Η υπό όρους κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, συνιστά έκφραση μιας μεταβατικής στιγμής, στην οποία συμπυκνώνονται πολλαπλά επίπεδα στρατηγικής αλληλεπίδρασης: το επίπεδο της εξαναγκαστικής διπλωματίας, το επίπεδο της περιφερειακής γεωπολιτικής αναδιάταξης, το επίπεδο της εσωτερικής καθεστωτικής νομιμοποίησης και, τέλος, το επίπεδο της διεθνοπολιτικής αβεβαιότητας ως θεμελιώδους συνθήκης λήψης αποφάσεων. Η εκεχειρία αυτή δεν παράγεται από αμοιβαία εμπιστοσύνη, ούτε από ουσιαστική σύγκλιση αντιλήψεων περί ασφάλειας, αλλά από μια πρόσκαιρη και λειτουργικά περιορισμένη σύμπτωση αναγκών: η Ουάσιγκτον επιδιώκει να μετασχηματίσει το επιχειρησιακό αποτύπωμα της στρατιωτικής πίεσης σε διαπραγματευτική υπεροχή, ενώ η Τεχεράνη επιδιώκει να ανακόψει την περαιτέρω επιδείνωση του στρατηγικού της περιβάλλοντος χωρίς να εκχωρήσει το συμβολικό κεφάλαιο της αντίστασης που αποτελεί κεντρικό μηχανισμό εσωτερικής της αναπαραγωγής. Κατά συνέπεια, η παρούσα συμφωνία συνιστά όχι συμφιλίωση, αλλά αναστολή της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης υπό συνθήκες ασύμμετρης διαπραγματευτικής λογικής.

Σε αυστηρά θεωρητικούς όρους, η κρίση αυτή πρέπει να αναγνωσθεί μέσα από το πρίσμα της εξαναγκαστικής διπλωματίας ως ιδιότυπης υβριδικής μορφής μεταξύ πολέμου και διαπραγμάτευσης. Η εξαναγκαστική διπλωματία δεν είναι απλώς η παράλληλη ύπαρξη βίας και συνομιλιών, αλλά μια συγκεκριμένη μέθοδος άσκησης ισχύος, κατά την οποία η περιορισμένη χρήση ή η αξιόπιστη απειλή χρήσης ισχύος δεν αποβλέπει πρωτίστως στην ολοκληρωτική συντριβή του αντιπάλου, αλλά στην τροποποίηση της βούλησής του εντός ενός ελεγχόμενου πλαισίου πολιτικής πίεσης. Η λογική αυτή διαφέρει ριζικά από την κλασική διπλωματία του συμβιβασμού, όπου τα μέρη προσέρχονται στο τραπέζι αναγνωρίζοντας, έστω σιωπηρά, την ανάγκη αμοιβαίας προσαρμογής. Εδώ, το ισχυρότερο μέρος επιδιώκει να μεταφέρει στο διπλωματικό επίπεδο το πλεόνασμα ισχύος που θεωρεί ότι παρήγαγε στο στρατιωτικό πεδίο. Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβάνεται τη διαπραγμάτευση ως χώρο συμμετρικής συνδιαμόρφωσης όρων, αλλά ως προέκταση της πίεσης με λιγότερο άμεσο, πλην όμως στρατηγικά διαρθρωτικό τρόπο. Η αμερικανική στάση στην παρούσα συγκυρία εντάσσεται σαφώς σε αυτή τη λογική. Η αναστολή των πληγμάτων παρουσιάζεται ως προϊόν επίτευξης στρατιωτικών σκοπών και όχι ως παραδοχή ορίων ή ως αναδίπλωση. Έτσι, η εκεχειρία εμφανίζεται ως μηχανισμός κεφαλαιοποίησης της στρατιωτικής πίεσης και όχι ως έναρξη ισόρροπης ειρηνευτικής διαδικασίας.

