Η τρέχουσα κρίση προσφέρει ένα πολύ καθαρό παράδειγμα θεσμικής ανεπάρκειας στη σύγχρονη διεθνή πολιτική. Με τον όρο αυτό δεν εννοείται απλώς η αδυναμία κάποιου οργανισμού να επιβάλει λύση, αλλά κάτι βαθύτερο: η ανικανότητα του ευρύτερου διεθνούς συστήματος να προσφέρει εκ των προτέρων αναγνωρισμένο, αξιόπιστο και επαρκώς λειτουργικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μια κρίση υψηλής έντασης θα μπορούσε να μεταβεί γρήγορα από την αναστολή της βίας στην οργανωμένη αποκλιμάκωση. Το γεγονός ότι χρειάστηκε έκτακτη πακιστανική μεσολάβηση, υψηλού επιπέδου διμερής επαφή και παρ’ όλα αυτά οι συνομιλίες τερματίστηκαν χωρίς συμφωνία, αποδεικνύει ότι το σύστημα διαθέτει μηχανισμούς προσωρινής παρεμβολής, αλλά όχι επαρκή θεσμική πυκνότητα για γρήγορη και πειστική σταθεροποίηση.
Η έννοια του θεσμικού κενού είναι εδώ κεντρική. Σε ένα διεθνές περιβάλλον θεσμικά επαρκές, η εκεχειρία θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο στάδιο μιας προβλέψιμης ακολουθίας: παύση βίας, επαλήθευση, τεχνικοί μηχανισμοί εφαρμογής, σταδιακά μέτρα εμπιστοσύνης και έπειτα διαπραγμάτευση των πιο δύσκολων ζητημάτων. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, αυτή η ακολουθία δεν είναι προεγγυημένη από κανένα ευρύτερα αποδεκτό πλαίσιο. Πρέπει να κατασκευαστεί σχεδόν εκ του μηδενός, μέσα σε κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας και χρονικής πίεσης. Αυτό ακριβώς συνιστά θεσμική ανεπάρκεια: όχι την πλήρη απουσία διπλωματίας, αλλά την απουσία επαρκώς σταθερής δομής που θα καθιστούσε τη διπλωματία λιγότερο ευάλωτη σε κάθε νέο σοκ.
Η πακιστανική πρωτοβουλία αναδεικνύει εύγλωττα αυτό το κενό. Όταν ένα μεσαίο κράτος αναλαμβάνει να υποκαταστήσει, έστω προσωρινά, τη λειτουργία που θα όφειλε ιδανικά να επιτελεί ένα πιο ανθεκτικό διεθνές πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, τότε αυτό φανερώνει όχι μόνο τη χρησιμότητα του μεσολαβητή αλλά και την έλλειψη συστημικής επάρκειας. Το Ισλαμαμπάντ γίνεται τόπος συνάντησης ακριβώς επειδή δεν υπάρχει άλλος, ήδη θεσμικά εδραιωμένος, δρόμος που να απολαμβάνει ταυτόχρονα επιχειρησιακή αξιοπιστία και πολιτική αποδοχή από τα μέρη. Έτσι, η μεσολάβηση αποκτά αξία, αλλά η ίδια η αναγκαιότητά της επιβεβαιώνει το θεσμικό πρόβλημα.
Η θεσμική ανεπάρκεια έχει και μία δεύτερη, ουσιωδέστερη συνέπεια: μεταφέρει υπερβολικό βάρος στις προσωπικότητες, στις συγκυρίες και στις ad hoc πολιτικές βουλήσεις. Όταν δεν υπάρχει στιβαρό πλαίσιο που να οργανώνει τη συνέχεια, κάθε κρίσιμη στιγμή εξαρτάται δυσανάλογα από το ποιος μιλά με ποιον, υπό ποια διάθεση, σε ποια συγκυρία και με ποιο βαθμό εσωτερικής πολιτικής πίεσης. Αυτό καθιστά τη διαδικασία εξαιρετικά ευάλωτη σε μεταβολές τόνου, σε αντιφατικά δημόσια σήματα και σε ρήξεις εμπιστοσύνης που θα μπορούσαν, υπό άλλες συνθήκες, να απορροφηθούν από ισχυρότερο θεσμικό περιβάλλον. Η παρούσα αποτυχία κατάληξης σε συμφωνία, παρά το υψηλό επίπεδο επαφών, δεν είναι απλώς ένδειξη μεγάλου χάσματος. Είναι και ένδειξη ότι δεν υπάρχει επαρκής θεσμικός μηχανισμός ώστε το χάσμα να διαχειρίζεται συστηματικά αντί να εκρήγνυται ή να παγώνει συγκυριακά.
Η συνεχιζόμενη πίεση στις ροές του Ορμούζ είναι επίσης ενδεικτική του ίδιου προβλήματος. Αν υπήρχε ισχυρότερη θεσμική επάρκεια, η εκεχειρία θα είχε αρχίσει να μεταφράζεται σε ταχύτερη αποκατάσταση εμπιστοσύνης ως προς τη λειτουργία του διαδρόμου. Η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο: ακόμη και με ανακωχή και συνομιλίες, η υλική ζωή του συστήματος δεν επιστρέφει άμεσα στην κανονικότητα. Αυτό σημαίνει ότι δεν λείπει μόνο η συμφωνία μεταξύ των άμεσων μερών. Λείπει και το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο που θα παρείχε στις αγορές, στις ναυτιλιακές εταιρείες και στους διεθνείς δρώντες την πεποίθηση ότι υπάρχει μηχανισμός προστασίας και συνέχειας ανεξαρτήτως της στιγμιαίας πολιτικής αβεβαιότητας.
Από θεωρητική άποψη, αυτό σημαίνει ότι η σύγχρονη διεθνής τάξη πάσχει λιγότερο από έλλειψη επικοινωνίας και περισσότερο από έλλειψη οργανωμένης μετα-κρίσης. Οι συνομιλίες γίνονται. Οι εκεχειρίες αναγγέλλονται. Οι μεσολαβήσεις ενεργοποιούνται. Εκείνο που συχνά απουσιάζει είναι η στιβαρή γέφυρα ανάμεσα στην πρώτη αναστολή και στη σταθερή συνέχιση. Η κρίση ΗΠΑ–Ιράν φωτίζει ακριβώς αυτό το διαρθρωτικό έλλειμμα. Το σύστημα μπορεί να επιβραδύνει την επιδείνωση, αλλά δυσκολεύεται να οργανώσει την έξοδο από αυτήν. Και αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πρόβλημα της σημερινής διεθνούς πολιτικής: όχι η ανυπαρξία δράσης, αλλά η ανεπάρκεια της μετάβασης.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το momentum της παρούσας στιγμής δεν πρέπει να μετρηθεί μόνο με όρους διπλωματικής βούλησης, αλλά και με όρους θεσμικής πυκνότητας. Όσο η κρίση εξακολουθεί να εξαρτάται από προσωρινές μεσολαβήσεις, υψηλού ρίσκου πολιτικές επαφές και εύθραυστες αναστολές χωρίς σαφή μηχανισμό συνέχειας, τόσο η σταθεροποίηση θα παραμένει αβέβαιη. Η θεωρητική αξία της παρούσας συγκυρίας είναι ακριβώς ότι αποκαλύπτει τα όρια ενός συστήματος που μπορεί ακόμη να ανακόπτει το χειρότερο, αλλά δυσκολεύεται να θεσμοποιεί αποτελεσματικά το καλύτερο.
Πρόσφατα σχόλια