Η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού στην ενεργό διεκδίκηση της εξουσίας είναι πάντοτε αναμέτρηση με τη μνήμη. Δεν πρόκειται για τυπική επανεκκίνηση, ούτε για νέο ξεκίνημα απαλλαγμένο από ιστορικό βάρος. Η πολιτική μνήμη δεν λειτουργεί ως αρχείο που ανοίγει και κλείνει κατά βούληση· λειτουργεί ως ζωντανό υπόστρωμα αξιολόγησης, το οποίο επανενεργοποιείται όταν ένα πρόσωπο ζητά εκ νέου εμπιστοσύνη. Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η μνήμη είναι ακόμη πιο σύνθετη, επειδή η διαδρομή του συνδέθηκε με μια από τις πιο φορτισμένες περιόδους της μεταπολιτευτικής ιστορίας: την κατάρρευση του παλαιού κομματικού συστήματος, την άνοδο της ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας, την πρώτη κυβερνητική εμπειρία της Αριστεράς, τη βίαιη προσαρμογή στους περιορισμούς της εξουσίας και τη μετέπειτα εκλογική αποδυνάμωση. Η πιθανή επάνοδός του δεν μπορεί να αξιολογηθεί χωρίς αυτό το ιστορικό πλαίσιο, διότι ακριβώς αυτό αποτελεί την κύρια πηγή τόσο της ισχύος όσο και της αδυναμίας του.
Ο Τσίπρας υπήρξε πολιτικός ηγέτης με ικανότητα συμπύκνωσης κοινωνικών διαθέσεων. Σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονταν ότι το παλαιό πολιτικό σύστημα είχε χάσει κάθε ηθική και λειτουργική νομιμοποίηση, κατόρθωσε να εκφράσει μια υπόσχεση ρήξης, αξιοπρέπειας και αναδιανομής ισχύος. Αυτή η ικανότητα εξηγεί την άνοδο. Δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει τη διακυβέρνηση ούτε για να δικαιολογήσει μια επιστροφή. Η μετάβαση από τη διαμαρτυρία στην εξουσία υπήρξε το μεγάλο τεστ, και εκεί αποκαλύφθηκαν οι αντιφάσεις που εξακολουθούν να συνοδεύουν το όνομά του. Η πολιτική ηγεσία κρίνεται διαφορετικά όταν καταγγέλλει και διαφορετικά όταν αποφασίζει. Στην πρώτη περίπτωση αρκεί συχνά η οξυδέρκεια του εντοπισμού αδικιών. Στη δεύτερη απαιτείται διοικητική ικανότητα, οικονομική ευθύνη, θεσμική πειθαρχία, επιλογή προσώπων, διαχείριση συσχετισμών και αντοχή στην αλήθεια των περιορισμών.
Αυτό είναι το σημείο όπου η δεύτερη ευκαιρία γίνεται δύσκολη. Η δημοκρατία δεν αποκλείει την επιστροφή ηττημένων ηγετών. Αντιθέτως, η πολιτική είναι πεδίο αναθεωρήσεων, επανατοποθετήσεων και νέων διεκδικήσεων. Όμως η δεύτερη ευκαιρία δεν είναι απλή επανάληψη της πρώτης με καλύτερη επικοινωνιακή προετοιμασία. Προϋποθέτει μια πειστική αφήγηση μάθησης. Ο πολίτης δεν ζητά από έναν πρώην πρωθυπουργό να διαγράψει το παρελθόν του, διότι αυτό θα ήταν ανειλικρινές. Ζητά να καταλάβει τι έμαθε από αυτό. Ποια λάθη αναγνωρίζει ως δικά του; Ποιες αποφάσεις θα λάμβανε διαφορετικά; Ποια πρόσωπα, ποιοι μηχανισμοί, ποιες παραδοχές και ποιες στρατηγικές αποδείχθηκαν ανεπαρκείς; Ποια είναι η νέα του αντίληψη για την οικονομία, για το κράτος, για τους θεσμούς, για τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, για τη σχέση κόμματος και κυβέρνησης; Χωρίς τέτοιες απαντήσεις, η δεύτερη ευκαιρία μοιάζει περισσότερο με διεκδίκηση επαναφοράς παρά με πολιτική ωρίμανση.
