Η επάνοδος του Αλέξη Τσίπρα αποκαλύπτει την αδυναμία της Κεντροαριστεράς αυτού να παραγάγει, μετά το 2023, στρατηγική, αξιόπιστη κοινωνική αναφορά και επαρκή κυβερνητική πειστικότητα. Η συζήτηση γύρω από ένα νέο κόμμα Τσίπρα δεν προέκυψε επειδή η κοινωνία εξέφρασε καθαρή και μαζική απαίτηση επιστροφής στο προηγούμενο πολιτικό παράδειγμα. Προέκυψε επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ αποσυντέθηκε μετά την αποχώρηση του πρώην προέδρου του, επειδή τα σχήματα που γεννήθηκαν από την κρίση του δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν ευρεία κοινωνική απήχηση, επειδή το ΠΑΣΟΚ, παρά την θεσμική του αξιοπιστία δεν έχει ακόμη μεταβληθεί σε αδιαμφισβήτητο αντίπαλο δέος, και επειδή η κυβερνητική φθορά δεν συνοδεύεται από ισοδύναμη άνοδο μιας πειστικής εναλλακτικής. Επομένως, η επάνοδος Τσίπρα πρέπει να αναγνωστεί πρωτίστως ως προϊόν κενού. Και όταν μια πολιτική επιστροφή γεννιέται μέσα από κενό, το πρώτο ερώτημα δεν είναι πόση δυναμική μπορεί να αποκτήσει στην εκκίνηση, αλλά αν διαθέτει περιεχόμενο ικανό να υπερβεί τις αιτίες που δημιούργησαν το ίδιο το κενό.

Σε κανονικές πολιτικές συνθήκες, ένας ηγέτης που αποχωρεί μετά από βαριά εκλογική ήττα χρειάζεται μεγαλύτερη απόσταση από τα γεγονότα, σοβαρότερη περίοδο σιωπής, ουσιαστικότερο απολογισμό και καθαρότερη μεταβολή των όρων με τους οποίους επανέρχεται. Η ταχεία επιστροφή  δείχνει  ότι η προηγούμενη αποχώρηση δεν λειτούργησε ως ιστορική τομή, αλλά ως ενδιάμεσος σταθμός μιας διαδρομής που ποτέ δεν εγκατέλειψε πραγματικά την προοπτική επανόδου. Η αρχική διατύπωση περί παραμερισμού ώστε να περάσει ένα νέο κύμα στον ΣΥΡΙΖΑ αποκτά σήμερα διαφορετικό νόημα, διότι το νέο κύμα είτε δεν υπήρξε είτε δεν είχε πολιτική αντοχή. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: ο πολιτικός που αποχώρησε επειδή ηττήθηκε επιστρέφει επειδή το κόμμα από το οποίο αποχώρησε ηττήθηκε ακόμη βαθύτερα στη δική του μετα-ηγετική φάση. Αυτή η αλληλουχία δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως απλή δικαίωση του ίδιου. Αποτελεί ταυτόχρονα ένδειξη προσωπικής αντοχής και συλλογικής αποτυχίας.

Το κεντρικό πρόβλημα του νέου εγχειρήματος είναι ότι φέρει εξαρχής το βάρος της προηγούμενης διακυβέρνησης, χωρίς να έχει ακόμη αποδείξει ότι διαθέτει νέα θεωρία διακυβέρνησης. Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως άγνωστος μεταρρυθμιστής ούτε ως τεχνοκράτης που δοκιμάζεται για πρώτη φορά. Επιστρέφει ως πρώην πρωθυπουργός που έχει ήδη καταθέσει συγκεκριμένο ιστορικό αποτύπωμα. Η περίοδος της διακυβέρνησής του περιλαμβάνει στοιχεία σταθεροποίησης, αλλά περιλαμβάνει και σοβαρές αντιφάσεις, αστοχίες, αναγκαστικές αναδιπλώσεις, επιβαρύνσεις μεσαίων στρωμάτων, αμφιθυμία απέναντι στην παραγωγική οικονομία, καθυστερήσεις στη διοικητική αποτελεσματικότητα και μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στην προεκλογική ρητορική και στη μετεκλογική εφαρμογή. Η πολιτική επιστήμη δεν αξιολογεί τέτοιες διαδρομές με βάση την ηθική πρόθεση των πρωταγωνιστών, αλλά με βάση τη σχέση ανάμεσα σε υποσχέσεις, επιλογές, αποτελέσματα και θεσμικές συνέπειες. Από αυτή την άποψη, η επάνοδος Τσίπρα δεν μπορεί να στηριχθεί στην υπόθεση ότι η ιστορική μνήμη έχει ατονήσει. Χρειάζεται να αντιμετωπίσει ακριβώς εκείνο που συχνά αποφεύγουν οι προσωποκεντρικές επιστροφές: τη συγκεκριμένη πολιτική ευθύνη.