Ωστόσο, η αναλυτική ισχύς της έννοιας της εξαναγκαστικής διπλωματίας εξαρτάται από τη συνεκτίμηση του καίριου προβλήματος της καθεστωτικής νομιμοποίησης. Δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι το ισχυρότερο μέρος μπορεί να επιβάλει υψηλό κόστος. Πρέπει να εξετασθεί και κατά πόσον το ασθενέστερο ή πιο ευάλωτο μέρος δύναται πολιτικά να αποδεχθεί τους όρους που του τίθενται. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο σκληρός πυρήνας της ιρανικής δυσχέρειας. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένας κρατικός δρών που επιδιώκει την επιβίωσή του σε συνθήκες διεθνούς αναρχίας. Είναι ταυτόχρονα ένα ιδεολογικο-καθεστωτικό μόρφωμα, του οποίου η εσωτερική συνοχή και η ιστορική αυτοκατανόηση συγκροτούνται εν μέρει πάνω στην αξίωση της αντίστασης έναντι εξωτερικού καταναγκασμού. Συνεπώς, το ζήτημα για την Τεχεράνη δεν είναι μόνο εάν οι όροι των Ηνωμένων Πολιτειών είναι υλικά επιβλαβείς ή στρατηγικά ασύμφοροι· είναι κυρίως εάν μπορούν να ενσωματωθούν σε μια εσωτερικά βιώσιμη αφήγηση που δεν θα υπονομεύει την καθεστωτική αυτοεικόνα της κυριαρχικής αντοχής. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η στενή ρεαλιστική ανάλυση καθίσταται ανεπαρκής αν δεν συμπληρωθεί από μια βαθύτερη κατανόηση της σχέσης μεταξύ εξωτερικής πολιτικής και εσωτερικής συμβολικής νομιμοποίησης.

Η νομιμοποίηση, σε καθεστώτα ιδεολογικής θεμελίωσης και θεσμικά ενισχυμένης επαναστατικής καταγωγής, δεν είναι δευτερεύον επικοινωνιακό περίβλημα της ισχύος, αλλά ουσιώδες συστατικό της ίδιας της ικανότητας λήψης αποφάσεων. Το ιρανικό καθεστώς, όπως και κάθε καθεστώς με έντονη ιστορικο-ιδεολογική αυτοπαρουσίαση, δεν μπορεί να συμπεριφερθεί εξωτερικά κατά τρόπο πλήρως αποσυνδεδεμένο από τις εσωτερικές του αφηγηματικές υποχρεώσεις. Οι αποφάσεις του οφείλουν να παραμένουν μεταφράσιμες στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο ως έκφραση αξιοπρέπειας, αντοχής και στρατηγικής λογικής, όχι ως επιβεβαίωση εξαναγκασμένης κάμψης. Κατά συνέπεια, η δυσκολία της Τεχεράνης να αποδεχθεί αμερικανικούς όρους δεν είναι συγκυριακή ή ψυχολογική· είναι δομική. Ακόμη και εάν το καθεστώς αναγνωρίζει το βάρος των συσχετισμών ισχύος και την ανάγκη τακτικής αποκλιμάκωσης, δεν διαθέτει ανεξάντλητο πολιτικό χώρο για δημόσια αποδοχή ρυθμίσεων που θα εμφανίζονταν ως μονομερής συμμόρφωση υπό απειλή. Το δίλημμα, συνεπώς, δεν είναι απλώς στρατηγικό. Είναι διττό: πώς να αποτραπεί περαιτέρω επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος χωρίς να διαρραγεί το εσωτερικό καθεστωτικό συμβόλαιο που στηρίζεται στην επίκληση της κυριαρχικής ακεραιότητας.

Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέρχονται στην παρούσα φάση όχι ως ουδέτερος θεσμικός διαμεσολαβητής της σταθερότητας, αλλά որպես hegemonic actor που αντιλαμβάνεται τη ρύθμιση της κρίσης μέσα από τη λογική της επιβολής αποδεκτών ορίων συμπεριφοράς. Η αμερικανική προτίμηση σε μορφές «μέγιστης πίεσης», δηλαδή σε τεχνικές συσσώρευσης στρατιωτικού, οικονομικού και ψυχολογικού κόστους με σκοπό τη μεταβολή της συμπεριφοράς του αντιπάλου, παράγει αναπόφευκτα ένα παράδοξο αποτέλεσμα: ενισχύει τη βραχυπρόθεσμη διαπραγματευτική ισχύ της Ουάσιγκτον, αλλά αποδυναμώνει τη δυνατότητα μακροπρόθεσμης θεσμοποιημένης διευθέτησης. Αυτό οφείλεται στο ότι η «μέγιστη πίεση» δεν λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός εξαναγκασμού· λειτουργεί και ως μηχανισμός αποδόμησης εμπιστοσύνης. Όσο περισσότερο μια πλευρά πείθεται ότι η άλλη χρησιμοποιεί κάθε πρόσκαιρο παράθυρο διαλόγου ως μέσο διεύρυνσης της πίεσης, τόσο λιγότερο πρόθυμη γίνεται να δεσμευθεί σε ουσιαστικές παραχωρήσεις. Στην παρούσα συγκυρία, η προτίμηση του προέδρου Τραμπ σε προσωποποιημένες, συχνά υπερβολικά επιθετικές και απρόβλεπτες μορφές ρητορικής και διαπραγματευτικής πρακτικής εντείνει αυτήν ακριβώς τη δυναμική. Η αμερικανική στάση παραμένει βαθιά αμφίσημη: από τη μία πλευρά προβάλλει το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης, από την άλλη όμως περιβάλλει τη διαπραγμάτευση με τέτοιο πλέγμα απειλών, όρων και διαρκούς αναστρεψιμότητας, ώστε η άλλη πλευρά έχει κάθε λόγο να αμφιβάλλει για τη σταθερότητα των υποσχόμενων ανταλλαγμάτων.