Η αυτοκριτική, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι επικοινωνιακή υποχρέωση. Είναι προϋπόθεση πολιτικής αξιοπιστίας. Η αυτοκριτική που περιορίζεται σε γενικόλογες αναφορές περί δυσκολιών ή σε επιμερισμό ευθυνών προς τρίτους δεν παράγει εμπιστοσύνη. Η κοινωνία γνωρίζει ότι οι συνθήκες ήταν δύσκολες. Αυτό που θέλει να μάθει είναι πώς τις κατάλαβε ο ηγέτης που κυβέρνησε, πώς τις διαχειρίστηκε, πού έσφαλε και τι συμπέρασμα έβγαλε. Ο Τσίπρας έχει επιχειρήσει να επανεγγράψει τη δική του αφήγηση για την περίοδο της διακυβέρνησης και των μεγάλων αποφάσεων. Το κρίσιμο δεν είναι αν μια αφήγηση είναι συνεκτική από την πλευρά του αφηγητή. Το κρίσιμο είναι αν μπορεί να αντέξει ως δημόσιος απολογισμός απέναντι σε κοινωνικές ομάδες που δεν συμμερίζονται απαραίτητα τη δική του ερμηνεία. Η αυτοδικαίωση συσπειρώνει τους πιστούς. Η αυτοκριτική μπορεί να ανοίξει δρόμο προς τους δύσπιστους.
Η ηγεσία Τσίπρα είχε πάντοτε έντονο προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Τα κόμματα, ιδίως σε περιόδους κρίσης, αναζητούν πρόσωπα που μπορούν να λειτουργήσουν ως σύμβολα, να απλοποιήσουν σύνθετα αιτήματα και να δώσουν αίσθηση κατεύθυνσης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το πρόσωπο υποκαθιστά τους θεσμούς του κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την οργανωτική του πολυφωνία, δεν κατόρθωσε να μετατραπεί σε σταθερό κόμμα εξουσίας με θεσμική αυτονομία από τον ηγέτη του. Μετά την αποχώρηση Τσίπρα, η αδυναμία αυτή έγινε εμφανής. Το κόμμα δεν ανέδειξε οργανικά νέα στρατηγική, αλλά εισήλθε σε κρίση ταυτότητας και λειτουργίας. Αυτό αποτελεί αυστηρό σχόλιο και για το κόμμα και για τον ίδιο τον τρόπο προηγούμενης ηγεσίας. Ένας ηγέτης που αφήνει πίσω του κόμμα ανίκανο να αυτοαναπαραχθεί θεσμικά έχει υπάρξει ισχυρός εκλογικά, αλλά όχι αναγκαστικά επιτυχής ως κομματικός οικοδόμος.
Αν συγκροτηθεί ως προσωπική παράταξη, με κύριο συνεκτικό στοιχείο το όνομα και την εμπειρία του αρχηγού, θα αναπαραγάγει το ίδιο πρόβλημα σε νέα μορφή. Αντιθέτως, αν επιχειρήσει να δημιουργήσει θεσμούς συλλογικής λειτουργίας, να εντάξει νέα πρόσωπα με πραγματικό ρόλο, να διαμορφώσει προγραμματικές διαδικασίες, να επιτρέψει εσωτερική διαφωνία χωρίς διάλυση και να οικοδομήσει κοινωνική βάση πέρα από την προσωπική επιρροή του Τσίπρα, τότε θα έχει κάνει το πρώτο βήμα προς μια διαφορετική ποιότητα. Η διαφορά ανάμεσα σε κόμμα και όχημα δεν είναι τυπική. Το κόμμα παράγει διάρκεια, μηχανισμούς, πολιτική μνήμη, κοινωνικές σχέσεις, διαδικασίες λογοδοσίας. Το όχημα παράγει ταχύτητα, αλλά εξαρτάται από τη διαδρομή του οδηγού.