Η επίκληση της «κυβερνώσας Αριστεράς» δεν αρκεί για να λύσει το πρόβλημα. Αντιθέτως, το οξύνει, διότι παραπέμπει αμέσως στην προηγούμενη εμπειρία άσκησης εξουσίας. Η Αριστερά που διεκδικεί να κυβερνήσει δεν μπορεί να περιορίζεται στην ηθική υπεροχή της κοινωνικής ευαισθησίας ούτε στην καταγγελία των ανισοτήτων. Χρειάζεται δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς κοινωνική αναλγησία, παραγωγική στρατηγική χωρίς υποταγή σε ισχυρά συμφέροντα, φορολογική δικαιοσύνη χωρίς εξόντωση των μικρομεσαίων, δημόσιες υπηρεσίες με ποιότητα και λογοδοσία, στεγαστική πολιτική που να αυξάνει την προσφορά και όχι απλώς να επιδοτεί την αδυναμία, πολιτική μισθών που να συνδέεται με παραγωγικότητα, συλλογικές ρυθμίσεις και αλλαγή του επιχειρηματικού υποδείγματος. Εδώ βρίσκεται η ουσία της δοκιμασίας. Αν το νέο κόμμα περιοριστεί σε μια γενική σοσιαλδημοκρατική ρητορική, θα αναπαραγάγει την κλασική αδυναμία της ελληνικής Κεντροαριστεράς: να περιγράφει ορθά τις κοινωνικές αδικίες, αλλά να δυσκολεύεται να διατυπώσει πειστικούς μηχανισμούς θεραπείας τους.

Η οικονομία αποτελεί το πραγματικό πεδίο στο οποίο θα κριθεί η αξιοπιστία της επανόδου. Η σημερινή κοινωνική δυσφορία έχει διαφορετική μορφή από εκείνη της μνημονιακής περιόδου. Δεν οργανώνεται γύρω από μία μεγάλη σύγκρουση εθνικής επιβίωσης, αλλά γύρω από μια διαρκή, καθημερινή συμπίεση. Το κόστος ζωής μειώνει την πραγματική αξία του εισοδήματος. Το κόστος στέγασης ακυρώνει τη δυνατότητα αυτονομίας των νεότερων ηλικιών. Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα πιέζεται από φορολογία, κόστος λειτουργίας, πρόσβαση στη χρηματοδότηση και συγκέντρωση της αγοράς. Οι εργαζόμενοι βλέπουν συχνά τις αυξήσεις να μην επαρκούν για να αποκαταστήσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης. Οι οικογένειες λειτουργούν ως άτυπο κοινωνικό κράτος για τα ενήλικα παιδιά τους. Η περιφέρεια βιώνει ανάπτυξη άνιση, αποσπασματική και συχνά εξαρτημένη από λίγους τομείς. Αυτά τα προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται με γενικές αναφορές στη δικαιοσύνη. Απαιτούν συγκεκριμένη πολιτική οικονομία: ποιοι πληρώνουν, ποιοι ωφελούνται, ποιοι προστατεύονται, ποιοι κλάδοι ενισχύονται, ποια φορολογικά βάρη μετακινούνται, ποια παραγωγικά συμφέροντα περιορίζονται, ποιο κράτος εφαρμόζει τις πολιτικές.