Η απρόβλεπτη προσωπική ηγεσία μετατρέπεται, έτσι, σε αυτόνομη μεταβλητή στρατηγικής αστάθειας. Σε περισσότερο θεσμοποιημένα περιβάλλοντα, η άλλη πλευρά μπορεί να θεωρήσει ότι ακόμη και αν διαφωνεί με το περιεχόμενο των αμερικανικών απαιτήσεων, τουλάχιστον αντιμετωπίζει ένα σχετικά σταθερό πλαίσιο εφαρμογής. Αντιθέτως, όταν η λήψη αποφάσεων εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από προσωποκεντρικές παρορμήσεις, από ρητορικές υπερβολές και από δημόσιες εναλλαγές μεταξύ ακραίας απειλής και αιφνίδιου ανοίγματος, η διαπραγμάτευση γίνεται εγγενώς ασταθής. Η απρόβλεπτη ηγεσία μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά βραχυπρόθεσμα, ακριβώς επειδή αυξάνει το perceived risk του αντιπάλου. Δεν παράγει, όμως, εύκολα αξιόπιστο περιβάλλον συμφωνίας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν ο αντίπαλος φοβάται· είναι αν μπορεί να υπολογίσει. Και η διεθνής διαπραγμάτευση προϋποθέτει, στο ελάχιστο, δυνατότητα υπολογισμού. Όταν αυτή η δυνατότητα διαβρώνεται, τότε κάθε συμφωνία παραμένει επισφαλής, ακόμη και αν τυπικά συναφθεί.

Η κεντρικότητα των Στενών του Ορμούζ προσδίδει στην παρούσα κρίση μια επιπλέον διάσταση, η οποία υπερβαίνει τη στενή αντιπαράθεση των δύο μερών και αγγίζει τον πυρήνα της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας. Τα Στενά δεν είναι απλώς στρατηγικό πέρασμα· είναι κανονιστικός και υλικός κόμβος της διεθνούς ενεργειακής αρχιτεκτονικής. Η σύνδεση της εκεχειρίας με την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας υποδηλώνει ότι η ίδια η υλικότητα της γεωγραφίας μετατρέπεται σε μέσο διαπραγματευτικής ισχύος. Εδώ δεν έχουμε απλώς μια αντιπαράθεση περί κυριαρχίας ή περί αποτροπής, αλλά μια σύγκρουση σχετικά με το εάν και σε ποιο βαθμό ένας περιφερειακός δρών μπορεί να μετατρέπει έναν κρίσιμο διεθνή θαλάσσιο διάδρομο σε εργαλείο στρατηγικής διαπραγμάτευσης. Η Τεχεράνη επιχειρεί να καταδείξει ότι η ασφάλεια των ροών δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη δική της θέση στην περιφερειακή ισορροπία. Η Ουάσιγκτον, αντιθέτως, επιχειρεί να επαναβεβαιώσει ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας αποτελεί μη διαπραγματεύσιμη αρχή του περιφερειακού status quo. Το Ορμούζ, συνεπώς, δεν είναι μόνο γεωγραφία· είναι κωδικοποιημένη σχέση ισχύος. Και όσο παραμένει ενεργό αυτό το επίπεδο σύγκρουσης, η εκεχειρία δεν μπορεί παρά να είναι δομικά εύθραυστη.