Η προηγούμενη διακυβέρνηση δημιούργησε επίσης ένα πρόβλημα σχέσης με την αλήθεια των περιορισμών. Η ριζοσπαστική πολιτική της κρίσης υποσχέθηκε περισσότερα από όσα μπορούσε να υλοποιήσει μέσα στο υπαρκτό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι υποσχέσεις ήταν ανειλικρινείς ή ότι όλες οι προσαρμογές ήταν αδικαιολόγητες. Σημαίνει όμως ότι η σχέση ανάμεσα σε πολιτική βούληση και πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη από όσο είχε παρουσιαστεί. Μια ώριμη επιστροφή θα έπρεπε να ξεκινά από αυτή την παραδοχή. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από νέες μεγάλες βεβαιότητες. Έχει ανάγκη από πολιτικό λόγο που να αναγνωρίζει τους περιορισμούς χωρίς να παραιτείται από την αλλαγή. Αυτό είναι δύσκολο, διότι δεν παράγει εύκολη συγκίνηση. Παράγει όμως κυβερνητική αξιοπιστία.
Για ένα μέρος της κοινωνίας, ο Τσίπρας συνδέεται με προσπάθεια κοινωνικής προστασίας σε δυσμενείς συνθήκες. Για άλλο μέρος, συνδέεται με φορολογική επιβάρυνση, αβεβαιότητα, διοικητική ανεπάρκεια και ασάφεια απέναντι στην παραγωγική οικονομία. Το νέο εγχείρημα θα χρειαστεί να απευθυνθεί όχι μόνο στους πολίτες που θυμούνται τον Τσίπρα ως ηγέτη που συγκρούστηκε, αλλά και σε εκείνους που τον θυμούνται ως ηγέτη που υποσχέθηκε περισσότερα από όσα παρέδωσε.
Η σχέση του Τσίπρα με την Αριστερά είναι επίσης ανοιχτό ζήτημα. Η νέα του μετατόπιση προς έναν ευρύτερο προοδευτικό ή σοσιαλδημοκρατικό χώρο μπορεί να ερμηνευθεί ως πολιτική ωρίμανση, αλλά μπορεί και να ερμηνευθεί ως εκλογική αναπροσαρμογή μετά την εξάντληση του προηγούμενου μοντέλου. Μια πραγματική σοσιαλδημοκρατική μετεξέλιξη απαιτεί σοβαρή πολιτική για την εργασία, την παραγωγή, τη φορολογία, το κοινωνικό κράτος, το περιβάλλον, τη δημόσια διοίκηση, τις ανισότητες και τη δημοκρατική λογοδοσία. Δεν αρκεί η μεταβολή λεξιλογίου. Ο πολιτικός χώρος δεν αλλάζει με τη χρήση ηπιότερων όρων ούτε με τη διεύρυνση του ακροατηρίου. Αλλάζει όταν αλλάζει η εσωτερική λογική της πρότασης.
Η δεύτερη ευκαιρία, λοιπόν, είναι εφικτή αλλά όχι αυτονόητα πειστική. Ο Τσίπρας μπορεί να αξιοποιήσει την αναγνωρισιμότητα, την εμπειρία και το κενό του χώρου. Δεν μπορεί όμως να ακυρώσει τη μνήμη της προηγούμενης διακυβέρνησης ούτε να παρακάμψει την ανάγκη απολογισμού. Η επιστροφή του θα έχει νόημα μόνο εάν αποδειχθεί ότι δεν είναι επιστροφή στο ίδιο πολιτικό σχήμα με νέα οργανωτική ονομασία. Χρειάζεται να πείσει ότι η ηγεσία του έχει αλλάξει όχι ως προς την επικοινωνιακή της τεχνική, αλλά ως προς την κατανόηση της εξουσίας. Η εξουσία δεν είναι μόνο δυνατότητα εφαρμογής προθέσεων. Είναι μηχανισμός επιλογής ανάμεσα σε συγκρουόμενα αγαθά, περιορισμένους πόρους, κοινωνικές πιέσεις και θεσμικές δεσμεύσεις. Όποιος επιστρέφει μετά από κυβερνητική εμπειρία πρέπει να δείξει ότι αυτό το γνωρίζει βαθύτερα από πριν.
Πρόσφατα σχόλια