι και λειτουργική. Ο επιλαχών που εισέρχεται στη Βουλή λόγω υπουργοποίησης άλλου βουλευτή δεν φέρει πάντοτε το ίδιο επίπεδο εκλογικής νομιμοποίησης, το ίδιο πολιτικό αποτύπωμα ή την ίδια τοπική αναγνώριση με τον αρχικώς εκλεγέντα. Δεν πρόκειται επομένως για ουδέτερη διαδοχή αλλά για πραγματική διαφοροποίηση της ποιότητας της αντιπροσώπευσης. Αν το φαινόμενο λάβει συστηματικό χαρακτήρα, τότε η κοινοβουλευτική σύνθεση καθίσταται περισσότερο διαχειρίσιμη από τα ανώτερα επίπεδα της πολιτικής εξουσίας και λιγότερο άμεσα δεσμευμένη από την αρχική βούληση των εκλογέων. Αυτό δεν συνιστά απλώς τεχνικό μειονέκτημα. Θίγει τον πυρήνα της αντιπροσωπευτικής λογικής, σύμφωνα με την οποία η Βουλή οφείλει να είναι σταθερή απεικόνιση της εκλογικής κρίσης και όχι διαρκώς αναπροσαρμοζόμενο παράγωγο κυβερνητικής στελέχωσης.
Αξίζει, επίσης, να ιδωθεί το πρόβλημα από τη σκοπιά της θεσμικής αυτοσυντήρησης του κοινοβουλευτισμού. Τα πολιτεύματα δεν αποσταθεροποιούνται μόνο από μετωπικές ρήξεις. Συχνά αποδυναμώνονται από διαδοχικές παρεμβάσεις που, καθεμία χωριστά, φαίνονται λογικές, αλλά σωρευτικά μειώνουν την πυκνότητα των αντιβάρων. Μικρότερη Βουλή, μεγαλύτερη δυσκολία ουσιαστικής αντιπολίτευσης, μεταβλητή σύνθεση λόγω αναπλήρωσης, αυξημένη σχετική ισχύς της κυβέρνησης, περιορισμένη περιφερειακή πολυφωνία: όλα αυτά, αν συνδυαστούν, δεν παράγουν απλώς νέο θεσμικό σχήμα. Παράγουν διαφορετικό καθεστώς κατανομής ισχύος στο εσωτερικό του κοινοβουλευτικού κράτους. Και το ερώτημα τότε παύει να είναι αν η μεταρρύθμιση είναι «τολμηρή» ή «εκσυγχρονιστική». Γίνεται ερώτημα για το αν το συνολικό ισοζύγιο εξουσίας παραμένει σύμφωνο με τις θεμελιώδεις απαιτήσεις της συνταγματικής δημοκρατίας.
Σε αυτό το επίπεδο, η έννοια της κυβερνησιμότητας χρειάζεται προσεκτική αποκατάσταση. Η κυβερνησιμότητα δεν σημαίνει απλώς ευχέρεια της κυβέρνησης να αποφασίζει γρήγορα ή να στελεχώνεται χωρίς τριβές. Σε ένα δημοκρατικό καθεστώς σημαίνει ικανότητα παραγωγής δεσμευτικών αποφάσεων υπό όρους λογοδοσίας, θεσμικής ισορροπίας και κοινωνικής αποδοχής. Αν μια μεταρρύθμιση αυξάνει την επιχειρησιακή άνεση της εκτελεστικής εξουσίας αλλά μειώνει την πληρότητα της αντιπροσώπευσης και αποδυναμώνει τα κοινοβουλευτικά φίλτρα, τότε η κυβερνησιμότητα που παράγει είναι μονομερής. Είναι κυβερνησιμότητα φτωχή σε αντισταθμίσεις και άρα θεσμικά εύθραυστη. Οι δημοκρατίες μακράς αντοχής δεν στηρίζονται στη μονομέρεια της κυβέρνησης αλλά στην ισορροπία ανάμεσα στη δυνατότητα διακυβέρνησης και στην ικανότητα του συστήματος να απορροφά διαφωνία, να επιτρέπει λογοδοσία και να διασώζει την παρουσία των μη πλειοψηφικών φωνών.
Το τελικό, λοιπόν, κριτήριο δεν βρίσκεται στην τυπική δυνατότητα ούτε στη ρητορική απήχηση των αλλαγών. Βρίσκεται στο ερώτημα αν οι μεταβολές αυτές αυξάνουν ή μειώνουν τη θεσμική ανθεκτικότητα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Αν η Βουλή γίνεται λιγότερο ικανή να υποδέχεται πλουραλισμό, λιγότερο ικανή να ελέγχει την κυβέρνηση, λιγότερο ικανή να εκφράζει ισόρροπα τον εθνικό χώρο, λιγότερο σταθερή ως προς τη σύνθεσή της και περισσότερο εξαρτημένη από τις κυβερνητικές επιλογές, τότε η όποια μεταρρύθμιση είναι δύσκολο να θεωρηθεί πρόοδος. Ακόμη και αν επιλύει επιμέρους πρακτικά ζητήματα, δημιουργεί βαθύτερο θεσμικό έλλειμμα. Και σε ζητήματα δημοκρατικής οργάνωσης, τα βαθύτερα ελλείμματα έχουν πάντοτε μεγαλύτερη σημασία από τα επιμέρους λειτουργικά οφέλη.
Η ώριμη θεσμική σκέψη οφείλει, συνεπώς, να αποφεύγει τις βεβαιότητες χαμηλού κόστους. Ούτε η αριθμητική συρρίκνωση της Βουλής είναι αυταπόδεικτα επιθυμητή ούτε το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή είναι αυταπόδεικτα θεραπευτικό. Και τα δύο συνιστούν παρεμβάσεις υψηλού θεσμικού βάρους, οι οποίες επηρεάζουν τη λογική του κοινοβουλευτισμού ως συστήματος νομιμοποίησης, ως μηχανισμού ελέγχου και ως τρόπου πολιτειακής ενσωμάτωσης της κοινωνίας. Η ορθή στάση απέναντί τους δεν είναι ούτε η αφοριστική απόρριψη ούτε η πρόθυμη χειροκρότηση. Είναι η αυστηρή απαίτηση για ολοκληρωμένη θεσμική λογοδοσία: ποια ακριβώς προβλήματα λύνουν, ποια νέα προβλήματα δημιουργούν, πώς μεταβάλλουν τη σχέση κυβέρνησης και Βουλής, πώς επηρεάζουν την αντιπολίτευση, πώς αναδιατάσσουν την ποιότητα της αντιπροσώπευσης και ποια είναι η καθαρή συνταγματική τους επίπτωση στη μορφή του πολιτεύματος.
Στο τέλος αυτής της συζήτησης, εκείνο που μένει είναι μια βασική υπενθύμιση: η Βουλή δεν είναι θεσμός που υπάρχει απλώς για να διευκολύνει την κυβέρνηση. Υπάρχει για να αποτρέπει τη συρρίκνωση της δημοκρατίας στο επίπεδο της κυβέρνησης. Υπάρχει για να υπενθυμίζει ότι η πολιτική κοινότητα είναι πάντοτε ευρύτερη από την πλειοψηφία που κυβερνά και ότι η νομιμοποίηση του κράτους προϋποθέτει όχι μόνο απόφαση αλλά και αντιπροσώπευση. Κάθε μεταρρύθμιση που λησμονεί αυτή τη βασική αλήθεια κινδυνεύει να καταστεί λειτουργική στην επιφάνεια και ελλειμματική στον πυρήνα της.
Πρόσφατα σχόλια