Η διαμεσολαβητική ανάδυση του Πακιστάν πρέπει, εξίσου, να κατανοηθεί όχι με όρους απλής ουδετερότητας, αλλά με όρους λειτουργικής ενδιάμεσης ισχύος. Σε ένα όλο και πιο κατακερματισμένο διεθνές σύστημα, τα μεσαία κράτη που διαθέτουν επιχειρησιακή προσβασιμότητα σε ανταγωνιστικά στρατηγικά περιβάλλοντα τείνουν να αναβαθμίζονται ως κόμβοι περιορισμένης αποκλιμάκωσης. Το Πακιστάν δεν καθίσταται σημαντικό επειδή μπορεί να επιβάλει συνολική λύση, αλλά επειδή μπορεί να προσφέρει εκείνο ακριβώς που στερείται το άμεσο αμερικανο-ιρανικό κανάλι: έναν πολιτικά ανεκτό χώρο επαφής, μια προσωρινή ομπρέλα επικοινωνίας και μια σχετική εξωτερική απόσταση που επιτρέπει την εκτόνωση χωρίς δημόσια ταπείνωση. Ωστόσο, η μεσολαβητική αποτελεσματικότητα τέτοιων δρώντων έχει σαφή όρια. Δεν διαθέτουν, κατά κανόνα, ούτε επαρκή ικανότητα επιβολής ούτε θεσμικό βάρος για να εγγυηθούν την ανθεκτικότητα μιας συμφωνίας όταν αυτή συγκρουστεί με βαθιές στρατηγικές αντιθέσεις. Η αξία τους είναι κυρίως διαδικαστική και όχι καταστατική. Μπορούν να διατηρήσουν ανοιχτό το πλαίσιο· δύσκολα μπορούν να το θεμελιώσουν.

Αυτό οδηγεί στο ουσιώδες αναλυτικό συμπέρασμα ότι το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών δεν είναι απλώς διαφορά θέσεων, αλλά διαφορά παραδειγμάτων στρατηγικής σκέψης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέρχονται στη διαπραγμάτευση με μια λογική ελέγχου, επαλήθευσης, περιορισμού και ιεραρχικής κατανομής επιτρεπτής συμπεριφοράς. Το Ιράν προσέρχεται με μια λογική καθεστωτικής επιβίωσης, αποφυγής ταπεινωτικής υπαγωγής και διατήρησης του ελάχιστου δυνατού συμβολικού πυρήνα της κυριαρχικής του αφήγησης. Οι δύο λογικές δεν αποκλείεται θεωρητικά να παραγάγουν ένα πεδίο αμοιβαίας ανοχής. Δεν συγκροτούν όμως εύκολα σταθερό κοινό έδαφος, ακριβώς επειδή αναφέρονται σε διαφορετικά επίπεδα πολιτικής ορθολογικότητας. Η μία είναι πρωτίστως εργαλειακή και επαληθεύσιμη. Η άλλη είναι βαθιά διαμεσολαβημένη από συμβολικές, ιστορικές και καθεστωτικές ανάγκες. Όταν η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ ανόμοιων μορφών ορθολογικότητας, το πρόβλημα δεν είναι μόνο να βρεθούν αποδεκτοί όροι. Είναι να υπάρξει στοιχειώδης συμφωνία για το τι θεωρείται αποδεκτό, τι συνιστά αμοιβαιότητα και ποια μορφή ανταλλαγής μπορεί να ερμηνευθεί ως μη ταπεινωτική.

Η έννοια της εκεχειρίας, υπό αυτές τις συνθήκες, αποκτά σαφή αναλυτική διαφοροποίηση από την έννοια της αποκλιμάκωσης. Η εκεχειρία είναι αναστολή πρακτικών βίας. Η αποκλιμάκωση είναι μετασχηματισμός της στρατηγικής σχέσης. Η πρώτη μπορεί να επιβληθεί ή να συναφθεί ακόμη και εν απουσία εμπιστοσύνης. Η δεύτερη απαιτεί τουλάχιστον ένα στοιχειώδες πλαίσιο προβλεψιμότητας, αμοιβαίας κατανόησης και κόστους υπαναχώρησης. Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχουν επαρκή τεκμήρια ότι το σύστημα έχει μεταβεί από την πρώτη στη δεύτερη κατάσταση. Αντιθέτως, όλα υποδηλώνουν ότι η εκεχειρία λειτουργεί κυρίως ως μέσο χρονικής αγοράς, δηλαδή ως διάστημα εντός του οποίου τα μέρη επιδιώκουν να ανασυντάξουν όχι μόνο τις στρατιωτικές και διπλωματικές τους επιλογές, αλλά και τις αφηγηματικές τους ισορροπίες. Το χρονικό αυτό παράθυρο είναι πολύτιμο, αλλά και εξαιρετικά ευάλωτο. Διότι σε περιβάλλον υψηλής καχυποψίας, η αναστολή βίας δεν εκλαμβάνεται ποτέ αποκλειστικά ως ένδειξη βούλησης ειρήνευσης· εκλαμβάνεται συχνά και ως πιθανή ευκαιρία του άλλου να ανασυνταχθεί, να εξαπατήσει ή να επανέλθει από πλεονεκτικότερη θέση.

