Η εκεχειρία, οι συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ, η πακιστανική μεσολάβηση, οι χαμηλές προσδοκίες και η αποτυχία παραγωγής συμφωνίας μετά από πολύωρες επαφές δείχνουν ακριβώς ότι η σταθερότητα που προέκυψε είναι πρακτική αλλά όχι ακόμη δομική. Η βία έχει μειωθεί συγκυριακά, αλλά δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί από ένα πολιτικά κοινό, αμοιβαία κατανοητό και εμπράκτως λειτουργικό πλαίσιο συνύπαρξης.

Η ατελής σταθερότητα διαφέρει ριζικά τόσο από την ειρήνευση όσο και από την κλασική αποτροπή. Δεν είναι ειρήνευση, επειδή δεν θεμελιώνεται σε κοινό πολιτικό ορίζοντα ούτε σε επαρκώς δεσμευτικά σχήματα εφαρμογής. Δεν είναι ούτε κλασική αποτροπή, επειδή η αποτροπή προϋποθέτει σχετικά σταθερές προσδοκίες για το τι θα πράξει η άλλη πλευρά αν ξεπεραστούν ορισμένα όρια. Στην παρούσα κρίση, αντιθέτως, το πρόβλημα είναι ότι τα όρια, οι προσδοκίες και οι ερμηνείες τους παραμένουν ρευστά. Η μεν στρατιωτική παύση λειτουργεί, αλλά το σύστημα δεν έχει ακόμη μετατρέψει την παύση σε κανόνα. Αυτός είναι και ο λόγος που η εκεχειρία δεν παρήγαγε άμεση αποκατάσταση κανονικότητας στο Ορμούζ, ούτε επέτρεψε την ταχεία πολιτική μετάβαση σε πιο ώριμο διαπραγματευτικό σχήμα.

Το καίριο γνώρισμα της ατελούς σταθερότητας είναι ότι παράγει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί υψηλό το βάθος της στρατηγικής ανασφάλειας. Κάθε πλευρά αποφεύγει το άμεσο κόστος της πλήρους κλιμάκωσης, αλλά συνεχίζει να σκέφτεται και να προετοιμάζεται σαν η κρίση να μην έχει ακόμη κριθεί. Έτσι, η παύση της έντασης δεν μετασχηματίζει επαρκώς τις αντιλήψεις απειλής. Απλώς τις μεταφέρει σε χαμηλότερη αλλά διαρκή ένταση. Αυτή η κατάσταση είναι πολιτικά λειτουργική για μικρό διάστημα, διότι δίνει χώρο σε μεσολάβηση, εσωτερική ανασύνταξη και δοκιμή προθέσεων. Αν παραταθεί χωρίς ουσιαστική πρόοδο, μετατρέπεται σε μορφή στρατηγικής κόπωσης. Η ανακούφιση εξαντλείται, η δυσπιστία παγιώνεται και η επόμενη κρίση μπορεί να επανέλθει με ακόμη σκληρότερους όρους. Η ατελής σταθερότητα, συνεπώς, δεν είναι λύση· είναι παράθυρο. Και κάθε παράθυρο έχει περιορισμένη διάρκεια.

Το Ισλαμαμπάντ αποκτά, σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία επειδή λειτουργεί ως μηχανισμός μετάβασης από την ωμή παύση στη δυνατότητα διαδικασίας. Η αποτυχία επίτευξης συμφωνίας δεν αναιρεί τη σημασία του· αντίθετα, την αναδεικνύει. Εκεί φάνηκε με καθαρότητα ότι οι πλευρές μπορούν να μεταβούν από την κλιμάκωση στη συνάντηση, αλλά όχι ακόμη από τη συνάντηση στη σταθεροποίηση. Από θεωρητική άποψη, αυτό σημαίνει ότι ο ενδιάμεσος χώρος της διπλωματίας υπάρχει, αλλά δεν έχει ακόμα αποκτήσει επαρκές βάθος μετασχηματισμού. Η εκεχειρία δεν κατέρρευσε αμέσως, αλλά ούτε και μετουσιώθηκε σε δομημένη συνέχεια. Αυτή ακριβώς η αμφισημία είναι το υλικό της ατελούς σταθερότητας.

Η κρίση δείχνει ότι η σύγχρονη διεθνής πολιτική γεννά ολοένα περισσότερες μορφές ενδιάμεσης τάξης: ούτε κατάρρευση ούτε κανονικότητα, ούτε καθαρή αποτροπή ούτε σταθερή συμφιλίωση. Αυτές οι μορφές ατελούς σταθερότητας είναι όλο και πιο συχνές, ακριβώς επειδή τα κράτη δυσκολεύονται να επιβάλουν οριστικά αποτελέσματα αλλά και αδυνατούν να συγκροτήσουν εύκολα νέες κοινές αρχιτεκτονικές ασφάλειας.