Η προηγούμενη περίοδος Τσίπρα άφησε ακριβώς σε αυτό το πεδίο την πιο δύσκολη κληρονομιά. Μεγάλο τμήμα της κοινωνικής βάσης που τον στήριξε αρχικά προσδοκούσε ανακούφιση, ανατροπή ή έστω δικαιότερη κατανομή των βαρών. Η πραγματικότητα της διακυβέρνησης οδήγησε σε πολύ πιο σύνθετο αποτέλεσμα. Η χώρα σταθεροποιήθηκε θεσμικά και δημοσιονομικά σε σχέση με την προηγούμενη δραματική φάση, όμως η σταθεροποίηση αυτή συνοδεύθηκε από πολιτικό κόστος, από φορολογικές επιλογές που επιβάρυναν μεσαία και παραγωγικά στρώματα, από περιορισμούς που διέψευσαν την αρχική ρητορική και από αδυναμία μετασχηματισμού της οικονομίας σε πιο δυναμική, δίκαιη και παραγωγικά ανθεκτική κατεύθυνση. Η νέα προσπάθεια, συνεπώς, πρέπει να απαντήσει σε ένα άβολο ερώτημα: γιατί να θεωρήσει η κοινωνία ότι ο ίδιος πολιτικός κύκλος, έστω με νέο οργανωτικό περίβλημα, μπορεί αυτή τη φορά να παράγει διαφορετικό αποτέλεσμα; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι οι συνθήκες άλλαξαν. Οι συνθήκες αλλάζουν πάντοτε. Το ζητούμενο είναι αν άλλαξε η πολιτική σκέψη, η διοικητική μέθοδος, η σχέση με την παραγωγή, η αντίληψη για το κράτος και η κουλτούρα λογοδοσίας.

Η μεσαία τάξη είναι το αποφασιστικό πεδίο αυτής της σύγκρουσης αξιοπιστίας. Στην ελληνική πολιτική συχνά αντιμετωπίζεται είτε ως προνομιακό σώμα που πρέπει να φορολογηθεί είτε ως εκλογικό ακροατήριο που πρέπει να καθησυχαστεί. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι ανεπαρκείς. Η μεσαία τάξη είναι εσωτερικά κατακερματισμένη, κοινωνικά ανήσυχη και πολιτικά ασταθής. Περιλαμβάνει μισθωτούς υψηλής εκπαίδευσης που αδυνατούν να αποταμιεύσουν, ελεύθερους επαγγελματίες που αισθάνονται ότι αντιμετωπίζονται εκ προοιμίου ως φορολογικά ύποπτοι, μικρούς επιχειρηματίες που συμπιέζονται από μεγαλύτερες αλυσίδες και πλατφόρμες, δημόσιους υπαλλήλους που βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται, ιδιοκτήτες μικρής περιουσίας που φοβούνται ότι κάθε κοινωνική πολιτική θα μετατραπεί σε νέα επιβάρυνση, νέους εργαζομένους που έχουν προσόντα αλλά όχι προοπτική. Η επάνοδος Τσίπρα θα συναντήσει εδώ το πιο δύσκολο όριο. Ο ίδιος διατηρεί απήχηση σε τμήματα που αναζητούν ισχυρή αντιπολιτευτική έκφραση, αλλά αντιμετωπίζει δυσπιστία σε στρώματα που συνέδεσαν την προηγούμενη διακυβέρνησή του με υπερφορολόγηση, ασάφεια απέναντι στην επιχειρηματικότητα και ανεπαρκή κατανόηση της καθημερινής οικονομικής πίεσης πέρα από την κλασική διάκριση πλουσίων και φτωχών.