Στο σημείο αυτό καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στο κλασικό πρόβλημα της μη αξιόπιστης δέσμευσης. Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά απλώς το αν τα μέρη ψεύδονται, αλλά το αν διαθέτουν επαρκή κίνητρα να τηρήσουν στο μέλλον όσα υπόσχονται στο παρόν, όταν οι συνθήκες μεταβληθούν. Η Τεχεράνη φοβάται ότι η οποιαδήποτε παραχώρηση εκ μέρους της μπορεί να οδηγήσει όχι σε σταθερότερο πλαίσιο, αλλά σε κλιμάκωση νέων απαιτήσεων, ακριβώς επειδή η αμερικανική λογική αντιμετωπίζει τη συμμόρφωση ως βάση για περαιτέρω πίεση και όχι κατ’ ανάγκην ως βάση για ισορροπημένη αμοιβαιότητα. Η Ουάσιγκτον, από την άλλη, αντιμετωπίζει την ιρανική ευελιξία ως ενδεχομένως τακτική και όχι στρατηγική, ως προσπάθεια απορρόφησης του άμεσου κόστους χωρίς μεταβολή του πυρήνα της συμπεριφοράς. Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλό έλλειμμα εμπιστοσύνης, στο οποίο κάθε χειρονομία αποκλιμάκωσης μπορεί να ερμηνευθεί ως προοίμιο εξαπάτησης. Χωρίς μηχανισμούς επαλήθευσης, σταδιακής αμοιβαιότητας και κατανεμημένου κόστους υπαναχώρησης, το πρόβλημα αυτό δεν επιλύεται με την υπογραφή μιας δίβδομης εκεχειρίας.

Εξίσου κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η παρούσα κρίση δεν εκτυλίσσεται σε κενό περιφερειακό περιβάλλον. Η ευρύτερη Μέση Ανατολή αποτελεί χώρο αλληλεξαρτώμενων κρίσεων, ετεροχρονισμένων συγκρούσεων και αλληλοεπιδρώντων υποσυστημάτων ασφαλείας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν η διμερής διαπραγματευτική τροχιά ΗΠΑ–Ιράν εμφανίσει περιορισμένη πρόοδο, η σταθερότητά της θα εξαρτηθεί από τον τρόπο με τον οποίο αυτή η πρόοδος εγγράφεται στο ευρύτερο περιφερειακό σύστημα. Η περιφερειακή ασφάλεια δεν είναι άθροισμα διμερών ισορροπιών, αλλά προϊόν περίπλοκης διασταύρωσης κρατικών φόβων, αποτρεπτικών πρακτικών, ενεργειακών υπολογισμών και δικτύων πληρεξούσιας ή έμμεσης ισχύος. Επομένως, η υπό όρους εκεχειρία, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αίρει το βασικό γεωπολιτικό ερώτημα: ποια μορφή περιφερειακής τάξης μπορεί να είναι βιώσιμη όταν ένας αναθεωρητικός ή τουλάχιστον αντι-ηγεμονικός δρών επιδιώκει αναγνώριση ασφάλειας και επιρροής, ενώ ο ηγεμονικός δρών επιδιώκει να τον περιορίσει χωρίς να τον καταστήσει πλήρως αδιαχειρίσιμο; Αυτό το ερώτημα δεν έχει ακόμη απαντηθεί. Και όσο παραμένει ανοιχτό, κάθε επιμέρους εκεχειρία θα παραμένει επισφαλής.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι οι βασικές προκλήσεις της επόμενης φάσης έχουν χαρακτήρα όχι συγκυριακό αλλά δομικό. Πρώτον, το ενδεχόμενο εξωγενούς υπονόμευσης της διαδικασίας από περιφερειακές δυναμικές, τρίτους δρώντες ή γεγονότα που μετατοπίζουν βίαια το πλαίσιο αντίληψης της απειλής. Δεύτερον, η βαθιά απροθυμία της ιρανικής πλευράς να ενσωματώσει σε δεσμευτική συμφωνία όρους που θα απονομιμοποιούσαν εσωτερικά την ίδια τη λογική της αντίστασης. Τρίτον, η αμερικανική προσήλωση σε μεθόδους πίεσης και η προσωπική μεταβλητότητα της ηγεσίας, που δυσχεραίνουν την οικοδόμηση προβλεψιμότητας. Τέταρτον, το ίδιο το μέγεθος του στρατηγικού χάσματος, το οποίο δεν αφορά επιμέρους τεχνικές ασυμφωνίες, αλλά ασύμβατες αντιλήψεις για την τάξη, την κυριαρχία, την ασφάλεια και τη νομιμότητα. Η διαπίστωση αυτή είναι κρίσιμη διότι αποτρέπει τις υπερβολικά αισιόδοξες αναγνώσεις. Το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπει απλώς μια έξυπνη φόρμουλα συμβιβασμού. Το πρόβλημα είναι ότι οι δύο πλευρές δεν συγκρούονται μόνο για όρους· συγκρούονται για το πλαίσιο εντός του οποίου οι όροι αποκτούν νόημα.

