Η έννοια της αρνητικής ειρήνης είναι ίσως η καταλληλότερη για να κατανοηθεί η τρέχουσα συγκυρία. Αρνητική ειρήνη δεν σημαίνει αληθινή επίλυση, αλλά απουσία άμεσης γενικευμένης βίας χωρίς ταυτόχρονη θεραπεία των δομικών αιτίων της σύγκρουσης. Η δίβδομη εκεχειρία, οι συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ, οι χαμηλές προσδοκίες και η αποτυχία κατάληξης σε συμφωνία αποτυπώνουν ακριβώς αυτό το καθεστώς. Δεν έχουμε επιστροφή σε ισορροπημένη κανονικότητα. Έχουμε, μάλλον, μια εύθραυστη μείωση του άμεσου πολεμικού κινδύνου πάνω από ένα υπόστρωμα βαθιάς δυσπιστίας, ανοιχτών στρατηγικών διαφορών και χαμηλής θεσμικής εμπιστοσύνης.

Η θεωρητική σημασία της αρνητικής ειρήνης είναι ότι μας επιτρέπει να αποφύγουμε δύο συμμετρικά σφάλματα. Το πρώτο είναι ο υπερβολικός αισιόδοξος ρεαλισμός, σύμφωνα με τον οποίο κάθε εκεχειρία σηματοδοτεί αυτομάτως πρόοδο προς πολιτική λύση. Το δεύτερο είναι ο κυνικός μηδενισμός, σύμφωνα με τον οποίο κάθε εκεχειρία που δεν λύνει αμέσως τα πάντα είναι άνευ σημασίας. Η αρνητική ειρήνη μάς καλεί να δούμε ότι μια προσωρινή παύση βίας μπορεί να είναι ιστορικά σημαντική χωρίς να είναι ακόμη σταθερή ειρήνη. Η αξία της έγκειται στο ότι αποτρέπει το χείριστο, όχι στο ότι εγγυάται το καλύτερο. Και ακριβώς αυτό χαρακτηρίζει τη σημερινή φάση: η εκεχειρία μείωσε τον άμεσο κίνδυνο, αλλά δεν μετέβαλε ακόμη την ουσία της σχέσης.

Το καθοριστικό γνώρισμα της αρνητικής ειρήνης είναι ότι παραμένει εξαρτημένη από τη συνεχή πολιτική διαχείριση. Δεν αυτοσυντηρείται. Δεν στηρίζεται σε βαθιές δομές εμπιστοσύνης ή σε κοινό στρατηγικό όραμα, αλλά σε διαρκή επαγρύπνηση, σε μεσολάβηση, σε επαναλαμβανόμενες επαφές και σε προσωρινές εξισορροπήσεις συμφερόντων. Για αυτό ακριβώς το λόγο, η πακιστανική διαμεσολάβηση αποκτά τόσο μεγάλη σημασία. Δεν εγκαινιάζει μια νέα ειρηνευτική τάξη· κρατά, προσωρινά, λειτουργικό το πολιτικό νήμα που επιτρέπει στην αρνητική ειρήνη να μη μετατραπεί αμέσως ξανά σε ανοιχτή κρίση. Το Ισλαμαμπάντ, συνεπώς, πρέπει να αναγνωσθεί ως χώρος συντήρησης της αρνητικής ειρήνης, όχι ως τόπος υπέρβασής της.

Η επιμονή της πίεσης στο Ορμούζ επιβεβαιώνει επίσης ότι η ειρήνη αυτή είναι αρνητική και όχι θετική. Θετική ειρήνη θα σήμαινε ότι οι λειτουργίες του συστήματος αρχίζουν να επανέρχονται, ότι οι δρώντες προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους σε νέα προσδοκία σταθερότητας και ότι η διπλωματική αναστολή της βίας μεταφράζεται σταδιακά σε πραγματικό καθεστώς εμπιστοσύνης. Όταν όμως οι ροές παραμένουν πιεσμένες και η αβεβαιότητα διατηρείται σε τέτοιο επίπεδο ώστε η αγορά να μη συμπεριφέρεται σαν να έχει αποκατασταθεί η ομαλότητα, τότε καθίσταται σαφές πως έχουμε μόνο απομάκρυνση από την ανοιχτή βία, όχι είσοδο σε βαθύτερη τάξη. Το σύστημα ανακουφίζεται, αλλά δεν θεραπεύεται.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αρνητική ειρήνη είναι συχνά πολιτικά δυσκολότερη από ό,τι φαίνεται. Επειδή στερείται θετικής νομιμοποίησης, βασίζεται σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ φόβου, κόπωσης, αναγκαιότητας και συνεχούς διπλωματικής εργασίας. Καμία από τις δύο πλευρές δεν χρειάζεται να αποδεχθεί τον άλλο ως εταίρο. Αρκεί να αποδεχθεί, προσωρινά, ότι η επανέναρξη της πλήρους κλιμάκωσης θα είχε μεγαλύτερο κόστος από τη συντήρηση της ατελούς αυτής ηρεμίας. Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια αποδοχή είναι ευάλωτη σε πολιτικές μεταβολές, ερμηνευτικές συγκρούσεις και τακτικά επεισόδια. Γι’ αυτό και οι αρνητικές ειρήνες είναι πολύτιμες αλλά εύθραυστες. Σώζουν χρόνο, δεν λύνουν μόνονες τους το πρόβλημα.

Από πιο μακροσκοπική σκοπιά, η παρούσα κρίση καταδεικνύει ότι η σύγχρονη διεθνής τάξη παράγει ολοένα συχνότερα αρνητικές ειρήνες αντί για θετικές λύσεις. Οι συγκρούσεις παύουν προσωρινά χωρίς να εκριζώνονται οι αιτίες τους. Οι δίαυλοι διατηρούνται χωρίς να ανασυγκροτείται πλήρως η εμπιστοσύνη. Οι κρίσεις διαχειρίζονται, αλλά δεν κλείνουν οριστικά. Αυτό το μοτίβο δεν είναι ανωμαλία· τείνει να γίνεται νέα κανονικότητα. Και η παρούσα σχέση ΗΠΑ–Ιράν εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν τη λογική. Η εκεχειρία έχει σημασία γιατί παράγει αρνητική ειρήνη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η αρνητική ειρήνη μπορεί να αποκτήσει επαρκή διάρκεια ώστε να γεννήσει αργότερα πιο ουσιαστική μεταβολή