Η αναμέτρηση με το ΠΑΣΟΚ εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κατορθώσει να γίνει αδιαμφισβήτητος πόλος εξουσίας, όμως διατηρεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα θεσμικής κανονικότητας και σοσιαλδημοκρατικής συνέχειας. Το νέο κόμμα Τσίπρα θα επιχειρήσει να το υπερκεράσει μέσω ισχυρότερης αναγνωρισιμότητας, μεγαλύτερης ικανότητας παραγωγής πολιτικού γεγονότος και πιο άμεσης διεκδίκησης κυβερνητικής προοπτικής. Ωστόσο, η ηγεμονία στην Κεντροαριστερά δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος προηγείται σε μια μέτρηση. Θα κριθεί από το ποιος μπορεί να πείσει ότι διαθέτει σοβαρότερη σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα και καθαρότερο σχέδιο για την εξουσία. Εάν ο Τσίπρας προηγηθεί δημοσκοπικά, θα αποκτήσει δυναμική χρήσιμης ψήφου και θα πιέσει το ΠΑΣΟΚ να αμυνθεί. Εάν υπολείπεται, το εγχείρημά του θα κινδυνεύσει να εμφανιστεί ως παράγοντας περαιτέρω διάσπασης. Σε κάθε περίπτωση, η σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ θα λειτουργήσει ως τεστ σοβαρότητας, όχι ως απλή αριθμητική άσκηση. Ο χώρος δεν χρειάζεται απλώς νικητή εσωτερικής αντιπαράθεσης. Χρειάζεται φορέα που να μπορεί να σταθεί απέναντι στη διακυβέρνηση με πρόγραμμα, στελέχη, θεσμική αξιοπιστία και κοινωνική πλειοψηφία.

Το οργανωτικό μοντέλο του νέου φορέα είναι εξίσου κρίσιμο με την πολιτική του γραμμή. Ένα κόμμα που συγκροτείται γύρω από ισχυρό πρώην πρωθυπουργό έχει εξαρχής τάση προσωποπαγούς λειτουργίας. Η αρχηγική συγκρότηση μπορεί να προσφέρει ταχύτητα, πειθαρχία, επικοινωνιακή καθαρότητα και άμεση αναγνωρισιμότητα. Μπορεί όμως να υπονομεύσει τη συλλογικότητα, να περιορίσει την εσωτερική δημοκρατία, να μετατρέψει την οργάνωση σε μηχανισμό επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων και να αναπαραγάγει την παθογένεια ενός κόμματος χωρίς πραγματική κοινωνική ρίζα. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι η γρήγορη εκλογική άνοδος χωρίς αντίστοιχη οργανωτική ωρίμανση δημιουργεί κόμμα ευάλωτο στις τάσεις, στις προσωπικές στρατηγικές, στη σύγχυση ανάμεσα σε κινηματική ταυτότητα και κυβερνητική λειτουργία. Αν το νέο κόμμα επαναλάβει αυτή την αδυναμία, θα ξεκινήσει με ισχυρή εικόνα αλλά περιορισμένη αντοχή. Αν θέλει να διεκδικήσει σοβαρότητα, χρειάζεται κανόνες, διαδικασίες, προγραμματικά όργανα, στελεχιακή αξιοκρατία, περιφερειακή γείωση και πραγματική δυνατότητα εσωτερικής διαφωνίας.

Η ποιότητα των προσώπων που θα το πλαισιώσουν θα αποκαλύψει την πραγματική του φύση. Η ελληνική πολιτική έχει κουραστεί από μετακινήσεις στελεχών χωρίς αρχές, από πολιτικούς που αναζητούν νέα στέγη όταν η παλιά χάνει δυναμική, από επικοινωνιακές ανανεώσεις που κρύβουν παλαιούς μηχανισμούς. Εάν το νέο εγχείρημα συγκροτηθεί κυρίως από πιστούς του προηγούμενου κύκλου, απογοητευμένους παράγοντες άλλων κομμάτων και πρόσωπα χωρίς σαφή πολιτική προστιθέμενη αξία, η υπόσχεση ανανέωσης θα ακυρωθεί γρήγορα. Εάν, αντίθετα, μπορέσει να προσελκύσει πρόσωπα με διοικητική επάρκεια, κοινωνικό κύρος, επιστημονική γνώση, επαγγελματική εμπειρία και καθαρή σχέση με τη δημόσια ευθύνη, θα έχει κάνει ένα πρώτο βήμα προς την αξιοπιστία. Η ανανέωση δεν είναι ηλικιακό ζήτημα ούτε επικοινωνιακό εύρημα. Είναι ζήτημα πολιτικής ποιότητας, κριτηρίων επιλογής και ικανότητας παραγωγής δημόσιας πολιτικής.