Εν τέλει, το Ισλαμαμπάντ ενδέχεται να λειτουργήσει ως τόπος διαχείρισης της αβεβαιότητας, όχι όμως κατ’ ανάγκην ως τόπος υπέρβασής της. Η μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία της επικείμενης διαδικασίας, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα ήταν μια μεγαλεπήβολη τελική συμφωνία, αλλά η συγκρότηση ενός στοιχειωδώς λειτουργικού μηχανισμού συνέχισης: παράταση της εκεχειρίας, σταδιακά βήματα αμοιβαιότητας, ρύθμιση τεχνικών ζητημάτων ασφάλειας, δίαυλοι ταχείας επικοινωνίας και περιορισμός του κινδύνου ακούσιας επανακλιμάκωσης. Η διατήρηση ενός τέτοιου μηχανισμού θα συνιστούσε ήδη σημαντικό επίτευγμα, διότι θα μετέφερε τη σχέση από την άμεση διαχείριση κρίσης σε μια μορφή ελεγχόμενης ανταγωνιστικής συνύπαρξης. Αντιθέτως, αν το διαπραγματευτικό τραπέζι χρησιμοποιηθεί από τα μέρη μόνο ως σκηνή επιβεβαίωσης των ήδη διακηρυγμένων αφηγημάτων νίκης, τότε η εκεχειρία δεν θα είναι παρά προσωρινή διακοπή σε έναν κύκλο επανερχόμενης αστάθειας.

Συμπερασματικά, η παρούσα κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποκαλύπτει μια γραμμική μετάβαση από τον πόλεμο στη διπλωματία, αλλά μια περισσότερο σύνθετη και θεωρητικά απαιτητική πραγματικότητα: τη μετατροπή της βίας σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο, τη σύγκρουση εργαλειακής και καθεστωτικής ορθολογικότητας, την αλληλεπίδραση γεωγραφίας και εξαναγκασμού, καθώς και τον κεντρικό ρόλο της αβεβαιότητας στη διαμόρφωση της στρατηγικής συμπεριφοράς. Η υπό όρους εκεχειρία είναι αναγκαία ως μηχανισμός αναστολής της άμεσης καταστροφικής κλιμάκωσης, αλλά παραμένει ανεπαρκής ως βάση σταθερής ειρήνευσης. Η ουσία της συγκυρίας δεν έγκειται στην προσωρινή παύση των επιχειρήσεων, αλλά στο γεγονός ότι η σταθερότητα, εφόσον πρόκειται να υπάρξει, δεν μπορεί να επιβληθεί μονομερώς ούτε να συναχθεί αυτόματα από τη διακοπή της βίας. Οφείλει να παραχθεί μέσα από μια δύσκολη διαδικασία μετασχηματισμού αμοιβαίων προσδοκιών, ανακατανομής κόστους και συγκρότησης στοιχειωδών μηχανισμών αξιόπιστης δέσμευσης. Μέχρι να υπάρξει τέτοια διαδικασία, η παρούσα εκεχειρία θα πρέπει να νοείται ως εύθραυστη μορφή μεταβατικής σταθερότητας και όχι ως πρόδρομος οριστικής διευθέτησης.