Η νεολαία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αυτονόητο ακροατήριο. Ο Τσίπρας είχε ιστορικά σημαντική απήχηση στις νεότερες ηλικίες, κυρίως όταν εξέφραζε τη ρήξη με ένα πολιτικό σύστημα που φαινόταν κλειστό και απαξιωμένο. Σήμερα οι νεότερες γενιές βρίσκονται σε διαφορετική ψυχική και κοινωνική κατάσταση. Δεν ζητούν απλώς ρήξη. Ζητούν δυνατότητα ζωής. Θέλουν εργασία που να επιτρέπει αυτονομία, κατοικία που να μη μετατρέπεται σε άπιαστο αγαθό, μισθούς που να αντιστοιχούν στα προσόντα τους, προστασία από επισφαλείς μορφές απασχόλησης, πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση, προοπτική οικογένειας, υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αξιοκρατία και θεσμούς που δεν τους αντιμετωπίζουν ως διακοσμητικό στοιχείο. Ένα νέο κόμμα Τσίπρα που θα μιλήσει στη νεολαία με αναμνήσεις της προηγούμενης δεκαετίας θα αποτύχει να καταλάβει τη νέα συνθήκη. Χρειάζεται πολιτικές συγκεκριμένες, μετρήσιμες και υλικά αισθητές. Διαφορετικά, η νεανική απήχηση θα μείνει σε επίπεδο επικοινωνιακής νοσταλγίας.

Ανάλογη είναι η ανάγκη σοβαρότητας στην περιφερειακή πολιτική. Η ελληνική περιφέρεια δεν είναι ενιαίο εκλογικό υπόλοιπο. Είναι πεδίο άνισων παραγωγικών δυνατοτήτων, δημογραφικής πίεσης, ελλείψεων σε υποδομές, προβλημάτων υγείας και εκπαίδευσης, εξάρτησης από εποχικές δραστηριότητες, αγροτικής ανασφάλειας και περιορισμένης πρόσβασης σε ευκαιρίες. Η προοδευτική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε υποσχέσεις ενισχύσεων ή σε περιοδείες συμβολικού χαρακτήρα. Χρειάζεται σχέδιο χωρικής δικαιοσύνης: αγροδιατροφική αναβάθμιση, τοπική μεταποίηση, ενεργειακές κοινότητες, δημόσιες υπηρεσίες, μεταφορές, ψηφιακές υποδομές, στήριξη μικρών πόλεων, σύνδεση πανεπιστημίων με περιφερειακή ανάπτυξη και πραγματική αποκέντρωση αρμοδιοτήτων. Αν το νέο εγχείρημα δεν αποκτήσει τέτοια χωρική στρατηγική, θα παραμείνει παγιδευμένο στον αθηνοκεντρικό κύκλο της πολιτικής επικοινωνίας.

Το ζήτημα της αυτοκριτικής παραμένει το βαθύτερο. Χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική, η επιστροφή θα μοιάζει με αναμονή της κατάλληλης ευκαιρίας και όχι με πολιτική ωρίμανση. Η αυτοκριτική δεν σημαίνει γενικές διατυπώσεις περί λαθών ούτε αφηγήσεις όπου οι ευθύνες διαχέονται σε συνθήκες, αντιπάλους, συσχετισμούς ή συνεργάτες. Σημαίνει συγκεκριμένη παραδοχή λανθασμένων εκτιμήσεων, λανθασμένων επιλογών, λανθασμένων προσώπων, λανθασμένων σχέσεων με κοινωνικά στρώματα, λανθασμένης κατανόησης της διοικητικής ικανότητας του κράτους και λανθασμένης σχέσης ανάμεσα στη ρητορική και στην εφαρμογή. Ένας πρώην πρωθυπουργός που ζητά δεύτερη ευκαιρία δεν μπορεί να αρκείται στην παρουσίαση της δικής του εκδοχής των γεγονότων. Πρέπει να αποδείξει ότι έχει εσωτερικεύσει τις δυσκολίες της διακυβέρνησης. Η κοινωνία δεν απαιτεί τελετουργική μετάνοια. Απαιτεί σοβαρότητα, ακρίβεια και ανάληψη ευθύνης.

Η κριτική πρώην συνεργατών του έχει σημασία στο μέτρο που φωτίζει πλευρές αυτής της εκκρεμότητας. Μπορεί να περιέχει προσωπικές πικρίες, ανταγωνισμούς και επιλεκτικές μνήμες, όμως δεν είναι άνευ αντικειμένου. Θέτει ζητήματα για την προσωποπαγή συγκρότηση, για τη σχέση του Τσίπρα με την Αριστερά, για το αν η νέα του μετατόπιση προς την Κεντροαριστερά αποτελεί προγραμματική ωρίμανση ή εκλογική προσαρμογή, για το αν το προηγούμενο κόμμα εγκαταλείφθηκε επειδή ολοκλήρωσε τον ιστορικό του κύκλο ή επειδή έπαψε να είναι χρήσιμο όχημα. Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται με ειρωνείες ούτε με επίκληση της προσωπικής δημοφιλίας. Απαντώνται με πολιτική διαύγεια. Το νέο εγχείρημα πρέπει να εξηγήσει ποια σχέση έχει με την Αριστερά, ποια σχέση έχει με τη σοσιαλδημοκρατία, ποια σχέση έχει με το Κέντρο και ποια σχέση έχει με την προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία. Όσο αυτά μένουν ασαφή, η πολυσυλλεκτικότητα θα μοιάζει περισσότερο με στρατηγική ασάφεια παρά με ώριμη σύνθεση.

Η επάνοδος Τσίπρα δεν πρέπει να κριθεί θετικά μόνο επειδή τα άλλα κόμματα του χώρου απέτυχαν να καλύψουν το κενό. Η αποτυχία των άλλων δεν αποτελεί απόδειξη επάρκειας του ίδιου. Αυτό είναι κρίσιμο. Το νέο εγχείρημα μπορεί να ωφεληθεί από τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ, την αμηχανία του ΠΑΣΟΚ και τη γενική κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά αυτά δεν συνιστούν θετική νομιμοποίηση. Συνιστούν ευνοϊκό περιβάλλον εκκίνησης. Η πολιτική νομιμοποίηση θα προκύψει μόνο εάν παρουσιάσει σχέδιο που να ανταποκρίνεται στη σημερινή κοινωνία και όχι στη μνήμη της προηγούμενης δεκαετίας. Αν το εγχείρημα στηριχθεί κυρίως στη δυναμική του ονόματος, θα παράγει θόρυβο. Αν στηριχθεί σε καθαρή πολιτική οικονομία, θεσμική σοβαρότητα, οργανωτική ποιότητα και στελέχη κύρους, μπορεί να παραγάγει ουσιαστική αναδιάταξη. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι τεράστια.

Η σημερινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει φθορά, όμως η φθορά αυτή δεν εξασφαλίζει αυτομάτως εναλλακτική διακυβέρνηση. Οι πολίτες μπορούν να δυσανασχετούν χωρίς να εμπιστεύονται την αντιπολίτευση. Μπορούν να απορρίπτουν επιμέρους κυβερνητικές επιλογές χωρίς να πιστεύουν ότι υπάρχει ώριμη λύση απέναντι. Επομένως, το νέο κόμμα Τσίπρα δεν μπορεί να επενδύσει μόνο στη δυσαρέσκεια. Η αντιπολίτευση που στηρίζεται αποκλειστικά στη φθορά του αντιπάλου παραμένει ετεροκαθοριζόμενη. Χρειάζεται δική της θετική πρόταση, δικό της πρόγραμμα, δικά της κριτήρια διακυβέρνησης. Η κριτική στην ακρίβεια πρέπει να συνοδεύεται από πολιτική ανταγωνισμού, εισοδηματική στρατηγική και παραγωγική παρέμβαση. Η κριτική στο κράτος πρέπει να συνοδεύεται από σχέδιο διοίκησης. Η κριτική στις ανισότητες πρέπει να συνοδεύεται από φορολογικό και κοινωνικό σχέδιο. Η κριτική στη θεσμική λειτουργία πρέπει να συνοδεύεται από εσωτερική κομματική διαφάνεια. Χωρίς αυτά, η αντιπολίτευση παραμένει ηθική διάθεση και όχι δυνατότητα εξουσίας.

Η τελική αποτίμηση, με τα σημερινά δεδομένα, είναι αυστηρή. Η επάνοδος Τσίπρα είναι πολιτικά εφικτή επειδή το κομματικό περιβάλλον είναι αδύναμο, όχι επειδή έχει ήδη απαντήσει στα ερωτήματα που τον αφορούν. Μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης αναδιάταξης, αλλά μπορεί εξίσου να επιτείνει τον κατακερματισμό. Μπορεί να πιέσει το ΠΑΣΟΚ να σοβαρευτεί προγραμματικά, αλλά μπορεί και να ανακυκλώσει έναν εμφύλιο ηγεμονίας χωρίς κοινωνικό βάθος. Μπορεί να συγκινήσει τμήματα του παλαιού ακροατηρίου, αλλά αυτό δεν αρκεί για νέα πλειοψηφία. Μπορεί να εμφανιστεί ως έμπειρη λύση, αλλά η εμπειρία του είναι επιβαρυμένη και χρειάζεται απολογισμό. Μπορεί να διεκδικήσει τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι η μετατόπιση αυτή είναι προγραμματική και όχι απλώς εκλογική. Μπορεί να μιλήσει για κυβερνώσα Αριστερά, αλλά η έννοια αυτή έχει νόημα μόνο εάν συνοδεύεται από σοβαρή οικονομική, διοικητική και θεσμική πρόταση.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η επιστροφή Τσίπρα δεν αποτελεί από μόνη της λύση στο πρόβλημα της Κεντροαριστεράς. Αποτελεί μάλλον την πιο καθαρή ένδειξη ότι το πρόβλημα παραμένει άλυτο. Ο προοδευτικός χώρος εξακολουθεί να αναζητά ηγεμονία, πρόγραμμα, κοινωνική συμμαχία και κυβερνητική αξιοπιστία. Ένα νέο κόμμα μπορεί να γίνει φορέας αυτής της αναζήτησης μόνο εάν υπερβεί τα όρια του προσωπικού εγχειρήματος. Αν λειτουργήσει ως όχημα επανόδου ενός πρώην πρωθυπουργού, θα έχει περιορισμένη ιστορική αξία. Αν μετατραπεί σε οργανωμένη προγραμματική και κοινωνική ανασύνθεση, θα μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς. Προς το παρόν, όμως, η δεύτερη εκδοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. .

Η επάνοδος Τσίπρα θα αξιολογηθεί με αυτά τα κριτήρια και όχι με βάση την ένταση της εκκίνησης. Αν απαντήσει στο ζήτημα της αξιοπιστίας, μπορεί να γίνει ουσιαστικός παράγοντας αναδιάταξης. Αν το παρακάμψει, θα καταγραφεί ως ακόμη ένα επεισόδιο στην παρατεταμένη κρίση της ελληνικής Κεντροαριστεράς. Το βάρος της απόδειξης βρίσκεται πλέον στον ίδιο και στο υπό διαμόρφωση εγχείρημά του. Και αυτό το βάρος δεν μπορεί να αρθεί ούτε με επικοινωνιακό δυναμισμό ούτε με επίκληση της προηγούμενης εμπειρίας ούτε με εκμετάλλευση της αδυναμίας των ανταγωνιστών. Μπορεί να αρθεί μόνο με πολιτική ουσία, προγραμματική ακρίβεια, ειλικρινή απολογισμό και πειστική απάντηση στα πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας.